Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010

Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι




Αρίστος Δοξιάδης

Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)

ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ

Καθαρεύουσα και δημοτική


Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.

Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.

Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».

Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.

Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές.

Θεωρίες της ιδιομορφίας

Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα και όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη μια νεοθεσμική οπτική, που αναλύει τις παραλλαγές του καπιταλισμού και τις σχετίζει με τις ιστορικές καταβολές και τους θεσμούς κάθε χώρας3.

Οι θεσμοί είναι μια ευρεία έννοια, που επιδέχεται διαφορετικούς ορισμούς. Στον πιο γενικό ορισμό ο όρος περιλαμβάνει τους επίσημους θεσμούς (το σχολείο) και τους ανεπίσημους (το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο). Περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις (ιατρική νομοθεσία), τους οργανισμούς (το νοσοκομείο), αλλά και τις συχνές συμπεριφορές (το φακελάκι). Περιλαμβάνει επίσης, σε μερικές θεωρήσεις, την ιδεολογία (τι είναι πρόοδος) και τη νοοτροπία (εργασιακή ηθική).

Η νεοθεσμική θεώρηση επιδιώκει να φωτίσει και να εξηγήσει τις μικρο-οικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρο-μεγέθη. Γιατί αφήσαμε την κοινωνική ασφάλιση να χρεοκοπήσει; Γιατί δεν πληρώνουμε φόρους; Γιατί δεν έχουμε εξαγώγιμα βιομηχανικά προϊόντα; Γιατί κάνουν φροντιστήριο οι μαθητές των λυκείων; Σε τι είμαστε διαφορετικοί σε αυτό το επίπεδο από τους Γερμανούς;

Η πρόχειρη εμπειρική απάντηση είναι ένας πολύ μακρύς κατάλογος: διαφθορά, πελατειακό σύστημα, γραφειοκρατία, οικογενειοκρατία, διαπλοκή, καταναλωτισμός, παπαγαλία στο σχολείο, καχυποψία, αλλά και ευέλικτες επιχειρήσεις, πτυχιούχοι, φιλοδοξία, κινητικότητα, πολιτική άποψη, αντίσταση, πολυγλωσσία, εργατικότητα (υπό όρους), εξωστρέφεια. Δεν βοηθάει όμως πολύ μια τέτοια παράθεση. Πιο διαφωτιστικό είναι, από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά, όπου διαφέρουμε από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες. Τα ακόλουθα θεωρώ ότι είναι τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας:

Το πλήθος και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, μαζί με τη μεγάλη διασπορά της ιδιοκτησίας των ακινήτων (νοικοκυραίοι).
Η μεγάλη έκταση και διασπορά των προσόδων (ραντιέρηδες).
Η ελλιπής συνείδηση συνεργασίας και παράλληλα η μεγάλη ανταπόκριση σε κίνητρα και αντικίνητρα (καιροσκόποι).

Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική οικονομία με κοινωνικό κράτος, όπως πολλές άλλες. Αλλά όπως και κάθε άλλη έχει τη δική της δυναμική, που δημιουργείται από τα ιδιαίτερα στοιχεία της μαζί με τα γενικά στοιχεία του καπιταλισμού.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ

‘Ενας θεμελιακός θεσμός


Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ που να έχει τόσο πολλούς αυτοαπασχολούμενους και τόσα μικροαφεντικά όπως η Ελλάδα σε αναλογία με τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα το 57% όσων απασχολούνται στη «μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία» (ΜΧΕΟ) είναι είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 απασχολούμενους. Στο σύνολο της ΕΕ των «27» ο δείκτης είναι 30%. Η Ιταλία έρχεται δεύτερη με 47%, η Πορτογαλία τρίτη με 42%. Η Γαλλία είναι στο 27%, η Μ. Βρετανία στο 21%, η Γερμανία στο 18%. Το νέο μας πρότυπο, η Δανία, στο 20%4.

Εξίσου κατακερματισμένη είναι και η γεωργία, που δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω. Στην αμπελοπαραγωγό Κορινθία ο μέσος εξαγωγικός αμπελώνας είναι κάτω από 30 στρέμματα και ο μεγαλύτερος κάτω από 200. Οι ανταγωνιστές της Κορινθίας στη Μούρθια της Ισπανίας έχουν πάνω από 1.000 στρέμματα ο καθένας. Το ίδιο και στην Καλιφόρνια, στη Νότιο Αφρική, στη Χιλή, στην Αίγυπτο.

Στο σύνολο της οικονομίας, οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων δεν ξεπερνούν το 9% του εργατικού δυναμικού – μαζί με τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες.

Πώς έχει συμβεί να έχουμε τόσο πολλές και μικρές επιχειρήσεις –αμπέλια, ελαιοτριβεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, μίνι μάρκετ, ιατρεία, θέατρα, μπουτίκ, βιοτεχνίες ενδυμάτων, εταιρειούλες πληροφορικής– και γιατί πολύ λίγους μεγάλους εργοδότες;

Το οφείλουμε στην ιστορία, που απέτρεψε σε εμάς την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου των δυτικών οικονομιών, στους θεσμούς του σημερινού κράτους, που βοηθούν να επιβιώσει η μικρή ιδιοκτησία και εμποδίζουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, αλλά και στη νοοτροπία που μας αποτρέπει από το να συνεργαζόμαστε.

Η Δυτική Ευρώπη μπήκε στη βιομηχανική εποχή με μεγάλες γαιοκτησίες και πλήθος ακτήμονες εργάτες, κληρονομιά της φεουδαρχίας. Το νέο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε μια κοινωνία από μικροϊδιοκτήτες, συνέπεια της οθωμανικής πολιτικής που στήριζε τον μικρό γεωργό και αποθάρρυνε τη μεγάλη γαιοκτησία. Η πολιτική γης του νέου κράτους συνέχισε να ευνοεί τον μικρό κλήρο. Ακόμα και τα μεγάλα τσιφλίκια της Θεσσαλίας κατακερματίστηκαν με τα χρόνια. Η μεγάλη πλειονότητα των οικογενειών είχε κάποια ακίνητη περιουσία, αγροτική ή αστική, όπου έστησε μια αγροτική εκμετάλλευση ή ένα μαγαζί ή έχτισε ιδιόκτητο σπίτι. Σε αυτό η Ελλάδα ήταν τελείως διαφορετική από όλη τη μη Οθωμανική Ευρώπη. Οι δε γείτονές μας στα Βαλκάνια, όσοι είχαν εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, την απώλεσαν με τον σοσιαλισμό.

Οι μικροεπιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μετά από 180 χρόνια σύγχρονου κράτους, με αστικούς θεσμούς και με περίπου ελεύθερη αγορά. Αυτό είναι αξιοπερίεργο. Σε μια σύγχρονη οικονομία το μέγεθος είναι πλεονέκτημα – αν όχι σε όλες τις δουλειές, πάντως σε πάρα πολλές. Εδώ όμως οι επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν. Ας απαριθμήσουμε τις αιτίες.

Οι οικογένειες με ιδιοκτησία, έστω και μικρή, δεν στέλνουν τα παιδιά τους να γίνουν εργάτες. Αν αποφασίσουν να γίνουν χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, αυτό γίνεται μόνο σε δουλειές με εργασιακή ασφάλεια και καλή σύνταξη – στο Δημόσιο ή στις τράπεζες. Αλλιώς προτιμάνε το χωράφι ή το μικρομάγαζο των γονιών. Το νοικοκυριό αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση.

Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, οι κανονισμοί εργασίας κ.ά. επιβαρύνουν περισσότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, επειδή οι μικρές παρανομούν πιο εύκολα. Όταν το ταμείο το κρατάει η οικογένεια μπορεί να αποκρύψει πωλήσεις ή να απασχολήσει ανασφάλιστους. Ενώ όταν η τιμολόγηση και οι προσλήψεις καταγράφονται σε οργανωμένο λογιστήριο από υπαλλήλους, η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο. Συνεπώς στην Ελλάδα η ανομία ευνοεί τον κατακερματισμό. Το κράτος γενικά δεν κυνηγάει τους μικρούς.

Οι ξένες άμεσες επενδύσεις αποθαρρύνονται. Σε άλλες περιφερειακές χώρες δημιουργήθηκε μεγάλη βιομηχανία από το ξένο κεφάλαιο. Εδώ, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η αντίσταση των τοπικών κοινωνιών, η ρητορική του λαϊκισμού είχαν αποτέλεσμα να έρθουν σχετικά λίγοι ξένοι επενδυτές και να παραμείνουν πολύ λιγότεροι. Σημαντικές εξαιρέσεις, οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων (non-tradable) υπηρεσιών: τράπεζες, τηλεφωνία, λιανικό εμπόριο.5 Σε αυτούς οι ξένοι ήρθαν γιατί το ψηλό κόστος εισόδου και λειτουργίας δεν τους αποτρέπει – το καλύπτουν με ψηλότερες τιμές. Άλλο να έχεις να ανταγωνιστείς στην παγκόσμια αγορά και άλλο μόνο τις ελληνικές επιχειρήσεις στην ελληνική αγορά.

Στα παραπάνω ας προστεθούν οι πάμπολλοι κανονισμοί και απαγορεύσεις που προστατεύουν τον υπάρχοντα τρόπο λειτουργίας σε δεκάδες κλάδους, καθώς και το μικρό μέγεθος των οικοπέδων.

Είναι τόσο ισχυρή η θεσμική προτίμηση προς τη μικρή κλίμακα, ώστε ούτε οι πρόσφυγες του 1922, ούτε οι μετανάστες μετά το 1990 δεν έγιναν μόνιμο προλεταριάτο για μεγάλους εργοδότες, όπως συνέβη αντίστοιχα αλλού. Ενώ οι μικροεργοδότες πλούτισαν στα χωράφια και στις πόλεις στην πλάτη των μεταναστών.

Η αυτοαπασχόληση, η μικροεργοδοσία, η οικογενειακή επιχείρηση είναι σταθερός και θεμελιακός θεσμός της οικονομικής μας οργάνωσης. Ίσως ο πιο θεμελιακός. Η ποσοστιαία συμμετοχή τους στην απασχόληση και στο εισόδημα δεν πρόκειται να συρρικνωθεί υπό κανονικές συνθήκες. Ούτε καν μια βαθιά και μακροχρόνια ύφεση δεν θα το αλλάξει αυτό. Μόνο μια επανάσταση στους θεσμούς θα το άλλαζε.

Είναι σημαντικό το εξής: ο θεσμός ορίζει την εξειδίκευση και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή, επειδή είμαστε μια κοινωνία μικροεπιχειρηματιών, δεν μπορούμε να παράγουμε ηλεκτρονικές συσκευές – και όχι, επειδή δεν παράγουμε συσκευές, είμαστε μικροεπιχειρηματίες. Αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση στην τεχνοκρατία που σχεδιάζει κατά καιρούς τις πολιτικές της ανάπτυξης. Πιστεύει ότι με κατάλληλες χρηματοδοτήσεις και υποδομές μπορεί να δημιουργηθούν ανταγωνιστικές βιομηχανίες σε κλάδους που απαιτούν μεγαλύτερη κλίμακα. Σε κάθε εποχή οι μικροϊδιοκτήτες θα κάνουν τις εργασίες που τους ταιριάζουν – χτες σφουγγαράδες, σήμερα ενοικιαζόμενα δωμάτια, αύριο τι;

Οικογενειακές στρατηγικές

Μια οικονομία μικρών μονάδων ωθεί τα νοικοκυριά σε άλλες επιλογές από μια οικονομία υπαλλήλων και μεγάλων οργανισμών. Η οικογένεια αναζητά τη σταθερότητα στην πολυέργεια6, δηλαδή σε πολλαπλές πηγές εισοδήματος, όσες μπορεί να βρει και να προσποριστεί. Υπάρχει οικογενειακή αλληλεγγύη: τα πολλαπλά εισοδήματα απαιτούν πολλαπλά χέρια: ο πατέρας έχει το πρατήριο βενζίνης για τη σιγουριά, ο γιος σπουδάζει πληροφορική για το κάτι παραπάνω, αλλά άμα δεν του βγει δεν θα πεινάσει. Η κόρη, κατά προτίμηση δασκάλα ή υπάλληλος του Δήμου – κάτι σταθερό που αφήνει ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει γέροντες γονείς και την επόμενη γενιά. Αν το οικογενειακό μαγαζί πάει καλά, η οικογένεια ολόκληρη το δουλεύει. Αν όχι, μένει να δουλεύει με ένα-δυο μέλη. Το σύστημα έχει θαυμαστή σταθερότητα, ευελιξία και διάρκεια.

Σε οικονομία μικροϊδιοκτητών, οι επενδύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν από αυτές στις οικονομίες της μεγάλης κλίμακας. Κατευθύνονται, απόλυτα ορθολογικά, σε ακίνητα και σε εκπαίδευση. Στις δυτικές οικονομίες οι αποταμιεύσεις επενδύονται συλλογικά μέσα από ασφαλιστικά ταμεία, ή από αμοιβαία κεφάλαια, ή από καταθέσεις. Καταλήγουν ως χρηματοδότηση στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, σε υποδομές, και γενικά σε μεγάλους οργανισμούς. Στην ελληνική μικρή οικονομία η χρηματική αποταμίευση δεν έχει αξιόπιστες συλλογικές διεξόδους.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει άλλη μορφή στη μικροϊδιοκτησία. Στις δυτικές οικονομίες μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από καριέρα – δηλαδή χτίζοντας σχέση με μια μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμό. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι χρήσιμη μόνο ως πρώτο βήμα στην καριέρα – αν η αγορά εργασίας δεν την ζητά ούτε οι νέοι την επιδιώκουν. Στη μικρή ιδιοκτησία, η αξία του ανθρώπου επενδύεται στα ατομικά του στοιχεία. Η αγορά εργασίας δεν δίνει σαφή μηνύματα. Σημασία έχουν τα εφόδια που θα κατέχω σε μια γενικά αβέβαιη πορεία. Σπουδάζω μηχανικός, όχι επειδή προσδοκώ να δουλέψω στη Volkswagen, αλλά επειδή θα έχω επιλογές ως έμπορος, κατασκευαστής, εργολάβος, μελετητής, και ίσως ίσως στέλεχος. Γι’ αυτό τα νοικοκυριά υπερεπενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών: σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών και πανελλαδικών εξετάσεων, σε δαπάνες διαβίωσης των φοιτητών. Στους εθνικούς λογαριασμούς αυτές οι δαπάνες φαίνονται ως κατανάλωση. Αλλά είναι επένδυση.

Δυναμική

Ο θεσμός είναι σταθερός εφόσον μπορεί να παράγει αρκετό εισόδημα για τα μέλη του, έστω με κρίσεις και μεταλλάξεις. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον κόσμο που οι τοπικές οικονομίες μικροεπιχειρήσεων να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές – στη βόρεια Ιταλία βρίσκονται τα λίγα πετυχημένα παραδείγματα. Στην Ελλάδα ήταν ανταγωνιστική κατά καιρούς η μικρής κλίμακας γεωργία και ο τουρισμός, και είχαν μεγάλη συμβολή τα εμβάσματα από προσωπική εργασία– από τους μετανάστες και τους ναυτικούς. Αλλά αυτά δεν έφταναν και τα συμπληρώναμε με δάνεια και επιχορηγήσεις από το εξωτερικό.

Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν αυτό να το πετύχουν οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν.

Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος) και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.

ΡΑΝΤΙΕΡΗΔΕΣ

Ο όρος πολιτική πρόσοδος δηλώνει τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους επιχειρήσεις, συντεχνίες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα από το κράτος που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας ή προϊόντος. Ο όρος περιλαμβάνει την αργομισθία, τη συνταξιοδότηση με προνομιακούς όρους, τις επιχορηγήσεις χωρίς αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τις υπερκοστολογημένες προμήθειες και έργα, και τις μίζες των δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει επίσης τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε συντεχνίες να υπερτιμολογούν στην αγορά (κλειστά επαγγέλματα, ρυθμιζόμενες αμοιβές, απαγορεύσεις), και, κάτι λιγότερο φανερό, τα οφέλη από την παρανομία όταν οι ανταγωνιστές σου είναι σύννομοι. Δεν περιλαμβάνει εκείνους του μισθούς του Δημοσίου που αμείβουν πραγματικά εργαζόμενους, ούτε τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, κτλ, που δίνονται με γενικά κοινωνικά κριτήρια.

Μερικοί ανάγουν τη διόγκωση της πολιτικής προσόδου στη δεκαετία του 1980 και στον τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε νέα στρώματα και νέα τζάκια στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά η φαυλοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις ήταν σύμφυτες με το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του7, και το κράτος ήταν πάντα ρυθμιστής στην οικονομία. Η διανομή προσόδων ήταν αναγκαίος μηχανισμός για τη νομιμοποίηση των πολιτικών στα μάτια του κόσμου, αλλά και ο προσπορισμός προσόδων ήταν βασικός λόγος για γίνει κάποιος πολιτικός.

Το κράτος συνολικά υπήρξε ραντιέρης εμβασμάτων, ζώντας σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς εισροές: δάνεια που μοίρασε και δεν αποπλήρωσε, σχέδια βοήθειας, και πιο πρόσφατα τα ταμεία της ΕΕ. Τούτα τα εμβάσματα έχουν επηρεάσει σε βάθος την κοινωνία: «Ας περάσει το χρήμα τα σύνορα και θα βρούμε τη μοιρασιά» μου έλεγε ένας μικροεργολάβος αγροτικών εγκαταστάσεων κουβεντιάζοντας πώς θα πάρουμε κάποια επιχορήγηση.

Υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές μη πολιτικές πρόσοδοι στην ιδιωτική οικονομία. Τα έσοδα από τουρισμό ενέχουν μεγάλο στοιχείο προσόδου, εφόσον ο επισκέπτης πληρώνει πρώτα για τον τόπο και μετά για τις υπηρεσίες. Τα εμβάσματα από το εξωτερικό (ναυτιλιακά, μεταναστευτικά) παράγονται μεν από εργασία εκτός συνόρων, αλλά για την τοπική κοινωνία που τα υποδέχεται είναι καθαρή πρόσοδος.

Η δημοκρατική πρόσοδος

Οι μηχανισμοί προσπορισμού προσόδων διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Παράγουν όμως ένα κοινό πολιτισμικό αποτέλεσμα: όλοι σχεδόν οι Έλληνες, από τον μεγάλο επιχειρηματία μέχρι τον μικροοικοπεδούχο στο νησί και τον δημοτικό υπάλληλο στην επαρχία, θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια και χωρίς να εργάζονται παραγωγικά – εισοδήματα σημαντικά για τα μέτρα του καθενός. Αν δεν το πετύχουν αισθάνονται αδικημένοι.

Πώς αναπαραγόταν τόσα χρόνια το σύστημα της προσοδοκρατίας; Η πρώτη αιτία ήταν ότι «λεφτά υπάρχουν» – από τις εισροές από το εξωτερικό, από την απομύζηση της παραγωγής σε μια κοινωνία που μπορούσε κατά καιρούς να παρακολουθεί ικανοποιητικά την τεχνική πρόοδο, αλλά πρόσφατα και από την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών.

Η δεύτερη αιτία ήταν ο δημοκρατικός χαρακτήρας του συστήματος. Οι πρόσοδοι είχαν ευρεία διασπορά· ιδίως μετά το 1980 τα περισσότερα νοικοκυριά κάτι τσιμπούσαν από το σύστημα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση ενισχύθηκε από νέους μηχανισμούς που προσδίδουν στο σύστημα έναν αντικειμενικό χαρακτήρα: ΑΣΕΠ αντί για ρουσφέτι, πανελλαδικές αντί για το βαθμό του σχολείου. Όταν για να διοριστούν ή να εισαχθούν χρειάζεται να κοπιάσουν και να ανταγωνιστούν τίμια, κανένας δεν αναρωτιέται μήπως η θέση που πήραν είναι άχρηστη. Και θεωρείται άδικο να καταργηθούν τα όποια προνόμια έχει η θέση.

Συμπεριφορές


Όπως κάθε οικονομικός μηχανισμός που κυριαρχεί (ή συγκυριαρχεί) σε μια κοινωνία έτσι και η προσοδοκρατία επιδρά με πολλούς τρόπους στις συμπεριφορές και στη νοοτροπία. Μπορεί να μην πηγάζει από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αλλά σίγουρα τις δημιουργεί.

Μηδενικό άθροισμα: η πρόσοδος δεν μεγεθύνει την πίτα, τη μοιράζει. Συνεπώς προϋποθέτει μαχητική διεκδίκηση, και δεν προϋποθέτει παραγωγική εργασία. Εκτρέφει το λαϊκισμό, που βασικό συστατικό του είναι ότι μεταθέτει την ευθύνη για το σύνολο στον άλλο πόλο, στον εχθρό. Στο λαϊκισμό οι πολίτες, ανεξάρτητα από την πραγματική τους θέση στην παραγωγή και στη διανομή, νιώθουν σαν να ανήκουν στο πιο αδύναμο στρώμα, που δικαιούται να διεκδικεί αναδιανομή για λόγους ανθρωπιστικούς, δικαιοσύνης8. Δεν τους αφορά πώς θα παραχθεί ο πλούτος, ούτε αν πρέπει η αναδιανομή να γίνει πρώτα σε άλλους, πιο αδύναμους. Την ευθύνη για το όλον την έχουν άλλοι. Ο λαϊκισμός διαφέρει ριζικά σε τούτο από μια σοσιαλιστική στρατηγική που θα άρχιζε από τον τρόπο παραγωγής πριν φτάσει στη διανομή. Ή από μια στρατηγική αναδιανομής που θα εστίαζε στους πραγματικά πιο αδύναμους και αποκλεισμένους.

Επιχειρηματικότητα: αν οι επιχειρήσεις μπορούν να βγάλουν ψηλά κέρδη από τις κρατικές εργολαβίες ή από άλλα προνόμια, επενδύουν πιο πολύ στο να αποκτήσουν τα προνόμια παρά στο να γίνουν ανταγωνιστικές σε μια ανοιχτή αγορά. Με το καιρό αυτό στρεβλώνει όλη τη στρατηγική τους – ο καλός πωλητής είναι αυτός που καλλιεργεί σχέσεις στο Δημόσιο, ο καλός μηχανικός είναι αυτός που ξεχειλώνει το έργο για να κοστίσει περισσότερο, κτλ. Σπάνια μια επιχείρηση κρατικοδίαιτη είναι και ανταγωνιστική. Τα παραδείγματα αρχίζουν από τους εθνικούς προμηθευτές και φτάνουν στις εταιρειούλες πληροφορικής της δεκαετίας του 1990, όπου ευφυέστατοι τεχνικοί έφαγαν τα νιάτα τους σε άκαρπη «έρευνα και ανάπτυξη» για ευρωπαϊκά προγράμματα.

Μετρήσεις και προϋπολογισμοί: ο ραντιέρης δεν έχει ανάγκη να μετρήσει τον κόσμο, ο παραγωγός έχει. Ο ραντιέρης θα παζαρέψει. Ο παραγωγός θα σχεδιάσει τις εισροές και τις εκροές του, θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει το περιθώριο ανάμεσα στις δύο. Ό,τι κάνει ο ραντιέρης κάνει και το κράτος της προσοδοκρατίας. Παζαρεύει συνεχώς με διάφορες ομάδες (αδιόριστους για διορισμούς, αγρότες για παροχές, επιχειρηματίες για έργα), στις οποίες πάντα δίνει κάτι παραπάνω από εκεί που ξεκίνησε. Δεν δεσμεύεται από ένα απόλυτο όριο δαπανών ή φοροαπαλλαγών. Καταλήγει σχεδόν πάντα με έλλειμμα, χωρίς να το έχει προγραμματίσει. Αλλά και πέρα από τα δημοσιονομικά, η κοινωνία δεν ζητά μετρήσεις: ούτε για τους ρύπους, ούτε την ποιότητα των νοσοκομείων, ούτε για την επίδραση της αστυνόμευσης στην εγκληματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες να μετρήσουν και να αξιολογήσουν. Κάπως έτσι καταλήγουμε στα Greek statistics – πολύ πριν τη σκόπιμη παραποίηση των αριθμών.

ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΙ

Ίσως να είμαστε το ίδιο εργατικοί με τους Δυτικούς όταν έχουμε τις ίδιες επιλογές με αυτούς. Είμαστε όμως λιγότερο συνεργατικοί.

Στη θεωρία παιγνίων καιροσκόπος (ή οπορτουνιστής) είναι αυτός που αρπάζει την ευκαιρία να βγάλει ένα καλό κέρδος σήμερα, ακόμα και αν αυτό δυσχεράνει τη θέση του αύριο. Συνήθως, είναι αυτός που παραβαίνει έναν κανόνα ή χαλάει μια συνεργασία για να κάνει την αρπαχτή.

Ο ταβερνιάρης στην Πλάκα που σερβίρει σαβούρα στους τουρίστες αυτό κάνει: παραβαίνει την άτυπη σύμβαση του εστιάτορα με τον πελάτη, για να βγάλει καλό κέρδος στη μερίδα, με κίνδυνο ο πελάτης να μην ξαναέρθει. Πράττει απόλυτα ορθολογικά, γιατί ο τουρίστας είναι περαστικός και δεν θα ξαναερχόταν έτσι κι αλλιώς. Αυτό χαλάει τη γενική εικόνα της Αθήνας, αλλά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί η εικόνα διαμορφώνεται από όλες τις ταβέρνες μαζί, όχι από τη δική του.

Στον αντίποδα της καιροσκοπίας είναι η συμμόρφωση ή η συνεργασία. Η επιχείρηση που επενδύει στην ποιότητα, ο εργολάβος που αποθέτει τα μπάζα στη μακρινή επίσημη χωματερή αντί για το διπλανό χωράφι, ο συνεργάτης που δουλεύει σκληρά αντί να λουφάρει σε βάρος της ομάδας, ο επαγγελματίας που δεν φοροδιαφεύγει είναι στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων συνεργάσιμος (cooperator).

Οι ρίζες της συνεργασίας

Οι Έλληνες φέρονται πιο καιροσκοπικά από τους Σουηδούς ή και τους Γάλλους. Η διαφορετική συμπεριφορά δεν έχει μια μόνο αιτία. Υπάρχει πολιτισμική διαφορά νοοτροπίας. Παράλληλα η δομή των κινήτρων και των κυρώσεων συγκριτικά ευνοεί την αρπαχτή. Τα δύο επίπεδα (νοοτροπία - δομή) αλληλεπιδρούν μέσα από την ανοχή (δεν σε καταγγέλλω που φοροδιαφεύγεις) και τη δυσπιστία (σε ρίχνω, γιατί φοβάμαι ότι θα με ρίξεις).

Πού οφείλεται η πολιτισμική διαφορά στην έφεση για συνεργασία, και πόσο βαθιά είναι; Σε τέτοια ερωτήματα η συστηματική έρευνα και θεωρία διεθνώς τώρα ξεκινάει, ουσιαστικά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για την Ελλάδα η πιο ενδιαφέρουσα αφήγηση είναι του Στέλιου Ράμφου, για την «άπρακτη εξατομίκευση». Η ανθρωπολογία του προσώπου διαμορφώθηκε διαφορετικά σε εμάς από ό,τι στη Δύση. Εκεί «σκοπός του ατόμου είναι η εντός του ανακεφαλαίωση, ει δυνατόν, της συνολικής κοινωνικής και πνευματικής εξελίξεως – η εν ευαισθησία καθολικότης του ως ανθρώπου»9. Ο δυτικός άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει τους κανόνες της κοινωνίας – τους έχει εξατομικεύσει. Στους Έλληνες, όταν διασπάστηκαν οι συλλογικές δομές του μεσαίωνα, μείναμε στον ατομισμό χωρίς την εξατομίκευση.

Συναφής αλλά διακριτός παράγοντας ήταν η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών και των οικονομικών ιεραρχιών. Στη Δύση η φεουδαρχία, η μοναρχία και η Καθολική Εκκλησία με την αλληλεπίδρασή τους δημιούργησαν το απολυταρχικό κράτος που είχε την ευθύνη να καθοδηγεί την κοινωνία. Το κράτος αυτό το κληρονόμησε η αστική τάξη και ενίσχυσε τον καθοδηγητικό του ρόλο10. Παράλληλα, στη βιομηχανική επανάσταση αναπτύχθηκαν οι μεγάλες επιχειρήσεις-ιεραρχίες που έδιναν σταθερούς ρόλους σε εργάτες και υπαλλήλους. Αυτά δεν έγιναν στην Ελλάδα, που αποτίναξε το οθωμανικό κράτος, δεν το μετεξέλιξε, και που αντιστάθηκε στις οικονομικές ιεραρχίες.

Με άλλα λόγια, οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες δεν στηρίχτηκαν μόνο στην ελεύθερη αγορά και στα ατομικά κίνητρα. Στηρίχτηκαν σε ιεραρχικούς οργανισμούς (κάθετους κανόνες) και σε στρατηγικές συνεργασίας (οριζόντιους κανόνες). Ο πετυχημένος και ιδεολογικά ηγεμονικός καπιταλισμός είναι ελεύθερη αγορά ενσωματωμένη σε κοινωνία κανόνων και ευθύνης. Αλλιώς είναι ή ζούγκλα ή μικρομάγαζα. Εμείς δεν έχουμε αποδεχθεί ούτε τους κάθετους κανόνες ούτε τους οριζόντιους – ούτε πειθαρχούντες ούτε πειθαρχημένοι. Αν έχουμε αποφύγει τη ζούγκλα είναι γιατί έχουμε κρατήσει τα μικρομάγαζα.

Οι θεσμοί των καιροσκόπων

Η καιροσκοπική νοοτροπία εξηγεί γιατί αποτυχαίνουν οι συνεταιρισμοί και πετυχαίνουν οι συντεχνίες. Ο συνεταιρισμός διαχειρίζεται ένα συλλογικό αγαθό – για παράδειγμα, ένα συσκευαστήριο για τα αγροτικά προϊόντα των μελών του ή μια κρατική επιχορήγηση που δίνεται για να γίνει το συσκευαστήριο. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη και συμμόρφωση στους κανόνες τα μέλη κοιτάνε πώς θα κερδίσουν ο καθένας ρίχνοντας τη ζημιά στο συλλογικό αγαθό. Θα στείλουν στο συσκευαστήριο τη δεύτερη ποιότητα, αλλά το καλό θα το πουλήσουν ιδιωτικά – ή θα φάνε την επιχορήγηση χωρίς να επενδύσουν, γιατί δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο για συνεταίρο.

Η συντεχνία δεν έχει συλλογικό αγαθό, έχει συλλογική διεκδίκηση. Τα μέλη αναγνωρίζουν το κοινό συμφέρον στην κοινή επαγγελματική ταμπέλα, και διεκδικούν προνόμια κοινά μεν, αλλά που θα τα καρπωθούν ιδιωτικά. Είναι μια συνεργασία με χαμηλή επένδυση και ρίσκο, όπως αρμόζει σε σύνολα με χαλαρούς δεσμούς συνεργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύξαμε μερικούς αξιοθαύμαστους οικονομικούς θεσμούς, που όμως ξενίζουν τους δυτικής παιδείας τεχνοκράτες. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές, με το νομικό πλαίσιο που τις διέπει, ενισχύουν την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συναλλασσόμενους γιατί επιφέρουν άμεση κύρωση στον εκδότη της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να παρεμβάλλεται η γραφειοκρατία μιας τράπεζας. Ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη για τον αντισυμβαλλόμενο που επιλέγει. Το πρόσωπο, η φήμη, μετράει ιδιαίτερα. Είναι εντυπωσιακό ότι κανένας αποδέκτης μεταχρονολογημένης επιταγής δεν την εμφανίζει πρόωρα για πληρωμή, ενώ νομικά το δικαιούται. Αν το κάνει, η αγορά θα τον αποβάλει. Αυτόν τον θεσμό της ίσος-προς-ίσον χρηματοδότησης, με την ατομική και ονομαστική ευθύνη, θα πρέπει να τον διαφυλάξουμε, και όχι να θέλουμε να τον καταργήσουμε. Η ιεραρχική χρηματοδότηση των τραπεζών περιθωριοποιεί τη ατομική ευθύνη και ενισχύει τον καιροσκοπισμό.

Το μέλλον της συνεργασίας

Ο καιροσκόπος δεν είναι φύσει απατεώνας. Είναι «ορθολογικά εγωιστής». Θα συμμορφωθεί στους κανόνες όταν τον συμφέρει. Αν βρεθεί σε περιβάλλον όπου πλειοψηφούν οι συνεργάσιμοι και υπάρχουν κυρώσεις στην καιροσκοπία, τότε μετατρέπεται σε συνεργάσιμο11. Το πρόβλημα εδώ είναι ο φαύλος κύκλος. Αν το σύνολο ξεκινάει με πλειονότητα καιροσκόπων, πολύ δύσκολα θα συγκλίνει σε ένα καθεστώς συνεργασίας. Για αυτό μετράει τόσο πολύ η ιστορική κληρονομιά.

Στη Δύση η κληρονομιά ήταν υπέρ της συνεργασίας. Υπάρχουν όμως φόβοι ότι τις τελευταίες δεκαετίες φθείρονται οι θεσμοί και διογκώνεται ο ατομισμός. Οι αιτίες που αναφέρονται είναι πολλές, από τη διάβρωση της οικογένειας, τον καταναλωτισμό και τα ατομικά δικαιώματα μέχρι τον οικονομικό φιλελευθερισμό, την εισοδηματική ανισότητα και τις προσόδους. Μήπως εκεί που τείνουν οι Δυτικοί είμαστε ήδη εμείς; Μήπως είμαστε εικόνα από το δυστοπικό τους μέλλον;

Μια αντίρροπη τάση έρχεται από την τεχνολογία. Οι πλατφόρμες ενημέρωσης και συνεργασίας που καθιστούν διάφανη τη συνεισφορά του καθενός και άχρηστη την ιεραρχία επιτρέπουν για πρώτη φορά στην ιστορία να δημιουργούνται συλλογικά προϊόντα με καταμερισμό ατομικής ευθύνης. Δίνουν ένα πλαίσιο συνεργασίας για καιροσκόπους· π.χ. δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε μοναχικό προγραμματιστή να πουλήσει υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα δίνουν μεγάλη δύναμη στην εθελοντική προσφορά του ελεύθερου χρόνου (λ.χ. Wikipedia) και επιτρέπουν τη συντήρηση μερικών συλλογικών αγαθών χωρίς μεγάλες προσωπικές θυσίες. Μήπως ο ελληνικός ατομισμός βρει τώρα μια δημιουργική θέση στην παγκόσμια οικονομία;

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ


Κλείνω με λίγα προλεγόμενα σε μια μεγάλη συζήτηση.

Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους, είτε για να τα αλλάξει.

Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα πετυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχθούμε την ιδιομορφία.

Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε.

Δεν έχουμε μεγάλες επιχειρήσεις στα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά. Θα ενισχύσουμε τη συγκέντρωση του κεφαλαίου εκεί, και με ποιο τρόπο; Να ένα ερώτημα-αγκάθι για όλο το ιδεολογικό φάσμα. Και αν ναι, πώς θα αποτρέψουμε την προσοδοθηρία και τον καιροσκοπισμό που εισχωρούν σε όλες τις μεγάλης κλίμακας προσπάθειες στη χώρα μας;

Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους. Το αναπτυξιακό λογοπλαίσιο να διαμορφωθεί πάνω στη μικρή κλίμακα.

Ο καθείς και τα όπλα του.

Πέμπτη, Ιουνίου 03, 2010

«Το μεγάλο τρίγωνο των τελευταίων 35 ετών ήτανε διαδηλώσεις, απεργίες, πορείες, τραγούδι πολύ και καγιέν», Στέλιος Ράμφος




ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΘΑΝΑΣΗΣ ΛΑΛΑΣ KAI ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΟΓΔΑΝΟΣ



Σας καλημερίζω. Χαίρομαι πάρα πολύ που είσαστε εδώ και ειδικά που είσαστε εδώ μια μέρα όπως η σημερινή.
«Το καλύτερο…».

Τι σημαίνει για εσάς η 21η Απριλίου;
«Σημαίνει ένα κλειδί για να καταλάβουμε τη σημερινή κρίση. Καταλαβαίνουμε ότι είμαστε τόσο ανατολίτες ώστε να κάνουμε δικτατορίες και ταυτοχρόνως χρεοκοπίες. Διότι το κυνήγι το απόλυτου φέρνει χρεοκοπίες και δικτατορίες. Το ενδιάμεσο είναι που σώζει. Αλλά το ενδιάμεσο δεν το ξέρουμε. Ή δεν θέλουμε να το μάθουμε. Όλο το ταλέντο είναι να κάνεις το ενδιάμεσο συναρπαστικό. Όλα τα άλλα δεν θέλουν ταλέντο. Γιατί είναι φυσικά. Όπου υπάρχει φύση, δεν υπάρχει ταλέντο»....

Πότε καταλαβαίνετε για πρώτη φορά την έννοια Έλληνας;
«Την κατάλαβα στα σοβαρά όταν πήγα στο Παρίσι. Όπως συμβαίνει με όλους μας. Όταν φεύγουμε από την Ελλάδα, καταλαβαίνουμε στα σοβαρά τι χάσαμε. Αν το χάσαμε ή αν μας έχασε. Τότε το κατάλαβα. Και πώς το κατάλαβα μάλιστα; Από την περηφάνια που νιώθω στο πανεπιστήμιο όταν όλοι μιλάνε για τους Έλληνες. Άλλα ποιους Έλληνες; Τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη… Και τον καιρό εκείνο εν πάση περιπτώσει επίσης λίγο για τον Παπαδόπουλο. (γέλια) Επειδή ήταν η περίοδος τότε. Οπότε υπήρχε και αυτό. Από εκεί είναι που το παίρνεις πάνω σου και λες κάτι είμαι. Αλλά αλίμονο όταν προσγειωθείς πίσω».

Πιστεύετε ότι έχει σχέση αυτό που κάποιοι θεωρούν σαν Έλληνα με αυτό που βλέπουμε εμείς γύρω μας σήμερα; Υπάρχει μια συνέχεια σ’ αυτό ή υπάρχει μια ασυνέχεια;
«Υπάρχει μια συνέχεια υπό την έννοια ότι το παλιό είναι η ψευδαίσθηση του τώρα. Μας χρησιμεύει ως ψευδαίσθηση ζωτική. Μα όταν η ουσία είναι η ψευδαίσθηση, τότε γίνεται κι ο λόγος της χρεοκοπίας. Ένα φαγοπότι 35 ετών είναι φαγοπότι ψευδαισθήσεων και ο πραγματικός λογαριασμός έρχεται τώρα. Το γλέντι στήθηκε πάνω στη βάση του ότι η βασιλεία των ουρανών είναι εντός ημών. Δηλαδή στο τραπέζι επάνω, στις ψησταριές. Στο τραγούδι και στις διαδηλώσεις. Γιατί το μεγάλο τρίγωνο των τελευταίων 35 ετών ήτανε διαδηλώσεις, απεργίες, πορείες, τραγούδι πολύ και καγιέν. Αυτό το μεγάλο τρίπτυχο ήτανε εκείνο που καλούμαστε τώρα και είναι λογικό ένας λογαριασμός να πρέπει να πληρωθεί».

Γιατί αυτός ο συγκεκριμένος λαός κάνει αυτού του είδους τη συμπεριφορά και δεν την έχει ο Ιταλός, δεν την έχει ο Γερμανός, δεν την έχει ο Γάλλος;
«Μια στιγμή. Ο νότιος Ιταλός την έχει».

Ο νότιος ναι, έχετε δίκιο. Γιατί ο Nότος λοιπόν;
«Ο Βορράς, λοιπόν, η βόρεια Γαλλία, αλλά όχι η Πορτογαλία, η Ισπανία, η νότια Ιταλία, η Ελλάδα κ.τ.λ., έχει αυτήν τη συμπεριφορά, γιατί κατάφερε στην ιστορία του ένα πράγμα: να ταιριάξει το αίσθημα με τη λογική. Κάνοντας λογική το αίσθημα μόνο σε φαγοπότι αντέχεις ή σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Ή κάνεις πολέμους και κινείσαι με τρόπο τέτοιο ώστε την επομένη να μπορείς να αλληλοσφάζεσαι με τη μεγαλύτερη ευκολία. Και ακριβώς επειδή το συναίσθημα είναι το κυρίαρχο, έχεις χάσει το πρίσμα με το οποίο αρχίσαμε και το οποίο είναι στο ενδιάμεσο. Το ενδιάμεσο είναι η ζωή. Το συναίσθημα είναι τα άκρα. Έχοντας φτάσει λοιπόν στα άκρα το μόνο που σου μένει είναι ή να αυτοκτονήσεις ή να πέσεις στο κενό. Εμείς προτιμήσαμε το φαγητό. (γέλια) Έτσι έγινε η ιστορία».

Να αναλύσουμε λιγάκι το φαγοπότι. Τι χάνει κάποιος όταν είναι πεσμένος με τα μούτρα για 35 χρόνια στο φαγοπότι και τι κερδίζει; Υπάρχει κέρδος από το φαγοπότι; Τι κερδίσαμε σαν άνθρωποι, σαν λαός από αυτή τη μανία της γιορτής;
«Κερδίζουμε μια ψευδαίσθηση του παρόντος. Γιατί το φαγοπότι είναι στο παρόν. Ούτε στην πείνα της προηγουμένης ούτε στον λογαριασμό της επομένης. Και θέλω να πω ότι ένα μεγάλο φαγοπότι και μια έμφαση στο παρόν είναι εκείνα που αποτελούν πρόβλημα για τους λαούς που είπαμε πριν, για λαούς χωρίς διάρκεια και χωρίς προοπτική. Οπότε το μόνο που τους μένει ως διάρκεια είναι θλιβερές διαδικασίες, οι οποίες πληρώνονται πολλαπλά αφού δεν υπάρχουν προοπτικές. Και αυτό το πράγμα κοστίζει. Όταν το παρόν αρχίζει να μεταβάλλεται σε αιωνιότητα, τότε πρέπει να αρχίσουμε να κοιτάμε πού είναι ο πιο κοντινός ψυχίατρος».

Τι αφήσαμε πίσω μας παίρνοντας την απόφαση να ζήσουμε έτσι αυτά τα 35 χρόνια;
«Δεν ξέρω αν αφήσαμε τίποτα. Νομίζω ότι η μόνιμη δίψα για αιωνιότητα μετατράπηκε σε φαγοπότι 35 ετών χωρίς να γνωρίζουμε ότι υπάρχει συνέχεια. Νομίζαμε ότι δεν υπάρχει συνέχεια. Και όταν νομίζεις ότι δεν υπάρχει μετά, απολαμβάνεις το τώρα άνευ ορίων και όρων. Αυτό παίχτηκε και αυτό τώρα καλούμαστε λογικά να πληρώσουμε. Με μια διαφορά, ότι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν ενδιαφέρεται να μάθει για ποιους λόγους έγινε, αλλά θέλει να εισπράξει την επιταγή. Και εκεί θα έχουμε πλέον την επόμενη φάση…».

Αυτή η επιταγή είναι υπενθύμιση ότι το συναίσθημα πρέπει να πηγαίνει παρέα με τη λογική;
«Είναι μια υπενθύμιση και μια ευκαιρία αυτή τώρα της κρίσεως. Ζούμε μια μεγάλη ιστορική ευκαιρία».

Η οποία πού μπορεί να μας οδηγήσει;
«Σε αυτού του είδους τον δημιουργικό συνετισμό».

Άρα ζούμε μια εποχή που τώρα αναγκάζεται το συναίσθημα να κάνει πρόταση γάμου στη λογική.
«Για λόγους συναισθηματικούς καθαρά. Έχει ενδιαφέρον γιατί μπορεί να είναι και παγίδα. Αν σκεφτούμε σοβαρά τους συναισθηματικούς λόγους, τότε θα γίνει δουλειά. Αν συναισθηματικά πειθαρχήσουμε, καήκαμε γιατί θα γίνουνε πάλι τα ίδια από την αρχή. Και μην ξεχνάμε το εξής. Ότι με την ίδια ψυχολογία απολύτου έγινε η 21η Απριλίου».

Γίνετε λίγο πιο αναλυτικός.

«Αν ακούσει κανείς την πρώτη εκείνη ομιλία του Παπαδόπουλου, συνειδητοποιεί ότι και εκεί έλεγε ότι βγαίνουμε από τη χαώδη κατάσταση κ.λπ., πως ένας γύψος, εν πάση περιπτώσει, ετοιμάζεται για τον κόσμο. Με την ίδια αίσθηση της απολύτου λύσεως γίνεται καθετί, το οποίο αφού τελειώνει με την καταστροφή του Κυπριακού για λόγους συνετισμού μεταβάλλεται στο τρίγωνο καγιέν-απεργία- τραγούδι. Όπου έχει την άλλη λογική, αλλά το ίδιο υπόβαθρο γι’ αυτό που ζούμε σήμερα. Ο ίδιος ψυχισμός ευθύνεται για την 21η Απριλίου και για το 2010. Έχει μεγάλη σημασία να το καταλάβουμε. Υπάρχει μια παγίδα από κάτω. Η ίδια ψυχική απαίτηση, το ίδιο λογικό βάθος είναι εκείνο που μπορεί να οδηγεί δύο καταστάσεις μισούμενες απολύτως, διότι καγιέν, τραγούδι, διαδηλώσεις μισιούνται με την κατάσταση 21η Απριλίου, αλλά που βαθύτεροι λόγοι ψυχικοί τις κάνουν να συγκλίνουν σε μια λογική τέτοια που οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο μια χώρα. Δεν είναι τυχαίο αυτό. Αν αρχίσουμε και σκεφτόμαστε πώς ακριβώς ο συναισθηματισμός και η επιπολαιότητα μπορούν να συνεργαστούν σε θανάσιμο βαθμό και να οδηγήσουν τα πράγματα εκεί που είναι σήμερα, τότε ίσως υπάρξει κάτι ενδιαφέρον για μας. Θεωρώ ότι υπό τέτοιες συνθήκες μπροστά μας είναι μια τεράστια ιστορική ευκαιρία».

Γιατί σημειολογικά κρατάτε αυτά τα τρία στοιχεία, δηλαδή καγιέν, τραγούδι, διαδηλώσεις; Αυτά τα τρία σημεία…

«Είναι σύμβολα απολυτότητας συναισθήματος. Με το καγιέν είσαι μοναδικός, με το τραγούδι εκφράζεσαι. Και με τη διαδήλωση πολιτικοποιείσαι και εκφράζεις την ευθύνη σου απέναντι στα τεκταινόμενα παγκοσμίως και εν Ελλάδι. Οπότε ολοκληρώνεται η εικόνα σου. Ό,τι κάνουμε στην Ελλάδα επειδή γίνεται για λόγους συναισθηματικούς έχει μιαν απόληξη. Ποια είναι η απόληξη; Η ανάγκη συμπτώσεως φαντασιώσεως με εικόνα. Η εικόνα μας φτιάχνεται έτσι όπως τη θέλουμε και φτιάχνοντας την εικόνα έτσι όπως τη θέλουμε φτιάχνουμε και μια πραγματικότητα την οποία παρακολουθούμε μέχρι να έρθει η ώρα του λογαριασμού».

Είναι σαν να μου λέτε ότι ο Έλληνας έχει ένα μεγάλο πρόβλημα μεταξύ τριών λέξεων. Του θέλω, του μπορώ και του πρέπει. Έχουμε ένα ανεξέλεγκτο θέλω που πολλές φορές το φτιάχνουμε εντελώς φαντασιακά…

«Μόνο έτσι γιατί το φτιάχνουμε χωρίς πρέπει. Το ενδιαφέρον του θέλω μας είναι ότι δεν έχει πρέπει. Το ενδιαφέρον του θέλω του Γερμανού είναι ότι έχει πρέπει».

Άρα δεν καταλάβαμε ποτέ ότι αυτό που θέλαμε το κάναμε με δανεικά. Άλλων ήταν τα λεφτά.
«Είναι ο δρόμος που μας οδηγεί η θρησκευτική πίστη. Γιατί η πίστη υποβάλλει ένα θέλω χωρίς λογική. Επομένως, όπου η πίστη είναι πανίσχυρη υπάρχει ένα θέλω αναρχικό από πίσω που ακολουθεί και το οποίο όταν είναι αναρχικό εύκολα οδηγεί στο μηδέν. Ο ελληνικός αναρχομηδενισμός, με την καλή έννοια, όχι την τρομοκρατική, έχει να κάνει ακριβώς με ένα θέλω αχαλίνωτο. Αυτό είναι και το ζητούμενο του καινούργιου μου βιβλίου. Αυτό είναι το αδιανόητο τίποτα».

Άρα ουσιαστικά είναι αυτό: ο νεοελληνικός μηδενισμός και πώς ερμηνεύεται.
«Τον ερμηνεύω πλέον με δεδομένα από τον 4ο έως τον 14ο αιώνα. Δηλαδή πώς χτίζεται, πώς θεμελιώνεται μέσα σε μια μεγάλη ασκητική παράδοση, η οποία χτίζει έναν νέο άνθρωπο και ταυτοχρόνως δημιουργεί τις προϋποθέσεις για παρεκβάσεις. Όπως ένα θέλω χωρίς σκέψη. Ένα θέλω με συναίσθημα από πίσω βαθύ. Επομένως εκεί, Θεός φυλάξοι». (γέλια)

Αν υπάρχει Θεός.

«Δεν έχει σημασία. Υπάρχει ακριβώς επειδή υποβάλλει το θέλω χωρίς σκέψη. Δεν είναι αντικειμενικό δεδομένο πλέον, είναι ένα βαθύ βίωμα γύρω από το οποίο φτιάχνω τον ψυχισμό μου και τις ανάγκες μου. Γιατί η πραγματική ύπαρξη τέτοιων μεγεθών έχει να κάνει με την εμβέλεια που έχουν στην ψυχή μας και όχι με την αντικειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να τους αποδώσουμε».

«Η δυσκολία είναι στο να σκεφτούμε»

Το μηδενικό πώς μπορεί να γίνει μονάδα;
«Αν το τίποτα γίνει κάτι. Αν πάρουμε στα σοβαρά το τίποτα. Αν αρχίσουμε να λογαριάζουμε την αδυναμία μας, τον εξευτελισμό μας, το χάλι μας. Γιατί το τίποτα γίνεται κάτι αν πάρουμε σοβαρά το χάλι μας. Και είναι αυτό που έχουμε ανάγκη. Και έχει ενδιαφέρον πώς τότε πια το αδιανόητο τίποτα γίνεται δημιουργική κατάσταση. Υπάρχει για τον καθένα μας ένα έτερο ήμισυ. Το οποίο είναι η καλή μας εκδοχή. Και όλο το θέμα είναι ποιος από τους δύο εαυτούς έχει το πάνω χέρι. Ε, εκεί παίζουν ρόλο και έχει σημασία τι θα κάνουν οι θεσμοί, τι θα κάνουν οι πολιτικοί. Γιατί αν οι πολιτικοί εκφράζουν το κακό ήμισυ, πάει αλλού το πράγμα».

Για ποιο λόγο είναι πιο εύκολο ο άνθρωπος να ακολουθήσει την ευκολία από τη δυσκολία;

«Διότι για να ακολουθήσουμε τη δυσκολία δεν χρειάζεται σκέψη. Μας τραβάει το συναίσθημα. Και επειδή είπαμε πριν ότι το κόλλημα είναι στη σκέψη, δεν έχουμε πλέον και πολλά πράγματα. Η δυσκολία είναι στο να σκεφτούμε. Αν δεν σκεφτούμε, η ευκολία είναι ο δρόμος. Ε, και η ευκολία έχει ένα κόστος, το οποίο όμως δεν είναι μόνο τώρα. Είναι λίγο αργότερα».

«Να προσέξουμε πάρα πολύ είναι την έπαρσή μας στο συναίσθημα- Μέχρι τώρα το είχαμε κάνει άλλοθι»

Το συναίσθημα δεν βάζει ποτέ εμπόδια που πρέπει να ξεπεράσουμε;

«Το συναίσθημα βάζει εμπόδια στο μέτρο που τα πράγματα γίνονται δύσκολα – καλή ώρα. Το μυαλό βάζει εμπόδια κάθε φορά γιατί μας ζητάει να διακρίνουμε. Ενώ το συναίσθημα είναι αδιάκριτο. Και γι’ αυτό είναι νόστιμο. Και γι’ αυτό είμαστε και εμείς πολιτισμικά συναισθηματικοί, βιαστικοί, αδιάκριτοι και φαγοπότηδες».

Τι είναι αυτό που μας κάνει να είμαστε διαφορετικοί από τους Γερμανούς; Είναι θέμα νοοτροπίας; Είναι γεωπολιτικό; Είναι το ότι είμαστε μεσογειακοί που δημιουργεί αυτήν τη διαφορά ή είναι κάτι άλλο;

«Η πρώτη εντύπωση που έχει κανείς είναι ότι οι βόρειοι λαοί είναι ψυχροί. Και είναι ψυχροί γιατί έχουν και σκέψη. Και όταν περνάει κάτι από τη σκέψη παγώνει. Αλλά αυτό δεν απηχεί στην πραγματικότητα. Γιατί εκεί γεννώνται τα μεγάλα έργα τέχνης. Εκεί έχουμε τον Beethoven, τον Bach, τους μεγάλους ποιητές. Άρα δεν είναι η ψυχρότης του τύπου που εισπράττουμε στον δρόμο. Στον δρόμο μπορεί να εισπράξουμε είτε μια επιφύλαξη είτε μια ανάγκη περισκέψεως. Σε αυτό τους βοηθάει η ίδια τους η θρησκευτικότητα, η ίδια τους η κουλτούρα, όπως είπατε, η ίδια τους η νοοτροπία. Τι είναι η νοοτροπία τώρα. Η νοοτροπία είναι μια ζωή που έχει γίνει συνήθεια. Γι’ αυτό αλλάζει. Άρα μπορούμε να ελπίζουμε, αρκεί να καταλάβουμε τους μηχανισμούς πλέον του τι μεταβάλλουμε σε συνήθεια εμείς. Και αυτό θα το καταλάβουμε αν βγούμε από τη σφαίρα της φύσεως και πάμε στη σφαίρα των σκοπών. Οι Γερμανοί λοιπόν και οι βόρειοι έκαναν και θρησκευτικές επιλογές αντίστοιχες. Ο προτεσταντισμός τους παίζει μεγάλο ρόλο στην ψυχραιμία με την οποία αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Ενώ οι ορθόδοξοι είναι κάτι διαφορετικό. Ο προτεσταντισμός τους λαμβάνει υπόψη την ανάγκη ενός διαμορφωμένου εγώ, όχι με την έννοια του εγωισμού, με την έννοια της οντότητας. Πράγμα το οποίο για εμάς ήταν μονίμως καταστροφικό. Εμείς έπρεπε να είμαστε μονίμως ταπεινοί και σεμνοί. Ταπεινοί βαθύτερα με την έννοια του να έχουμε μια απώλεια εαυτού για να πλησιάσουμε τον Θεό. Τότε μοιραία το μόνο που σου μένει είναι να αγαπάς όπως μισείς, δηλαδή αδιακρίτως. Το πρόβλημά μας είναι ότι αγαπάμε όπως μισούμε. Είμαστε αδιάκριτοι στο συναίσθημα επειδή είναι μόνο του. Η διάκριση του βορείου επειδή είναι προτεστάντης ή επειδή είναι πιο σύγχρονος καθολικός, όπως οι Γάλλοι, του δίνει τη δυνατότητα διαφορετικής στάσεως απέναντι στα πράγματα. Ενώ ο νότιος, ο παλαιο-καθολικός ή ο ορθόδοξος, έχει μια συναισθηματική αδιακρισία η οποία μετράει σε αυθεντικότητα σε μέτρο εκρηκτικό. Ένα θέμα που πρέπει να προσέξουμε πάρα πολύ είναι η έπαρσή μας στο συναίσθημα. Μέχρι τώρα το είχαμε κάνει άλλοθι».

Αυτό τον ρόλο ποιος θα τον παίξει; Ποιος θα μας κάνει να είμαστε πιο προσεκτικοί σε αυτό το θέμα; Οι πολιτικοί ή οι ηγέτες γενικότερα;

«Οι πολιτικοί σε αυτό το θέμα είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης».

«Ψάχνουμε για εχθρούς επειδή δεν έχουμε τρόπο να καταλάβουμε ποιοι είμαστε»

Πού είναι οι πνευματικοί άνθρωποι;
«Αυτό είναι το μεγάλο μας έλλειμμα. Μας λείπει εξίσου με τον ατομικό μας εαυτό. Σε επίπεδο θεσμικό το έλλειμμα αυτό μεταφράζεται σε έλλειψη ηγεσίας. Δεν εννοώ ανθρώπους που γράφουν βιβλία κ.λπ. Σημαίνει άνθρωποι που σκέφτονται με βάση πραγματικά προβλήματα. Δηλαδή, αυτά που συζητάμε έπρεπε να είναι το κεντρικό θέμα των πανεπιστημίων. Η αυτογνωσία ενός έθνους. Γιατί το πρόβλημά μας είναι ότι κινούμαστε ακατάπαυστα και αχαλίνωτα χωρίς να ξέρουμε ποιοι είμαστε ούτε πού πάμε. Αυτό το πράγμα έπρεπε να γίνεται στην παιδεία με μια σειρά από έργα και με παράδοση πνευματική η οποία μας φωτίζει. Οι διάφοροι Γκαίτε τι έδιναν; Μιαν αυτογνωσία και έναν σκοπό σε αυτούς τους λαούς. Αυτό το πράγμα λείπει σε μας. Έχουμε ένα βαθύ κενό εαυτού, το οποίο καλούμαστε να γεμίσουμε με ιδέα για τον εαυτό μας. Η οποία μεταβάλλεται σε μανιοκαταδίωξη,γιατί κάθε τόσο λέμε ότι όταν “εκείνοι” τρώγανε βελανίδια, “εμείς” χτίζαμε Παρθενώνες και ότι κάθε τόσο κάποιοι συνωμοτούν εναντίον μας. Αυτά είναι μανιοκαταδιωκτικά φαινόμενα, επειδή ακριβώς δεν έχουμε σαφή εικόνα εαυτού. Ο άνθρωπος που πάσχει από μανιοκαταδιώξεις αγνοεί πλήρως τον εαυτό του, αλλά φροντίζει να έχει εχθρούς για να τον καταλάβει. Ψάχνουμε για εχθρούς επειδή δεν έχουμε τρόπο να καταλάβουμε ποιοι είμαστε. Και εκεί είναι η μεγάλη παγίδα. Έχω γράψει ένα βιβλίο που λέγεται ο “Καημός του Ενός”. Καημός σημαίνει ο καημός να έχεις εαυτό. Είναι το μεγάλο πρόβλημα. Το μεγάλο πρόβλημα της κοινωνίας μας είναι ο άπρακτος εαυτός. Και η αντικατάσταση του άπρακτου εαυτού με ψευδαισθήσεις και φαντασιώσεις. Επομένως είναι πάρα πολύ απλό σε έναν μηχανισμό φαντασιώσεων να ξοδεύεις με τις Ουκρανές στα club της Eθνικής Oδού και να αρχίζεις το ατελείωτο φαγοπότι. Διότι εισπράττεις εαυτό απέξω. Επειδή εισπράττουμε εαυτό απέξω, το ρίχνουμε στο φαγοπότι και λέμε υπάρχουμε. Ορθά γίνονται έξω φρενών οι Γερμανοί οι οποίοι λένε, εμείς από τα βαθιά χαράματα δουλεύουμε και οι άλλοι είναι στα καφενεία και απολαμβάνουνε. Τι θα γίνει με αυτούς; Αν κάποιος έλεγε αυτά που λέω σε μια διάσκεψη κορυφής, θα είχε άλλη τύχη. Θα τους βοηθούσε να καταλάβουν το ελληνικό πρόβλημα».

«Εμείς φτιάξαμε ένα κράτος για να το αρμέγουμε και όχι για να λειτουργεί ως κράτος»

Γιατί εδώ είτε μιλάς για τον αγρότη ο οποίος παίρνει τις επιχορηγήσεις και τις κάνει τριώροφα ή Mercedes είτε μιλάς για τον νεόπλουτο ο οποίος νομίζει ότι, επειδή μέσα από μια διαδικασία μιζών απέκτησε κάποια χρήματα, όλα αυτά είναι δύναμη. Ενώ για να γίνουν δύναμη πρέπει να διοχετευτούν, να παράγουν ένα καινούργιο έργο…

«Και προσοχή τώρα. Ο λόγος για την καινούργια φοροδιαφυγή θα είναι ο θιγμένος μας εαυτός. Τα φορολογικά μέτρα δεν μας κάνουν απλώς φτωχότερους. Μας θίγουν τον εαυτό. Ε, εκεί θα γίνει της μουρλής».

Της κακομοίρας.

«Δεν είναι κανείς διατεθειμένος να χάσει εαυτό. Αν μπορούσε να πληρώσει και να το διατηρήσει θα το έκανε».

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλο αυτό το πρόβλημα που ζούμε είναι ένα μεσαιωνικό αποτέλεσμα;
«Ναι. Και η πρακτική του εκδοχή έχει σχέση με το πρόβλημα συγχύσεως του πιλότου μεταξύ γης και ουρανού. Πέφτουμε στον γκρεμό και νομίζουμε ότι ο οδηγός πάει στον ουρανό. Αυτό είναι το πρόβλημα αυτήν τη στιγμή. (γέλια) Το πρόβλημα της συλλογικής συγχύσεως έχει να κάνει ακριβώς με το πρόβλημα ενός ιδιότυπου αποπροσανατολισμού. Φουντάρουμε και νομίζουμε ότι πηγαίνουμε πάνω. Αυτό φυσικά είναι αποτέλεσμα μιας παλιάς θρησκευτικής διαμάχης, όπου πλέον ο άνθρωπος συνδέθηκε πλήρως με τη χάρη του Θεού παραιτούμενος από το πνεύμα του. Η άμεση συνέχεια ήτανε ότι έγινε η επιλογή των Τούρκων. Γιατί εμείς επιλέξαμε τους Τούρκους. Μην ξεχνάμε τη φράση: “Καλύτερα φακιόλι τουρκικό παρά τιάρα παπική”. Η ομάδα των φιλότουρκων ήταν εκείνη που παρέδωσε την Πόλη στους Τούρκους. Τα 400 χρόνια στερέωσαν αυτή την προαποφασισμένη κατάσταση. Και από κει και πέρα το νεοελληνικό έθνος ήταν εκείνο το οποίο έδινε τη δυνατότητα της επιβιώσεως σε αυτό το σχήμα αλλά με τρόπο δραματικό. Ποιος ήταν αυτός ο δραματικός τρόπος; ΒΑπό τη στιγμή που ξεκολλάς από την Oθωμανική Aυτοκρατορία έπρεπε να κάνεις ένα κράτος. Και το κράτος απαιτεί μια άλλη νοοτροπία. Εμείς φτιάξαμε ένα κράτος για να το αρμέγουμε και όχι για να λειτουργεί ως κράτος. Και το κράτος το πραγματικό το παίζει η οικογένεια και το χωριό. Γίνεται αίμα και τόπος. Και υπονομεύουν το αίμα και ο τόπος το κράτος. Γιατί διαμορφώνεται κατ’ ανάγκη μια πελατειακή σχέση τέτοια που για να υπάρχει κράτος με τους πολιτικούς πρέπει οπωσδήποτε να εξυπηρετούνται οι νοοτροπίες των πολιτών. Οι οποίες είναι: αίμα και τόπος. Αυτό είναι η μόνιμη κρίση του ελληνικού κράτος, αυτή είναι η αποτυχία του Καποδίστρια και θα είναι η αποτυχία του σωστού Καλλικράτη αν δεν ληφθούν υπόψη οι προεκτάσεις αυτού του τύπου».

Οι οποίες είναι;
«Οι προεκτάσεις αυτού του τύπου είναι ότι δεν πρόκειται απλώς για συνένωση περιφερειών, αλλά για την αποκοπή από τη στενή εντοπιότητα του πολίτη. Και αυτό είναι κρισιμότατο. Δεν είναι απλώς λίστες και τέτοια πράγματα».

Άρα εδώ πέρα πρέπει να αλλάξει ένα ιστορικό δεδομένο. Μπορεί να αλλάξει αυτό το ιστορικό δεδομένο αφού δεν έχουμε ζήσει Αναγέννηση; Γιατί η Αναγέννηση μετά τον Μεσαίωνα ήρθε να ξαναβάλει στο παιχνίδι τον άνθρωπο. Που άνθρωπος σημαίνει σκέψη.

«Σημαίνει ατομικότητα, συνείδηση, ευθύνη κ.λπ. Αυτό έχει αποκλειστεί από την κουλτούρα μας θεολογικά, δογματικά. Η ίδια η Εκκλησία πληρώνει με την παρακμή της, ως διοικητική κατάσταση, αυτό που αποφάσισε και δεν δέχεται τρόπους οι οποίοι θα τη διευκολύνουν. Για παράδειγμα, επιλέγει να μην παραιτηθεί από τα δόγματα, να μη δεχτεί τη δυνατότητα μιας ελεύθερης ερμηνείας. Μια ελεύθερη ερμηνεία, χωρίς το δόγμα να πάθει τίποτα, αυτομάτως διευκολύνει μια κινητικότητα του πνεύματος που δίνει περιθώρια μιας άλλης ζωτικότητας’BB.

Μέσα από αυτά τα κλειδιά που δίνετε μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον τρόπο με τον οποίο ουσιαστικά αρνούμαστε να δώσουμε τη δυνατότητα στο κράτος να λειτουργεί σαν ένας μηχανισμός μέσα στη ζωή μας. Άρα με αυτή την έννοια, τα μέτρα που παίρνουμε σήμερα μάλλον δεν θα οδηγήσουν σε λύση.
«Αν δεν υπάρξει μια ανθρωπολογική λύση, δηλαδή κάποιος να λέει του αρμοδίου του ποια είναι η προέκταση του προβλήματος, θα έχει χαθεί το παιχνίδι».

Για παράδειγμα, γιατί ο Έλληνας αποφασίζει να φοροδιαφύγει;
«Διότι το κράτος είναι μια αφηρημένη οντότητα που απαιτεί ευθύνη και σκέψη, ενώ το αίμα δεν ζητάει. Η οικογένεια δεν μας ζητάει σκέψη, μας ζητάει ένστικτο. Και τα δίνουμε όλα για την οικογένεια αλλά για το κράτος… η γνωστή φράση, “καθαρό σπίτι, σκουπίδια στον δρόμο”. Αυτή είναι εμβληματική πραγματικότητα η οποία δείχνει πόσο κακή σχέση έχουμε με τη δημόσια πραγματικότητα. Επομένως, η φυσιολογική απόρροια μιας ρήξεως με τη δημόσια πραγματικότητα, δηλαδή με το ότι δεν θέλουμε να είμαστε πολίτες, έγκειται στον μόνιμο πόλεμο με το κράτος. Ζούμε μονίμως πόλεμο με το κράτος. Άρα και το παρασύρουμε εκεί που θέλουμε. Γιατί η εξουσία προκειμένου να κερδίσει οφείλει να ακολουθήσει τα γούστα μας».

«Το δράμα με μία χώρα η οποία δεν έχει μια καλλιεργημένη παιδεία είναι ότι δέχεται δανεικές λογικές»

Πιστεύουν ορισμένοι ότι μερικές φορές όταν θα μιλήσεις με έναν επιστήμονα, με έναν διανοητή, με έναν φιλόσοφο, με έναν άνθρωπο τέλος πάντων που σκέφτεται, θα πει πράγματα που επειδή εσύ δεν έχεις την «εκπαίδευση», δεν μπορείς να καταλάβεις. Μ’ αρέσει πάρα πολύ που μιλώντας μαζί σας καταλαβαίνουμε πράγματα που συμβαίνουν μέσα μας, τα οποία είναι απλά και δεν χρειάζεται να βυθιστείς μέσα σε μια βιβλιογραφία για να βρεις την αλήθεια. Γιατί η αλήθεια στην πραγματικότητα είμαστε εμείς οι ίδιοι, αρκεί να την κοιτάξουμε.
«Ξέρετε, όλη η δυσκολία στα πράγματα έχει να κάνει με τη λογική που υιοθετούμε. Τα πράγματα χάνονται ή κερδίζονται στη λογική τους. Το δράμα με μία χώρα η οποία δεν έχει μια καλλιεργημένη παιδεία είναι ότι δέχεται δανεικές λογικές. Γιατί ακριβώς είναι ισχυρότερη η δύναμη του ενστίκτου από την απλή λογική που θέλει να σου επιβάλει μέτρα χωρίς να έχει καταλάβει τη λογική σου. Αν ήξερε ο υπάλληλος του ΔΝΤ ποιος είσαι εσύ, τότε θα μπορούσε να σε χειριστεί καλά, αλλά όταν έρθει απλώς για να επιβάλει μέτρα, τότε βρίσκεται σε δύσκολη θέση γιατί το βράδυ τον πας στο κέντρο, τον περιποιείσαι, όπως πρέπει να τον περιποιηθείς, τον βάζεις στη γιορτή και λέει, “έχω χάσει τη ζωή μου”».

Λέει, τι κάνουμε εκεί στη Νορβηγία. (γέλια) Εδώ είναι η ζωή, ρε. Δίκιο είχανε.

«Δεν υπάρχει αμφιβολία. Έτσι γίνεται κατά σύστημα. Όπως αυτό που λέτε είναι πράγματι πολύ σοβαρό και αξιοπρόσεκτο θέμα. Όταν ο Έλληνας πηγαίνει στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία προκόβει πάρα πολύ καλά. Γιατί; Γιατί το θεσμικό σύστημα του λέει βασίσου στον εαυτό σου. Εκείνο το οποίο μας απαγορεύει η κουλτούρα μας είναι να βασιστούμε στον εαυτό μας».

Γι’ αυτό θέλουμε και να απομυζήσουμε και το κράτος.

«Τα βάζουμε λοιπόν με το κράτος, με τη διαφθορά, γιατί εκεί εκδικούμαστε το ότι μικροί μαθαίναμε να αποστηθίζουμε, άρα να μην έχουμε εαυτό, γιατί μαθαίναμε στο σχολείο να επισκέπτεται ο πατέρας τον δάσκαλο και να φροντίζει ο δάσκαλος να μας συμπεριφέρεται με ηπιότερο τρόπο… Μέσα σε ένα θεσμικό σύστημα που επειδή δεν σου ζητάει εαυτό, σου ζητάει τον πλάγιο τρόπο δεν μπορεί ένας άνθρωπος να μεγαλώσει. Γι’ αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πεμπτουσία της ελληνικής διεξόδου έγκειται στο να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου θα μπορεί ένας άνθρωπος να πετυχαίνει στην κοινωνία όπως θα πετυχαίνει στη Γαλλία. Όταν ο Ρωμιός δεν χρειαστεί να περάσει απ’ όλους αυτούς τους τεμενάδες, τις προσαρμογές και όλα αυτά που ζητάει η κοινωνία μας, προκειμένου να γίνει ο απέναντι συνεργάσιμος και να ακολουθούν τα πράγματα τον δρόμο τους, τότε θα έχει λυθεί το ελληνικό πρόβλημα. Αυτός είναι ο δείκτης».

«Ο σκοπός του συστήματος είναι να μη διακριθεί κανείς»

Μα μου λύνετε τόσα προβλήματα αυτήν τη στιγμή με αυτό που λέτε… Για παράδειγμα, σκεφτόμουν γιατί να φτιάχνουμε μια εφημερίδα για να πάρουμε ένα έργο. Γιατί να μη φτιάχνουμε μια εφημερίδα η οποία να είναι καλή και να μας παρέχει αυτά που χρειαζόμαστε για να ζούμε και παράλληλα να βελτιώνουμε και την οικονομική μας κατάσταση; Γιατί δηλαδή από κει που φτιάχναμε μια εφημερίδα για τον ρόλο που πρέπει να ’χει μια εφημερίδα, ένα ραδιόφωνο, μια τηλεόραση, φτάσαμε στο να φτιάχνονται πια πράγματα ώστε μέσα από αυτά να τα παίρνουμε από κάπου αλλού.
«Γιατί το σύστημα έχει έναν σκοπό. Ο σκοπός αυτός είναι να μη διακριθεί κανείς. Μέσα από αυτό υπάρχει μια τέτοια αλληλοεμπλοκή που σου λέει θα πετύχεις από τη στιγμή που δεν θα διαφέρεις. Από τη στιγμή που θα παίζεις σε ένα κοινό τραπέζι με όλους. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το ίδιο στην Τουρκία, σε όλες τις χώρες παλαιάς κοπής και λογικής. Η διαφορά μας λοιπόν με τις χώρες οι οποίες έτυχε να έχουν Αναγέννηση και έτυχε να εμπιστευτούν τον άνθρωπο είναι πως όλα αυτά, όχι ότι δεν υπάρχουν, αλλά δεν αποτελούν τον κανόνα ζωής. Αποτελούν εξαιρέσεις, κατάπτυστες και αρνητικές. Εδώ, στα μέρη μας, μόνο αν αποδείξεις ότι ταυτίζεσαι με την πραγματικότητα που ισχύει, άρα ότι δεν πρόκειται να κινδυνέψει ποτέ η πραγματικότητα αυτή από το ταλέντο σου, μόνο τότε σου ανοίγει ο δρόμος. Άρα με αυτό το σύστημα –το οποίο πέρα από πρακτική είναι λογική– το πράγμα είναι προδιαγεγραμμένο. Αλλά όταν βλέπουμε τις μεταρρυθμίσεις για την παιδεία, συνειδητοποιούμε ότι είναι μόνο διαδικασίες. Ακούει κανείς επί 30 χρόνια για τις εισαγωγικές στο πανεπιστήμιο σαν να είναι κανένα τρομερό πρόβλημα. Ενώ το ουσιαστικό στο πανεπιστήμιο, που δεν υπάρχει, είναι πώς θα γίνεται έρευνα. Η έρευνα είναι στο μηδέν. Είμαστε τελευταίοι στην Ευρώπη στην καινοτομία. Αλλά οι διαδικασίες μάς αφορούν άμεσα και είναι πάντα στο προσκήνιο. Εκεί ακριβώς είναι η παλιά Ελλάδα».

Η παλιά Ελλάδα είναι εκείνη που έβγαλε τα έπιπλά της στο πεζοδρόμιο για να βάλει κάποια άλλα έπιπλα, πιστεύοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα αλλάξει. Κι αν βγάλεις τα Βαράγκης και βάλεις τα Armani, δεν θα αλλάξει τίποτα.

«Δεν αλλάζει τίποτα γιατί στο βάθος δεν θέλεις κιόλας να αλλάξει κάτι. Αισθανόμαστε αφάνταστα ανασφαλείς με την αλλαγή. Διότι όταν τα μοντέλα, τα κοσμοείδωλα, η πίστη, η θρησκεία, οι αξίες είναι σταθερές και αμετακίνητες, δεν υπάρχει κανένα έναυσμα που να σε κάνει να θέλεις την αλλαγή ο ίδιος μέσα σου. Αυτό που πρέπει να μάθεις είναι να συνεργάζεσαι και να προσαρμόζεσαι. Ζούμε σε κουλτούρα προσαρμογής. Αν υπάρχει διαφοροποίηση –και εδώ επιστρέφουμε στην 21η Απριλίου–, πρέπει να γίνεις τύραννος για να γίνεις κυρίαρχος. Αλλιώς πρέπει να προσαρμοστείς. Οι εκδοχές είναι δύο: ή τυραννία ή φαγοπότι. Και είναι μία η λογική που τα παράγει αυτά. Δεν τα παράγουν απλώς κακοήθεις ή βλάκες. Είναι μια λογική σαν πολιτισμική αντίληψη μέσα στην οποία μαντρώνει ο Ρωμιός τον εαυτό του με την ευφυΐα του. Αν ελευθερωθεί, αν τον πας στις θάλασσες και γίνει εφοπλιστής, θα γίνει κοσμοκράτορας. Όταν ελευθερωθεί από αυτή την πίεση των αιώνων είναι άλλη η δυναμική του. Όμως ο προορισμός στον οποίο τον οδηγεί η χώρα με το πνευματικό της σύστημα είναι ακριβώς να μη διαφοροποιείται».

Άρα είναι δίκαιη η σκέψη των ανθρώπων που έχουν παραδοθεί σε αυτό το γλέντι όταν λένε «καλύτερα το παιδί μου να ζήσει έξω».

«Μα δεν υπάρχει αμφιβολία, απλώς ο φόβος είναι μήπως δεν μπορέσει να ζήσει έξω. Γιατί δεν το έχουν ετοιμάσει. Οι γονείς εκείνοι που το έχουν ετοιμάσει, μαθαίνοντάς του την απαραίτητη γλώσσα και δίνοντάς του τα εφόδια που πρέπει, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θέλουν να δουν το παιδί να φεύγει. Γι’ αυτό καμαρώνουμε και κάνουμε αφιερώματα για τους Έλληνες που προκόβουν έξω. Γιατί ακριβώς είναι η εικόνα μιας Ελλάδας που ποθούμε και που φεύγει απ’ τα χέρια μας».

Τι να πάει ένα παιδί να κάνει στο πανεπιστήμιο αν δεν υπάρχει έρευνα; Η έρευνα είναι το παν.
«Στη μία περίπτωση χάνω τον εαυτό μου, στη άλλη τον βρίσκω. Ενώ το πανεπιστήμιο θα έπρεπε να είναι χώρος ευρέσεως εαυτού. Και τώρα τον χάνουμε συστηματικά και με επιτροπές οι οποίες συστήνονται επί τούτου. Πώς θα βελτιωθούν τα πράγματα, δηλαδή πώς θα χάνεις μαλακότερα τον εαυτό σου, απαλότερα».

«Η συνταγή της οικονομικής ανατάξεως είναι το άνοιγμα σε αγορές που μπορεί να είναι έξω από την Ευρώπη»

Ας κάνουμε μια υποθετική συζήτηση. Αν είχατε τη δυνατότητα να μιλήσετε στον σύγχρονο Έλληνα που ασκεί εξουσία, κυρίως μέσω του κράτους. Ποιο θα του λέγατε πως είναι το κόλπο που θα μας βοηθούσε πραγματικά να περάσουμε στην επόμενη φάση, η οποία θα μας έκανε να νιώθουμε υπερήφανοι που υπάρχουμε, ότι έχουμε έναν δρόμο, ότι μπορούμε να βρούμε κι εμείς μια λύση.
«Θα του έλεγα ότι το πρόβλημα είναι παγκοσμίως τοπικό. Θα του έλεγα άνοιξε τις πόρτες σου και αξιοποίησε τη νέα ιστορική πραγματικότητα, η οποία την ίδια στιγμή που σου λέει έχεις τόπο σου λέει και πως είσαι πλανήτης. Επομένως η συνταγή της οικονομικής ανατάξεως δεν είναι η ύφεση, είναι ένα άνοιγμα σε αγορές που μπορεί να είναι έξω από την Ευρώπη, είναι ένα άνοιγμα σε δραστηριότητες. Ένα άλλο στοιχείο που μπορεί να αξιοποιηθεί, ξέρετε, είναι πως η ελληνική οικονομία είναι πολύ ρηχή. Αυτό της δίνει τη δυνατότητα μιας τρομερής ελαστικότητας. Να αλλάζει ατελείωτα μορφές. Οι 850.000 των μικρομεσαίων έχουν μια δυνατότητα ευκινησίας. Επομένως το λεπτό σημείο είναι μια πολιτική η οποία δεν θα βυθιστεί απλώς στην απομύζηση, αλλά θα αξιοποιήσει μια σύγχρονη πραγματικότητα, μιας επικοινωνίας ας πούμε παγκόσμιας, η οποία μπορεί πλέον να λειτουργήσει διαφορετικά και να είναι θεραπευτική για το θέμα το οποίο μας απασχολεί. Στο θέμα της ανταγωνιστικότητας στην ντόπια αγορά η ύφεση θα πολλαπλασιαστεί. Συν τα επιτόκια τα οποία είναι δραματικά, θα έχουμε νοκ άουτ. Όλη η σκέψη είναι να βγούμε από αυτήν τη λογική του βυθίσματος στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο τη στιγμή που η παγκόσμια πραγματικότητα μας δίνει ένα τεράστιο άνοιγμα. Άρα χρειάζεται μια άσκηση στο άνοιγμα και κυρίως της αυτοπεποιθήσεως».

Γιατί μια ανασφάλεια κυριαρχεί στα πάντα…

«Όταν ένας άνθρωπος φεύγει από την Ελλάδα κερδίζει σε αυτοπεποίθηση. Μπορεί να κάνει κάτι και να μην τον τσακίσουν. Αυτή είναι η διαφορά προκοπής στην Αγγλία και στη Γαλλία. Επομένως χρειάζεται ένας καινούργιος χάρτης δραστηριοτήτων. Και αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τους Ευρωπαίους να καταλάβουν καλύτερα και το δικό μας πρόβλημα. Γιατί; Γιατί έχουμε ένα ειδικό πλεονέκτημα. Ως ανατολίτες μπορούμε με την Ανατολή να μιλήσουμε καλά. Αλλιώς μιλάμε με τον ανατολίτη εμείς, αλλιώς ο Γερμανός. Όλα αυτά μπορούμε να τα γυρίσουμε σε πλεονέκτημά μας. Επομένως ξαφνικά ανοίγει ένα πεδίο δραστηριοτήτων που αλλάζει τα δεδομένα. Αρκεί να το πιστέψουμε και να δώσουμε τη μάχη προς τα εκεί».

Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε Ράμφο. Είναι σαν μια γενναία ανάσα οξυγόνου η συνομιλία μαζί σας.
«Κι εγώ σας ευχαριστώ για τη συζήτησή μας. Ελπίζω κάποιοι να τη βρουν χρήσιμη και ουσιώδη»



Ο φιλόσοφος και πανεπιστημιακός Στέλιος Ράμφος

Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Είναι φιλόσοφος, πανεπιστημιακός και συγγραφέας δοκιμίων. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών ενώ συνέχισε στο Παρίσι σπουδάζοντας Φιλοσοφία. Ξεκίνησε την καριέρα του ως πανεπιστημιακός διδάσκοντας στο Πανεπιστήμιο του Βενσάν. Η πλούσια βιβλιογραφία του αντικατοπτρίζει τις πνευματικές αναζητήσεις του, τις θέσεις και τις προτάσεις του αναφορικά με τον μαρξισμό, την οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού, τους συσχετισμούς της σύγχρονης πνευματικής δημιουργίας με την ελληνορθόδοξη παράδοση. Στην εργοβιογραφία του περιλαμβάνεται πλούσια αρθρογραφία με αναφορές σ’ αυτά τα γνωσιακά πεδία, δημοσιευμένα σε περιοδικά όπως «Ευθύνη», «Ερουρέμ», « Ίνδικτος».

Πέμπτη, Μαΐου 27, 2010

Οι δώδεκα άθλοι της Ελλάδος



Του Γιωργου Χατζημαρκακη

Το «βουνό» του χρέους όλο και μεγαλώνει. Το βάρος του απειλεί να συντρίψει ανελέητα τα θεμέλια της προβληματικής ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα έχει ανάγκη ένα νέο σχέδιο για να αναδιαρθρώσει την οικονομία της - διαφορετικά το ευρωπαϊκό πακέτο δεν θα λειτουργήσει.

H Ελλάδα χρειάζεται ένα σύγχρονο σχέδιο που θα χαρακτηρίζεται από τη δύναμη και την αποτελεσματικότητα που είχε ο μυθικός Ηρακλής, το οποίο θα αποκαλύπτει τις αδυναμίες της χώρας και θα τις μετατρέπει σε δυνατότητες.

Σε πρώτη φάση πρέπει να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή, η διαφθορά και η παραοικονομία. Αλλά τι γίνεται στο παρασκήνιο, πίσω από αυτά τα μεγάλα εκκρεμή ζητήματα, στο πλαίσιο δηλαδή του πραγματικού σχεδιασμού της οικονομίας; Εδώ ειδικά, βλέπω ενδιαφέρουσες ευκαιρίες που δίδουν ελπίδα να αναπτυχθεί η χώρα σε ατμομηχανή της μεσογειακής οικονομίας.

Δώδεκα προτάσεις για ένα σχέδιο «Ηρακλής»:

1) Φόροι: Οι Ελληνες πρέπει να ξανακερδίσουν την εμπιστοσύνη στις κρατικές δομές. Ενας ενιαίος φόρος «flat tax» θα βοηθούσε να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα. Η Γερμανία μπορεί να δώσει χρήσιμες συμβουλές στον τομέα της δημόσιας διοίκησης.

2) Δημόσια διοίκηση: Πρόκειται για ένα μειονεκτικό σύστημα που εμποδίζει την ανταγωνιστικότητα. Η κυβέρνηση καλείται να πραγματοποιήσει ένα μεγάλο άλμα που θα μειώσει την κρατική ρύθμιση της αγοράς παραγωγής.

3) Παιδεία: Τα σχολεία και τα πανεπιστήμια χρειάζονται μεγαλύτερη αυτονομία και πεπαλαιωμένες δομές πρέπει να εξυγιανθούν. Τα προγράμματα σπουδών πρέπει να διδάξουν στους μαθητές ότι μπορούν να επιτύχουν στο σχολείο. Πρέπει παράλληλα να θεσπιστεί μια κεντρική διοικητική υπηρεσία που θα επιβραδύνει τη διαρροή επιστημονικού κεφαλαίου στο εξωτερικό.

4) Συνταξιοδότηση: Αυτό που επείγει είναι η παροχή καλύτερων όρων στους απόδημους Ελληνες που συνταξιοδοτούνται στο εξωτερικό όπως π.χ. η αποκατάσταση απομακρυσμένων χωριών της περιφέρειας που θα διευκόλυναν τον γυρισμό τους στην πατρίδα. Ετσι, θα ενισχυθεί η εγχώρια ζήτηση.

5) Τουρισμός Υγείας: Η Ελλάδα πρέπει να προσελκύσει «τουρισμό υγείας» και από τη νότια Ευρώπη, τα Βαλκάνια, την Αφρική και τη Μέση Ανατολή. Εδώ θα πρέπει να υπάρχει επένδυση στην κρητική δίαιτα, στο πλαίσιο του wellness και της ειδικής ιατρικής.

6) Η «Μεσαία» Τράπεζα: Οποιος θέλει να επενδύσει στην Ελλάδα, διαμαρτύρεται συχνά για τα χρηματοδοτικά προβλήματα. Οι γερμανικές τράπεζες επιφυλάσσονται να δεσμευθούν. Οσο οι εγχώριες τράπεζες μπορούν να επιτύχουν υψηλό επιτόκιο με την αγορά ομολόγων του Δημοσίου, το κλασικό επιχειρηματικό δάνειο δεν είναι δελεαστικό. Η Ελλάδα χρειάζεται συνεπώς μια «Μεσαία» Τράπεζα.

7) Η εγχώρια ζήτηση: Η κυβέρνηση θα πρέπει να ξεκινήσει μια πρωτοβουλία «είναι ελληνικό» (made in Greece). Ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να διακρίνει, πιο προϊόν έχει ελληνική προέλευση. Επιπλέον: Στο ελληνικό λιανικό εμπόριο πρέπει τα μελλοντικά δάνεια να υπάγονται σε ρήτρα που θα προβλέπει ότι θα έχουν 50% προϊόντα ελληνικής προέλευσης.

8) Γεωργικά προϊόντα: Η χώρα πρέπει να επικεντρωθεί σε μια συντονισμένη προσπάθεια για την καλύτερη αγορά υψηλής ποιότητας αγροτικών προϊόντων της όπως π.χ. το ελαιόλαδο. Τα ελληνικά εστιατόρια σε όλο τον κόσμο αποτελούν ενδεχόμενη αγορά και οι γαστρονόμοι πρέπει να είναι πρεσβευτές των ελληνικών προϊόντων.

9) Πληροφορική: Η Ελλάδα είναι σε καλό δρόμο να ανέβει στον Ολυμπο της ευρωπαϊκής πληροφορικής. Στον τομέα της ηλεκτρονικής υγείας, για παράδειγμα, κέρδισε η χώρα ένα σημαντικό βραβείο. Υπάρχουν λοιπόν δυνατότητες, οι οποίες πρέπει να χρηματοδοτηθούν άμεσα.

10) Ναυτιλία: Η χώρα μπορεί να εξελιχθεί σε «σούπερ λιμένα» για την Ευρώπη, αν υπάρχει επιτέλους σοβαρή επέκταση των υποδομών της. Αναγκαία είναι η ανάπτυξη υποδομών κατά το πρότυπο του «ship and rail».

11) Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας: H Ελλάδα διαθέτει την πιο εξελιγμένη νομοθεσία για την ηλιακή ενέργεια έχοντας τη μεγαλύτερη ηλιοφάνεια στην Ευρώπη. Η υποδομή για την ηλιακή ενέργεια πρέπει να αναπτυχθεί έτσι ώστε να εξάγεται κιόλας.

12) Αμυντικές δαπάνες: Η συμμετοχή της Ε.Ε. είναι αναγκαία. Η αναγνώριση των ανατολικών συνόρων της Ελλάδας ως ευρωπαϊκά σύνορα πρέπει να συζητηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν οι υφιστάμενες αξιώσεις προστασίας μπορούσαν να μετατραπούν σε πράξη, αυτό θα σήμαινε μια περαιτέρω ανάσα για την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τον θρύλο, ο Ηρακλής χρειάστηκε μόλις ένα χρόνο για να πραγματοποιήσει τους 12 άθλους. Ενδεχομένως, η Ελλάδα να χρειαστεί περισσότερο χρόνο. Να εξαφανίσεις νοοτροπίες, όπως το φακελάκι, δεν επιβάλλεται βραχυπρόθεσμα. Οι Ελληνες έχουν καταλάβει ότι μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας είναι αναγκαία.

Και όταν θα αρχίσουν να φαίνονται τα αποτελέσματα, η Ευρώπη θα θυμάται μια διαφορετική ελληνική λέξη, η οποία είναι ισχυρότερη από το φακελάκι: Είναι «το φιλότιμο». Αυτή η λέξη που σημαίνει αρετή, αξιοπρέπεια, τιμή, αλλά και υπερηφάνεια.

Ο ζουρλομανδύας!



@ppol.gr

Υπάρχουν κάποιοι ανόητοι, που επιχαίρουν με εκείνο το ηλίθιο σύνθημα, που ακούγεται πια σε κάθε μεγάλη κινητοποίηση: «να καεί η Βουλή!»

Δεν καταλαβαίνουν ότι το σύνθημα αυτό δεν στρέφεται κατά του πολιτικού κόσμου. Στρέφεται κατά του πολιτεύματος! Δεν στρέφεται κατά του πολιτικού προσωπικού, το οποίο, πράγματι, είναι πολύ-πολύ μέτριο, στην καλύτερη περίπτωση. Στρέφεται εναντίον της δημοκρατίας!

*Στη Βουλγαρία ακούστηκε το σύνθημα αυτό, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '90. Και το αποτέλεσμα ήταν να έλθει στην εξουσία ο πρώην... βασιλιάς, με την ψήφο του λαού. Για να αποτύχει απελπιστικά κι εκείνος...
*Στην Ιταλία είχε ακουστεί το ίδιο σύνθημα, εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '80. Και το αποτέλεσμα ήταν η επιχείρηση «καθαρά χέρια» που δεν καθάρισε τη χώρα. Έφερε τον... Μπερλουσκόνι (Berlusconi)!

Ποτέ εξέγερση εναντίον του κοινοβουλίου, δεν οδήγησε σε ομαλή πολιτική αλλαγή. Σχεδόν πάντα δούλεψε υπέρ τυράννων...

Να φοβάστε όσους βρίζουν ή διασύρουν καθημερινά τους πολιτικούς. Οι ίδιοι είναι χειρότεροι. Και φέρνουν πολύ χειρότερους.

Υπάρχουν πολλοί που θέλουν τους πολιτικούς ταπεινωμένους και φοβισμένους... Αλλά αυτό δεν φέρνει την «κάθαρση». Φέρνει την πλήρη υποταγή της πολιτικής σε εξωθεσμικά κέντρα.

Να φοβάστε όσους διασύρουν καθημερινά τους πολιτικούς.

*Οι παπαγάλοι του ηλεκτρονικού τύπου είναι, συνήθως, πολύ χειρότεροι.
* Οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες ή οι επιτήδειοι που εμφανίζονται κάθε τόσο με μεγάλες περιουσίες και θέλουν να ελέγξουν τον τύπο είναι πολύ πιο επικίνδυνοι.
*Οι γόνοι και οι κλώνοι διάφορων πολιτικών «τζακιών» που σταδιοδρόμησαν στην πολιτική ελέω ονόματος και σήμερα εμφανίζονται με... «κρίση συνείδησης» (αφού έχουν ταυτιστεί με όλη τη φαυλότητα που σήμερα καταδικάζουν) είναι πολύ πιο βρώμικοι.

Κλείστε τα αυτιά σε όσους σπέρνουν τη γενικευμένη καχυποψία, τη μοιρολατρία, την κακομοιριά και την ηττοπάθεια. Αυτοί δεν θέλουν την κάθαρση της πολιτικής. Θέλουν να υποτάξουν το δημοκρατικό φρόνημα των πολιτών.

Να θυμάστε ότι αυτή η χώρα είναι πλούσια. Έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και πλουτοπαραγωγικούς πόρους που δεν εκμεταλλεύτηκε.

Μας φοβίζουν με χρεοκοπία... Αλλά μια πλούσια χώρα δεν μπορεί να χρεοκοπήσει. Μπορεί μόνο να... αυτοκτονήσει! Κι αυτό ακριβώς μας «εισηγούνται»: να κάψουμε τη βουλή!

Μας φοβίζουν με έξοδο από το ευρώ. Αλλά το ευρώ δεν μας έκανε πλούσιους. Μας έκανε περισσότερους σπάταλους, λιγότερο παραγωγικούς, πολύ λιγότερο ανταγωνιστικούς, και πολύ πιο ξιπασμένους. Ξέρω, ξέρω: δεν φταίει το ευρώ... Φταίνε όσοι μας έβαλαν στο ευρώ, με όρους μη ανταγωνιστικούς. Γιατί σε μη ανταγωνιστικές συνθήκες δεν αυξάνεται ο πλούτος και ο πολιτισμός μιας χώρας. Αλλά ο παρασιτισμός της οικονομίας της και τα χειρότερα ελαττώματα του λαού της! Σήμερα πληρώνουμε την κρίση αυτή: μπήκαμε με μη ανταγωνιστικούς όρους σε μια νομισματική ένωση που ήταν γεμάτη στρεβλώσεις.

Κι έρχεται σήμερα η Γερμανίδα καγκελάριος Μέρκελ (Merkel) που ασκεί πολιτική για την Ευρώπη σύμφωνα με τις ανάγκες των εσωκομματικών συσχετισμών στο... τελευταίο κρατίδιό της, να μας κάνει «μαθήματα»! Ξεχνάει βέβαια ότι τα ελλείμματα του ευρωπαϊκού νότου είναι η αιτία για τα πλεονάσματα της Γερμανίας...

Αυτοί που οραματίστηκαν την ενωμένη Ευρώπη, είχαν στο νου τους την ελεύθερη ένωση εθνικών κρατών που θα μεγιστοποιούσαν τις συνέργειες ανάμεσά τους, την ασφάλεια και την ευημερία τους. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το «ζουρλομανδύα» που προσπαθεί να φορέσει στην Ευρώπη -και στην Ελλάδα- η κ. Μέρκελ.

Να φοβάστε λοιπόν, όλους εκείνους, που υπηρέτησαν και υπηρετούν αυτή την πολιτική του «ζουρλομανδύα». Αυτούς που νταλαβερίστηκαν με τη «ζίμενς» και σήμερα καλύπτονται από την απόκρυψη της σχετικής δικογραφίας. Για την οποία ευθύνεται απολύτως το γερμανικό κράτος... Αυτοί είναι οι πιο διεφθαρμένοι, οι πιο βρώμικοι, οι πιο δικτυωμένοι, οι πιο αμετανόητοι. Κι ακόμα προσπαθούν να μας… «σώσουν»!

Μια χώρα που θέλει να σταθεί ξανά στα πόδια της δεν… καίει τη βουλή της! Την απελευθερώνει από αυτές τις επιρροές και εκείνα τα άτομα που προσπάθησαν -κι ακόμα προσπαθούν- να φορέσουν «ζουρλομανδύα» στους πολιτικούς της και στο πολίτευμά της.

Όσο μια χώρα παύει να είναι εθνικό κράτος και μετατρέπεται σταδιακά σε τοπική «νομαρχία», τόσο η πολιτική χάνει το νόημά της, οι πολιτικοί χάνουν την ευθύνη τους, ο λαός χάνει τα πολιτικά τους δικαιώματα, το δημόσιο συμφέρον της μένει ανυπεράσπιστο, οι εκπρόσωποί της διαφθείρονται, οι ηγέτες της υποτάσσονται, και οι χαχόλοι στους δρόμους μαζί με τα χαζοκάναλα τσιρίζουν: «να καεί η βουλή»!

Η βουλή πρέπει να ξαναγίνει Βουλή! Όχι «πρυτανείο» γόνων και κλώνων μεγάλων «τζακιών» που υπηρέτησαν κατά καιρούς όλα τα αφεντικά -ντόπια και ξένα- αλλά δεν υπηρέτησαν ποτέ το δημόσιο και το εθνικό συμφέρον.

Σ' αυτό τον τόπο δεν γεννήθηκε μόνο η δημοκρατία: γεννήθηκε και ο εξοστρακισμός· γεννήθηκε και η Νέμεσις.

NZ

Τετάρτη, Μαΐου 26, 2010

Η είδηση μιας χρεοκοπίας

Πώς τα ελληνικά ΜΜΕ έχασαν το μεγαλύτερο νέο της Μεταπολίτευσης, την χρεοκοπία της χώρας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΣΧΟ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗ



Θυμάστε πόσο ωραία ήταν τα πράγματα πριν ακριβώς έναν χρόνο; Η, τουλάχιστον, έτσι φαινόταν στις εφημερίδες και στα δελτία των οκτώ.

Εντάξει! Υπήρχαν σκάνδαλα. Για πρώτη φορά τέλειωσε απροειδοποίητα μια σύνοδος της Βουλής και το χαρτί θυροκολλήθηκε κυριολεκτικά νύχτα. «Νόμιμο πραξικόπημα» το χαρακτήρισε η εφημερίδα «Έθνος», «Λούφα και παραγραφή» χαριτολόγησε η «Ελευθεροτυπία», «Η ΝΔ ξεπλένει καλύτερα» χλεύασε το «Θέμα». Οι πιο σοβαρές είχαν στην πρώτη τους σελίδα πιο θεωρητική προσέγγιση στο θέμα της εβδομάδας. «Κόμματα, όμηροι σκανδάλων» έγραφε στον πρώτο της τίτλο η «Καθημερινή». «Σύγκρουση χωρίς όρια», έλεγε «Το Βήμα».

Υπήρχαν κι άλλες προσεγγίσεις στην επικαιρότητα, όπως της «Αυριανής» που προεξοφλούσε: «Χάνει το παιγνίδι ο Γιώργος». Ή της «InPress» -μίας από τις πολλές άγνωστες εφημερίδες που κυκλοφόρησαν τα τελευταία χρόνια-, η οποία μας πληροφορούσε «Ακούραστος ο Καραμανλής τον τελευταίο καιρό». Μπορεί να μοιάζει ότι πέρασαν χρόνια, αλλά αυτοί οι τίτλοι βρίσκονταν στο περίπτερο ακριβώς πριν έναν χρόνο, στις 10 Μαΐου του 2009.

Πώς φτάσαμε λοιπόν σε 365 μέρες στη χρεοκοπία; Και, κυρίως, γιατί φτάσαμε τόσο ανέμελοι; Και για να το πούμε πιο συντεχνιακά: πώς κατάφεραν τα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης να χάσουν τη μεγαλύτερη είδηση της Μεταπολίτευσης; Γιατί δεν προειδοποιήσαμε την κοινωνία για τα επερχόμενα δεινά; Παρά τα θρυλούμενα περί τριακονταετούς σπατάλης και τέλους της Μεταπολίτευσης -τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, είναι χρήσιμα κι αληθινά-, η Ελλάδα βρέθηκε στο χείλος της οικονομικής καταστροφής και το 1986 και το 1990 και το 1994. Παρ' όλα αυτά, την τελευταία στιγμή το γλιτώναμε. Δεν διορθώναμε τις διαρθρωτικές αδυναμίες του συστήματος, δεν κάναμε όσες αλλαγές έπρεπε και όσες βαθιές τομές χρειαζόμασταν, αλλά κάναμε ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα, παίρναμε μια ανάσα και συνεχίζαμε. Αυτήν τη φορά όμως οδηγηθήκαμε στο Διεθνές Ταμείο.

Κι όμως, τα σημάδια υπήρχαν και κάποιοι προειδοποιούσαν. Στις 18/12/2008, ο πρώην πρωθυπουργός κ. Κώστας Σημίτης απηύθυνε από το βήμα της Βουλής μια δραματική προειδοποίηση: «Aποτελεί κοινό μυστικό στους κύκλους της Eυρωπαϊκής Eπιτροπής ότι η Eλλάδα δεν προσαρμόζεται στις επιταγές της ONE και ότι επίσης οι όποιες νουθεσίες και επιτηρήσεις δεν αρκούν. Θεωρούν ότι η τωρινή πολιτική ηγεσία της χώρας, που στηρίχτηκε στην E.E. σε όλες τις σημαντικές επιδιώξεις της, την απογραφή, την αναθεώρηση του AEΠ, τη γρήγορη έξοδο από την επιτήρηση, εκμεταλλεύτηκε αυτήν τη συμπαράσταση για να μην τηρήσει τις δεσμεύσεις. Aπλώς, τους κορόιδεψε. H Eλλάδα πιστεύουν ότι καλό θα ήταν να αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Nομισματικό Tαμείο για δανεισμό, ώστε η παρακολούθηση της ελληνικής οικονομίας να είναι αρμοδιότητά του και όχι φροντίδα της Eπιτροπής».

Αυτά ειπώθηκαν, να το υπογραμμίσουμε, στις 18 Δεκεμβρίου του 2008. Αλλά... Tην προειδοποίηση αυτή δημοσίευσε μόνο μια εφημερίδα στις μέσα σελίδες, ενώ τα κανάλια ασχολήθηκαν για αρκετή ώρα με το γεγονός ότι ο κ. Σημίτης δεν ανέφερε στην ομιλία του ούτε μία φορά το όνομα... ΠΑΣΟΚ. Ως πολιτικό θέμα καταγράφτηκε η ψυχρή σχέση του πρώην πρωθυπουργού με το κόμμα του, το τι δεν είπε και όχι το τι είπε.

Δύο μέρες μετά ο πρώην υπουργός Οικονομικών, κ. Αλέκος Παπαδόπουλος, έλεγε στη Βουλή: «Το θέμα δεν είναι αν θα μπούμε σε διαδικασία διεθνούς οικονομικού ελέγχου. Επειδή δεν διαβλέπω αυτήν τη στιγμή, σε μία χώρα η οποία είναι ξεστρατισμένη με την έννοια της απορρύθμισης και σε μια χώρα αποσταθεροποιημένη, ότι μπορεί να αντιμετωπίσει άνετα το πρόβλημα της σταθεροποίησης της οικονομίας της και των άλλων θεσμικών παραμέτρων, εγώ θα έλεγα μήπως, στην κατάσταση που είμαστε, εμείς να επιζητήσουμε έναν διεθνή οικονομικό έλεγχο, αναλαμβάνοντας ως πολιτική, οικονομική, κοινωνική, πνευματική ελίτ της χώρας να γίνει από άλλους εκείνο το οποίο έχουμε εμείς ως μέγα χρέος.

Αυτό είναι ένας βαθύς προβληματισμός διότι, κύριοι, η κρίση είναι προ των πυλών. Ο Αννίβας είναι ante portas και έχει σημασία να σωθεί η πόλη, η Ρώμη και όχι οι Καίσαρες ούτε οι Συγκλητικοί». (Βουλή, 20 Δεκεμβρίου 2008).

Το βράδυ τα κανάλια δεν είπαν τίποτε -ένας πρώην υπουργός ζητά διεθνή οικονομικό έλεγχο!- και οι εφημερίδες δεν έγραψαν λέξη.

Τρίτο παράδειγμα: στις 26 Απριλίου του 2008 ο κ. Στέφανος Μάνος έγραφε στην «Καθημερινή»:

«Από την έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος πρόσεξα ορισμένα πράγματα. Το δημόσιο χρέος στις 31/12/2003 ήταν 168 δισεκατομμύρια ευρώ. Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 31/12/2007, έφθασε τα 216 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε τέσσερα χρόνια προστέθηκαν χρέη 48 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τι είναι 48 δισεκατομμύρια ευρώ; Το 2007, το κράτος εισέπραξε από άμεσους και έμμεσους φόρους 48 δισεκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση του δημόσιου χρέους τα τελευταία 4 χρόνια είναι ίση με το σύνολο των φορολογικών εσόδων του 2007».

Ούτε τότε ανησύχησε κανείς. Σε τέσσερα χρόνια (πριν καν αρχίσει το δημοσιονομικό ξεσάλωμα της διετίας 2008-2009) σωρεύσαμε χρέος όσο ήταν τα έσοδα του κράτους ολόκληρο το 2007!

Όλες οι προειδοποιήσεις περνούσαν στα ψιλά. Χειρότερα: χλευάζονταν. Ως νεοφιλελεύθεροι από τα αριστερά και ως πράσινα παπαγαλάκια από τα δεξιά.

Ακόμη και οι προειδοποιήσεις των διεθνών οργανισμών δεν θορυβούσαν κανέναν. Στις 6 Αυγούστου του 2009, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εξέδωσε μια αναφορά κόλαφο για την Ελλάδα. Μας έλεγε ότι η χώρα έχει κατ' ουσία χρεοκοπήσει, ότι όλοι οι δείκτες δείχνουν πως μπαίνουμε σε βαθιά ύφεση, ότι θα χρειαστούν δραστικά μέτρα για να αποφύγουμε τα χειρότερα. Το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων μετέδωσε την είδηση ξερά: «Διαπιστώσεις και συστάσεις για την ελληνική οικονομία από το ΔΝΤ». Αυτό το τηλεγράφημα έγινε ρουλεμάν. Αναπαρήχθη ως είχε σε όλο τον επαρχιακό Τύπο, αλλά και στη συντριπτική πλειονότητα του πανελλαδικού-αθηναϊκού Τύπου. Για τον ελληνικό Τύπο (πόσο δε μάλλον για τα κανάλια) ήταν ένα θέμα που δεν χρειαζόταν καν να αναφερθεί στην πρώτη σελίδα. Και δεν αναφέρθηκε -πλην της «Ελευθεροτυπίας»- που είχε τον τίτλο «Δύο χρόνια στο τούνελ».

Γι' αυτή την κατάσταση ευτυχώς βρέθηκε ένα μπλογκ ονόματι «ΟΞΥ» που πήρε και συνέκρινε το αρχικό τηλεγράφημα του ΑΠΕ με τα δημοσιεύματα όλων των αθηναϊκών εφημερίδων (http://esp0ir.wordpress.com/2009/08/10/sugkriseis/).

Η ομοιότητα είναι εκπληκτική. Όλες οι επαρχιακές εφημερίδες έκαναν copy-paste το δημοσίευμα, και οι αθηναϊκές απλώς έπαιξαν κι άλλαξαν λίγο τον πρόλογο.

Η χώρα ζούσε μέχρι πριν τις εκλογές του 2009 σε μια εικονική πραγματικότητα. Ο κ. Κώστας Καραμανλής ήταν «το ισχυρό χαρτί της παράταξης» και ο «καταλληλότερος πρωθυπουργός της χώρας», ο άνθρωπος που (όπως γράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2009) «ήταν ικανός να πάρει εκείνες τις πρωτοβουλίες ώστε να αντιστρέψει το πολιτικό κλίμα». Και προφανώς να κερδίσει τις εκλογές.

Μέχρι που φτάσαμε εντελώς ανυποψίαστοι εδώ: «Η ώρα του ΔΝΤ» και «Ellines κalo kouragio».

Και δεν φτάσαμε μόνο εδώ. Το καλοκαίρι του 2007 διαπιστώσαμε ότι έχει διαλυθεί η Πυροσβεστική και κάηκε η μισή Πελοπόννησος.

Τον Δεκέμβριο του 2008 είδαμε την αδυναμία του κράτους να κρατήσει την τάξη και κάηκε το κέντρο της Αθήνας.



Πώς φτάσαμε ανυποψίαστοι σ' αυτή την πολλαπλή κρίση;

Πολλοί ισχυρίζονται ότι αυτή η εικονική πραγματικότητα δημιουργήθηκε από αυτό που ονομάστηκε «σύστημα Ρουσόπουλου». Αν ψάξει κανείς το Google, θα βρει 7.520 αναφορές αλλά τίποτε τεκμηριωμένο.

Υπάρχουν οι αναφορές του προέδρου του Λά.Ο.Σ. στη Βουλή: «Ακούστε, λοιπόν, το σύστημα Ρουσόπουλου. Κι εδώ έχω τα επίσημα έγγραφα που μου έστειλε το υπουργείο για τη διαφημιστική δαπάνη, τα λεφτά του Έλληνα πολίτη, του φορολογουμένου. Ακούστε πώς τα διαχειρίστηκε το σύστημα Ρουσόπουλου... Στον Τράγκα έδωσε 454.000 ευρώ. Με ποια κυκλοφορία; Δεν ντρέπεστε; Σε ανύπαρκτη εφημερίδα, στη "ΧΩΡΑ" των 500 φύλλων, δώσατε 454.000 ευρώ μόνο για το 2007; Γιατί;».

Υπάρχει μια προσωπική μαρτυρία του κ. Γιώργου Κύρτσου στην εφημερίδα «Free Sunday» (26/10/2008) με πολλές καταγγελίες για γεγονότα ή «γεγονότα» οι οποίες όμως δεν έγιναν ποτέ αφορμή για μια ενδελεχή έρευνα. «Από την άνοιξη του 2007 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2007 ο Alpha έζησε απίθανες στιγμές ρουσοπουλικής κατάπτωσης. Τον διηύθυναν αυτοί που σήμερα χαρακτηρίζει ο πρόεδρος του Λά.Ο.Σ. κ. Καρατζαφέρης "εξαπτέρυγα του Ρουσόπουλου", ενώ το παιχνίδι ήταν 100% στημένο από το Μαξίμου. Σχολιαστές προσποιούνταν με λάθος τρόπο τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, η επιλογή των ειδήσεων γινόταν με βασικό κριτήριο να μην ενοχληθεί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και οι μόνες επιθέσεις που δεχόταν η κυβέρνηση είχαν σχέση με την "τιμωρία" υπουργών, βουλευτών και στελεχών που ενοχλούσαν τον κ. Ρουσόπουλο».

Και υπάρχουν άλλα διάσπαρτα κομμάτια, ψηφίδες οι οποίες διαμορφώνουν μια αδρή εικόνα ενός συστήματος χειραγώγησης της ενημέρωσης, αλλά λόγω της απουσίας ερευνητικής δημοσιογραφίας πολλά βρίσκονται στη σφαίρα του μύθου. Άλλα είναι μισές αλήθειες, άλλα είναι ολόκληρες αλήθειες και για αλλά υπήρχαν διαφορετικά κίνητρα, π.χ. στην «Καθημερινή» στις 26/10/2008 διαβάζουμε τα εξής: «Το "σύστημα Ρουσόπουλου" απέκτησε συν τω χρόνω σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Σε αυτό βέβαια βοήθησε και ο κ. Ρουσόπουλος, ο οποίος, λόγω του ιδιαίτερα κλειστού χαρακτήρα του, πληροφορούσε μόνο ένα πολύ περιορισμένο κύκλο συγκεκριμένων δημοσιογράφων που γνώριζε από παλιά. Με αυτή την τακτική, η ευθύνη διάδοσης της πληροφορίας (που τα τελευταία χρόνια επικράτησε να περιγράφεται με τη μάλλον χυδαία φράση "ρουλεμάν") μετακυλιόταν από τον κ. Ρουσόπουλο και τους συνεργάτες του στο Μαξίμου στους εκλεκτούς δημοσιογράφους του επονομαζόμενου "συστήματος"».

Άλλα είναι απλώς αλήθειες. Υπήρχε, για παράδειγμα, μια εποχή που η εικόνα του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και νυν πρωθυπουργού ήταν πλήρως απαξιωμένη. Όχι εξαιτίας των πολιτικών του θέσεων -έτσι κι αλλιώς στην Ελλάδα σπανίως συζητάμε πολιτικά, αλλά πάντα συζητάμε τα κουτσομπολιά της πολιτικής- αλλά διά διάφορων ψιθύρων. Αυτοί κυκλοφορούσαν πρώτα στα τραπέζια της πλατείας Κολωνακίου (που, ως γνωστόν, είναι ο μόνος χώρος όπου γίνεται το περίφημο πολιτικό ρεπορτάζ), περνούσαν στις παραπολιτικές στήλες ακόμη και σοβαρών εφημερίδων, ανακυκλώνονταν δε τόσο πολύ, που μετά ήταν αυταπόδεικτες αλήθειες.

Κάποιοι απ' αυτούς τους ψιθύρους δεν γίνονταν πιστευτοί, επειδή δεν ταίριαζαν στην εικόνα του κ. Παπανδρέου (για παράδειγμα, επί μακρόν κυκλοφορούσαν ψίθυροι για εξωσυζυγικές σχέσεις του τότε αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης), αλλά κάποιοι γίνονταν ευκολότερα πιστευτοί επειδή υπήρχε μια προηγούμενη εμπειρία για να στηρίξει την αληθοφάνειά τους. Π.χ., μετά το ατύχημα που είχε με το ποδήλατο ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κυκλοφόρησαν απίστευτοι «δράκοι» (όπως λέγονται οι ψευδείς ειδήσεις στη δημοσιογραφική αργκό) όπως, π.χ., ότι ο κ. Παπανδρέου κινδύνευσε να πνιγεί κολυμπώντας και τον έσωσε ένας ψαράς, ή το δάγκωμα από έναν σκύλο στην Ρόδο και άλλα πολλά. Κυρίως όμως ήταν ψήγματα αναληθών πληροφοριών, από εκείνα που κανείς τρίτος δεν μπαίνει στον κόπο να ψάξει και τελικά γίνονταν «ρουλεμάν» μέχρι να καταλήξουν σκληρές αλήθειες.

Δεν θα αναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα, διότι δεν θέλω να αδικήσω κάποιον, επειδή δεν μπορώ να γνωρίζω πόσα από αυτά ήταν σκόπιμες διαβολές και πόσα οφείλονται στην ευκολία με την οποία αναπαράγονται οι ψίθυροι στο αποκαλούμενο «πολιτικό ρεπορτάζ».

Γεγονός, πάντως, είναι ότι υπήρξε μια εποχή που αυτή η θύελλα ψιθύρων κυριαρχούσε στα τραπέζια πολιτικών δημοσιογράφων και μετά γινόταν δηλητηριώδη υπονοούμενα στα παράθυρα των τηλεοράσεων ή στα παραπολιτικά ακόμη και σοβαρών εφημερίδων. Ο Γιώργος Κύρτσος αποδίδει αυτούς τους ψιθύρους στο «σύστημα Ρουσόπουλου».

Γράφει σχετικά: «Η "μέθοδος Ρουσόπουλου" ήταν απλή και τελειοποιήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Διαπλεκόμενες συμμαχίες στα ΜΜΕ, αποφυγή της ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης για προφανείς λόγους, μείωση του "αντιπάλου" με τη βοήθεια ακριβοπληρωμένων ψιθυριστών ή/και επικοινωνιακή "εξαφάνισή" του. Το παιχνίδι ήταν πάντα στημένο, με διαπλεκόμενη επιρροή ή δημόσιο χρήμα και με όρους που θυμίζουν τα ΜΜΕ στη Ρωσία των ολιγαρχών, χωρίς φυσικά τις δολοφονίες δημοσιογράφων».

Φυσικά, όλα αυτά δεν αποτελούν αποδείξεις ότι υπήρξε ένα «σύστημα Ρουσόπουλου», όπως δεν μπορεί να αποδειχθεί στις ΗΠΑ (όπου υπάρχει παράδοση ερευνητικής δημοσιογραφίας) ότι υπήρξε ένα «σύστημα Karl Rove». Κι εκεί υπάρχει απλώς μεγαλύτερος αριθμός ψηφίδων για χρησιμοποίηση ψιθύρων για την αμαύρωση των πολιτικών αντιπάλων. Για παράδειγμα, στις προκριματικές εκλογές του 2000, όταν για πρώτη φορά ήταν υποψήφιος ο ρεπουμπλικάνος Τζον Μακέιν, έγινε μια περίεργη δημοσκόπηση στη Νότια Καρολίνα των ΗΠΑ, ένα ερώτημα της οποίας ήταν «Θα ψηφίζατε τον Τζον Μακέιν, αν ξέρατε ότι είναι πατέρας ενός νόθου μαύρου παιδιού;». Στο ερώτημα κάθε λέξη ήταν ακριβής: ο Τζον Μακέιν ήταν πατέρας ενός μαύρου παιδιού. Ολόκληρη, όμως, η αλήθεια ήταν ότι είχε υιοθετήσει ένα νόθο (μαύρο) κοριτσάκι από ένα ορφανοτροφείο του Μπαγκλαντές. Αυτός όμως ο ψίθυρος απλώθηκε και μεταλλάχτηκε μέσω του διαδικτύου τόσο πολύ, που ένας καθηγητής πανεπιστημίου έστειλε ανοιχτή επιστολή στους «συμπατριώτες του Νοτιοκαρολινέζους» να καταψηφίσουν έναν πολιτικό που μεγαλώνει παιδί εκτός γάμου. Κι αυτοί τον καταψήφισαν και ο Μπους έγινε Πρόεδρος.

Όμως...

Δεν υπάρχει σύστημα χειραγώγησης των ΜΜΕ ικανό να κρύψει μια τόσο μεγάλη είδηση όπως είναι η χρεοκοπία μιας χώρας, αν το σύστημα ενημέρωσης μιας χώρας δεν είναι επιρρεπές στη χειραγώγηση. Τι θέλω να πω μ' αυτό: Το σύστημα των μέσων ενημέρωσης στη χώρα είναι κρατικοδίαιτο και συνεπώς επιρρεπές στη χειραγώγηση. Απλώς, επί των ημερών της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας αυτή η πρακτική οδηγήθηκε στα άκρα. Κάθε κυβέρνηση έκανε χάρες στα ΜΜΕ και τα ΜΜΕ ανταπέδιδαν, αλλά την περίοδο 2004-2009 αυτή η άρρωστη σχέση διογκώθηκε υπερβολικά.

Δυστυχώς, κανείς δεν μελέτησε αυτήν τη σχέση για να ψάξει τα ακριβή στοιχεία, αλλά είδαμε αυτή την πενταετία την κρατική διαφήμιση να αυξάνει πάνω από 100%. Από τα 42 εκατ. ευρώ το 2003 έφτασε τα 85 το 2008. Για 42 εκατομμύρια επιπλέον πολλοί μιντιάρχες θα έκαναν πολλές χάρες.

Φυσικά, η κατανομή αυτής της διαφήμισης ήταν σκάνδαλο, που ενισχύει την υποψία ότι η επιπλέον διαφημιστική δαπάνη του κράτους χρησιμοποιήθηκε προς όφελος κυβερνητικών επιδιώξεων. Για παράδειγμα, η εφημερίδα «Χώρα της Κυριακής» το 2003 είχε πάρει 404.000 ευρώ και το 2007 έφτασε τα 2.668.000 ευρώ. Το τέλος των τηλεοπτικών καναλιών προς το Δημόσιο μειώθηκε από 2% του τζίρου τους σε 0,5%.

Οι προσλήψεις δημοσιογράφων σε κρατικούς φορείς την ίδια περίοδο αποκρύφτηκαν -λόγω της θεωρίας ότι η πρόσληψη στο Δημόσιο είναι προσωπικό δεδομένο- αλλά όλα δείχνουν ότι εκτινάχθηκαν. Μόνο στο αγροτικό κανάλι, που δεν ξέραμε ότι υπήρχε, μάθαμε κατόπιν εορτής ότι είχαν προσληφθεί 56 δημοσιογράφοι.

Για να μην αδικήσουμε, ούτε να υπερτιμήσουμε αυτό που ονομάστηκε «σύστημα Ρουσόπουλου», πρέπει να πούμε ότι δεν είναι η πρώτη φορά που τα ελληνικά ΜΜΕ δημιουργούν συνθήκες εικονικής πραγματικότητας και οι εικονικές πραγματικότητες που δημιουργούν τα ΜΜΕ δεν αφορούν μόνο την πολιτική. Δεν υπήρχε κανένα σύστημα Ρουσόπουλου στη δεκαετία του 1990 όταν οι Έλληνες νόμιζαν ότι οι Αλβανοί σφάζουν τους Σέρβους στη Βοσνία. Ούτε η εξάρτηση των ΜΜΕ από το κράτος και την εκάστοτε κυβέρνηση μπορούν να εξηγήσουν το γεγονός ότι το 2003 επί 22 ημέρες νομίζαμε ότι οι Ιρακινοί κερδίζουν τον πόλεμο με τους πανίσχυρους Αμερικανούς, και ότι η Βαγδάτη θα γίνει Στάλινγκραντ. Υπάρχουν δομικές αδυναμίες στη λειτουργία των ΜΜΕ στην Ελλάδα, μία από τις οποίες είναι η διάχυτη αντίληψη ότι δουλειά των δημοσιογράφων δεν είναι να ενημερώνουν τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξουν.

Υπάρχουν δομικές αδυναμίες σε επιχειρηματικό επίπεδο, οι οποίες αφενός ευνοούν την εξάρτηση από τον κρατικό κορβανά, και αφετέρου δεν επιτρέπουν στους δημοσιογράφους να κάνουν καλά τη δουλειά τους.

Υπάρχει έπειτα μια τάση των Ελλήνων δημοσιογράφων να ασχολούνται με την πολιτική, αλλά στην ουσία να αναπαράγουν την παραπολιτική. Σπανίως αναλύονται πολιτικές θέσεις και απόψεις, σπανίως ασχολούμαστε με ιδεολογικές συγκρούσεις. Όλα μεταφράζονται σε πολιτικό κουτσομπολιό, σε «κόντρες», «εντάσεις», «αιχμές», «συνωμοσίες».

Ένα παράδειγμα: Την Κυριακή 27 Ιουλίου 2008 ο τότε υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών κ. Γιώργος Αλογοσκούφης έδωσε μια συνέντευξη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Σ' αυτήν είπε αλήθειες και ψέματα. Η αλήθεια είναι ότι η οικονομία μας πάει από το κακό στο χειρότερο. Η ανταγωνιστικότητα κατρακυλάει, τα ελλείμματα διογκώνονται, οι οικονομικοί δείκτες στο σύνολό τους προοιωνίζονται τα χειρότερα. Τα ψέματα ήταν ότι η ελληνική οικονομία βγαίνει λιγότερο τραυματισμένη από τη διεθνή κρίση επειδή έγιναν οι μεταρρυθμίσεις (η αλήθεια εδώ είναι ότι η ελληνική οικονομία παρουσιάζει τη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη των «15» -και οσονούπω των «25»- επειδή ακριβώς σε περιόδους πολιτικής και οικονομικής ευφορίας δεν έγιναν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις).

Κι όμως ουδείς ασχολήθηκε ούτε με τις δύσκολες αλήθειες ούτε με τα τραγικά ψέματα του κ. Αλογοσκούφη. Το πολιτικο-δημοσιογραφικό σκηνικό συνταράχτηκε από μια δευτερεύουσα πρόταση σε μια δευτερεύουσα ερώτηση προς τον κ. Αλογοσκούφη. Έγιναν ερωτήσεις στο «πρες-ρουμ» και βαθυστόχαστες αναλύσεις για το αν η ΝΔ θα συμπράξει μετεκλογικώς με το ΠΑΣΟΚ στην περίπτωση μη αυτοδυναμίας. Η οικονομία, τα ελλείμματα, η χαμένη ανταγωνιστικότητα έφτασαν να μοιάζουν με ένα δισέλιδο γαρνίρισμα σε μια και μόνο πιθανολόγηση.

Η αίσθησή μου είναι ότι πάνω σε αυτές τις δομικές αδυναμίες χτίζεται το παιχνίδι των κυβερνήσεων με τα ΜΜΕ, το οποίο βέβαια έφτασε σε απίστευτο σημείο χειραγώγησης την περίοδο 2004-2009.

Εάν προσέξουμε, υπάρχει μια παραλληλία με την οικονομία. Η οικονομία μας είχε πάντα δομικές αδυναμίες. Πάντα οι πολιτικοί ξόδευαν κάτι παραπάνω, πάντα προσλάμβαναν στο Δημόσιο, πάντα υπήρχαν ελλείμματα και χρέη. Δηλαδή οι κυβερνήσεις πάντα τραβούσαν τα δημόσια οικονομικά λίγο παραπάνω απ' όσο έπρεπε. Αλλά μόλις το σύστημα έφτανε στα «κόκκινα», κάποιοι ξυπνούσαν κι έκαναν ένα σταθεροποιητικό πρόγραμμα προκειμένου να μη σπάσει. Μόνο κατά την περίοδο της προηγούμενης διακυβέρνησης κι ενώ έχουμε προειδοποιήσεις από παντού (η Κομισιόν μας στέλνει επιστολές, το ΔΝΤ μας προειδοποιεί κ.λπ.), αντί να προχωρήσουμε σε ένα πρόγραμμα σταθεροποίησης, αρχίζει ένα πρόγραμμα ακόμη μεγαλύτερης σπατάλης. Δηλαδή, πήραν ένα οικονομικό σύστημα με δομικές αδυναμίες και αυτές τις δομικές αδυναμίες τις επεξέτειναν σε σημείο έκρηξης.

Το ίδιο έγινε και με τα ΜΜΕ. Τα ελληνικά Μέσα είχαν πάντα δεσμούς χρήματος με το γκουβέρνο. Είτε νομιμοποιημένους (κρατική διαφήμιση, αφορολόγητο το 2% επί του τζίρου), είτε παράνομους (ας μην ξεχνάμε τα μυστικά κονδύλια του υπουργείου Εξωτερικών επί Σαμαρά). Αλλά, πάντα, δεν φτάναμε σε τέτοιο σημείο στρέβλωσης της πραγματικότητας. Όπως έγινε και με τα ελλείμματα, έτσι και με την ενημέρωση οι δομικές αδυναμίες χρησιμοποιήθηκαν σε σημείο έκρηξης.

Κι αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη συμβολή των κυβερνήσεων Καραμανλή στην ιστορία του τόπου. Φέρνοντας όλα τα συστήματα σε σημείο έκρηξης, μας αναγκάζει να κοιτάξουμε τις δομικές τους αδυναμίες. Το μόνο ερώτημα είναι αν προλαβαίνουμε και να τις διορθώσουμε.

Πέμπτη, Μαΐου 20, 2010

Κωδικός «απόσυρση»



@prokopisdoukas.blogspot.com

Η Sue διδάσκει αγγλικά, εδώ και χρόνια, στην Ελλάδα. Όταν ο φίλος της τη ρωτάει γιατί κόβει όλο το ποσόν στις αποδείξεις σε όλους τους μαθητές της, απαντάει «μονολεκτικά», σύμφωνα με την παιδεία και την πολιτική της συνείδηση: «Το κράτος είμαι εγώ».

Αντίθετα, η ψυχολόγος Μαρία, παρά το γεγονός ότι έζησε πολλά χρόνια στη Γερμανία, υποστηρίζει ότι «δεν βγαίνει» και δηλώνει μόνο τα μισά της εισοδήματα. Οι δικαιολογίες πολλές: Οι πελάτες της δεν αντέχουν την αύξηση, η δουλειά που κάνει είναι πολύ σημαντική για τη συνοχή της κοινωνίας, οι κάρτες της είναι φορτωμένες γιατί τα έφτιαξε όλα μόνη της...

Αν για τη Μαρία η αντίληψη ότι οι περισσότεροι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουμε συμβάλει στην καταστροφική πορεία της χώρας είναι «ενοχική» και βολικά την απορρίπτει, το ζητούμενο είναι τι επίπτωση θα έχουν τα μέτρα λιτότητας στην εξάπλωση αυτής της νοοτροπίας. Αν δηλαδή η αναπόφευκτη ύφεση οδηγήσει όλο και περισσότερους να επικαλούνται το «αφού περνάει κι ο άλλος με κόκκινο, θα περάσω κι εγώ»...

Ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας δείχνει προς το παρόν να αντιλαμβάνεται ότι η «συμφωνία της ανοχής» (σας αφήνω να κλέβετε πολλά, αν αφήνετε και μένα να κλέβω λίγο) δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να οδηγήσει τη χώρα στην ξέρα. Κι αν η παραοικονομία, που υπολογίζεται στο 30% του ΑΕΠ, είναι τραγικά πολλαπλάσια των δυσβάστακτων εξοπλισμών (του 4%), το ζητούμενο είναι πώς θα διαμορφωθεί το κοκτέιλ ανάπτυξη/ κρατικά έσοδα/ ανεργία.

Για πολλές εκφάνσεις της νεοπλουτικής ζωής των Ελλήνων, η κρίση είναι ήδη ευεργετική. Δυστυχώς, τη νύφη την πληρώνουν πάντα οι αδύναμοι. Οι χειρισμοί Παπανδρέου στην παγκόσμια επίθεση κατά του ευρώ (με όχημα αρχικά την Ελλάδα) επικρίνονται μεν, αλλά οι όποιοι άλλοι «διεκδικητές» καλύτερων λύσεων ωχριούν, βουτηγμένοι στον επαρχιωτισμό τους. Προς το παρόν, κύριος υπεύθυνος θεωρείται η ολιγωρία της Μέρκελ και οι όποιοι ερασιτεχνισμοί στο εσωτερικό πεδίο, μαζί με τις αδικαιολόγητες καθυστερήσεις (κυρίως στην επάνδρωση κρίσιμων θέσεων), περνούν σε δεύτερη μοίρα. Όχι για πολύ όμως.

Αν θέλουμε να δούμε κι άλλο φως στην άκρη του τούνελ, η Ελλάδα θα μπορούσε να αποτελέσει τον καταλύτη για μια παγκόσμια μεταμόρφωση του οικονομικού μοντέλου. Επίσης, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις ότι το χρέος μας δεν συμμαζεύεται με τίποτα (αν δεν φύγουμε από το ευρώ), έχουν αρχίσει και ακούγονται φωνές που υποστηρίζουν ότι η συνεχής διολίσθηση του ευρώ συμφέρει μια χώρα που προσπαθεί να «υποτιμηθεί».

Αν θέλουμε να ανησυχήσουμε κι άλλο όμως, δεν έχουμε παρά να δούμε μια ολοένα αυξανόμενη μηδενιστική τάση του εκλογικού σώματος, που αντί να προτείνει και να αναδείξει νέες λύσεις, αρκείται στην απόρριψη και στην αποχή. Ο Έλληνας εξακολουθεί και καταφεύγει στην «ιδωτεία», αντί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Και δυστυχώς, φλερτάρει και με λύσεις εξωθεσμικές ή αντιδημοκρατικές, σκάβοντας ακόμα περισσότερο το λάκο του μέλλοντός του.

Η τραγική και απαράδεκτη βία στη Μαρφίν της οδού Σταδίου ανέδειξε, με το χειρότερο τρόπο, μερικές από τις παθογένειές μας: Επιχειρηματίες που θέλουν προκλητικά να «παραγοντίσουν» και αυτοπαγιδεύονται στο θράσος τους. Πολιτικοί που οδηγούνται σε «σκυλοκαβγά», που μοιάζει άκρως συντεχνιακός, αντί να ξεκαθαρίσουν τα όρια και να κάνουν και αυτοί την αυτοκριτική τους. «Προοδευτικές» δυνάμεις που υπεραμύνονται όλων των άλλων, πλην της ανάγκης να καταδικαστεί αμετάκλητα η βία. Και ένα κοινωνικό σώμα που συνειδητοποιεί, σοκαρισμένο, πόσο «το ξέφραγο αμπέλι» παντού έχει οδηγήσει στην κατρακύλα.

Αν οι τρεις νεκροί προσωρινά «πάγωσαν» τις κοινωνικές αντιδράσεις, ο Ιούνιος προμηνύεται δύσκολος. Αν πράγματι αρχίσει ουσιαστική διαδικασία απόδοσης ευθυνών, με την εξεταστική για την οικονομία και άλλες κινήσεις, ενδεχομένως θα αρχίζει να ικανοποιείται το (εγχώριο και πανευρωπαϊκό) αίτημα για κάθαρση.

Οι πολιτικές και ποινικές ευθύνες πρέπει να αποδοθούν συγκεκριμένα και ονομαστικά – και όχι να διαχέονται «απολίτικα» και μπερλουσκονικά προς όλους, ώστε τελικά να μη φταίει κανείς. Ωστόσο, το πιο σημαντικό άλμα που πρέπει να γίνει είναι και το δυσκολότερο: Το πολιτικό και κομματικό προσωπικό, διαπλεκόμενο ευθέως με τις χειρότερες δυνάμεις της κοινωνίας, είναι γενικώς χαμηλότατου επιπέδου και σέρνει τη χώρα προς τα πίσω. Κι επειδή η αυτοκάθαρση μοιάζει λίγο ουτοπική, σημαντικότερη όλων είναι η ευθύνη της κοινωνίας, που οφείλει με επιμονή «ψείρας» να ξεκαθαρίσει και να αναδιατάξει το πολιτικό σκηνικό, στέλνοντας πολλούς σπίτι τους...

www.prokopisdoukas.blogspot.com

Κυριακή, Μαΐου 16, 2010

200 έδρες ... ανίσχυρη κυβέρνηση !!!

Γιατί το κυβερνών κόμμα απορρίπτει τη μείωση των βουλευτών από 300 σε 200 που προτείνει ο κ. Σαμαράς



ΚΑΜΙΑ ΤΥΧΗ δεν φαίνεται να έχει η πρόταση του προέδρου της ΝΔ κ. Αντ. Σαμαρά για μείωση του αριθμού των βουλευτών στο ελάχιστο προβλεπόμενο συνταγματικό όριο των 200 εδρών από 300 που είναι σταθερά τις τελευταίες δεκαετίες. Το αίσθημα αυτοσυντήρησης των ίδιων των μελών του Κοινοβουλίου συνιστά το πλέον ανυπέρβλητο εμπόδιο για την υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης, που ακόμη και η διατύπωσή της αντιμετωπίστηκε παγερά
από τους ίδιους τους βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Επιπροσθέτως όμως προβληματισμός εκφράζεται και από το γεγονός ότι η μείωση των εδρών δυσχεραίνει την επίτευξη κοινοβουλευτικής αυτοδυναμίας σε περιπτώσεις οριακής εκλογής,όπως
συνέβη στην εκλογική αναμέτρηση του 2007,οπότε η ΝΔ εξέλεξε 152 από τους 300 βουλευτές, ενώ με την κατανομή 200 εδρών με μεγάλη δυσκολία θα εξασφάλιζε τους 101 βουλευτές που θα της επέτρεπαν τον σχηματισμό μονοκομματικής κυβέρνησης.

«Δεν πρόκειται να βρεθεί κοινοβουλευτική σύνθεση που να ψηφίσει υπέρ του... αυτοχειριασμού της» είναι η άποψη την οποία εκφράζουν έμπειροι πολιτικοί, καθώς η μείωση των εδρών σε 200 θα δημιουργήσει «ντόμινο» αλλαγών στον εκλογικό και ευρύτερα στον πολιτικό χάρτη, με επιπτώσεις που θα επηρεάσουν την επανεκλογή πολύ μεγαλύτερου αριθμού βουλευτών από τις 100 κοινοβουλευτικές έδρες που θα περικοπούν.

Στο πλαίσιο αυτό δεν πέρασε απαρατήρητη η θετική αποδοχή που έτυχε μεταξύ των βουλευτών η ασυνήθιστη για τα κοινοβουλευτικά ειωθότα αντίδραση του προέδρου της Βουλής κ. Φ.Πετσάλνικου, ο οποίος από το βήμα με έμμεσο αλλά σαφή τρόπο απέρριψε την πρόταση του προέδρου της ΝΔ, παραθέτοντας στοιχεία για να υποστηρίξει την άποψη ότι η χώρα μας δεν έχει... υπεράριθμους βουλευτές σε αναλογία με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην πλειονότητα των οποίων συνυπάρχουν περισσότερα του ενός νομοθετικά σώματα με τη μορφή είτε της Ανω Βουλής είτε της Γερουσίας ή και περιφερειακών κοινοβουλίων. Επιπλέον ο κ. Πετσάλνικος για να υπερασπιστεί τη θέση του επιχειρηματολόγησε υποστηρίζοντας ότι το συνολικό κόστος της λειτουργίας του Κοινοβουλίου είναι 3,5 τοις χιλίοις των συνολικών δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, ενώ οι αμοιβές των σημερινών «300» αντιπροσωπεύουν το 1 τοις χιλίοις.

Θα έχανε την έδρα ο Πρόεδρος της Βουλής!

Σύμφωνα με την ισχύουσα συνταγματική ρύθμιση (άρθρο 54), η οποία θέλει τον αριθμό των βουλευτών τής κάθε εκλογική περιφέρειας να προκύπτει με βάση την τελευταία απογραφή, και εφόσον εξακολουθήσει να ισχύσει η ταύτιση των εκλογικών περιφερειών με τους σημερινούς νομούς, η ενδεχόμενη μείωση του συνολικού αριθμού θα μειώσει οριζόντια την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σε όλη την επικράτεια.

Ο οριζόντιος όμως περιορισμός των εδρών θα πλήξει κυρίως τις μικρότερες περιφέρειες, καθώς σε μια τέτοια περίπτωση θα μετατραπούν σε μονοεδρικές όλες οι υφιστάμενες διεδρικές περιφέρειες, με πρώτη από όλες την Καστοριά στην οποία εκλέγεται ο κ. Πετσάλνικος, και εφόσον γίνει μονοεδρικός ο νομός του βέβαιον είναι ότι θα περάσει σε «γαλάζια» χέρια. Ετσι εξηγείται μάλλον και η επιλογή του να δημοσιοποιήσει τη διαφωνία του με την προτεινόμενη ρύθμιση. Μονοεδρικές επίσης θα γίνουν περιφέρειες όπως η Φλώρινα, η Πρέβεζα, η Χίος, το Λασίθι και το Ρέθυμνο. Το ίδιο πολύ πιθανόν είναι να συμβεί, δηλαδή να μείνουν με ένα ή το πολύ δύο βουλευτές, με τη συντριπτική πλειονότητα των τριεδρικών περιφερειών, όπως η Αρκαδία, η Αργολίδα, η Αρτα, η Λακωνία, η Ξάνθη, η Ροδόπη, η Δράμα, η Χαλκιδική, το Κιλκίς, η Λέσβος, η Κέρκυρα και οι Κυκλάδες.

Από μία ως δύο έδρες θα χάσουν επίσης οι μεσαίου μεγέθους περιφέρειες, όπως οι τετραεδρικές (Εβρου, Καβάλας, Χανίων, Ημαθίας, Πέλλας, Πιερίας, Καρδίτσας, Κορινθίας, Βοιωτίας) που θα μετατρεπόταν αυτομάτως σε διεδρικές ή τριεδρικές, όπως και οι πενταεδρικές (Μεσσηνίας, Ιωαννίνων, Κοζάνης, Τρικάλων, Μαγνησίας, Φθιώτιδας και Δωδεκανήσου), ενώ δύο με τρεις απώλειες θα μετρήσουν οι λίγο μεγαλύτερες περιφέρειες, όπως η Αχαΐα (έχει τώρα 9), το Ηράκλειο και η Αιτωλοακαρνανία και η Λάρισα (έχουν 8), οι Σέρρες (7), καθώς και η Εύβοια με την Ηλεία (εκλέγουν 6).

Σε απόλυτους αριθμούς μεγαλύτερες θα είναι οι απώλειες- οι οποίες θα φθάνουν ως το ένα τρίτο των βουλευτών που εκλέγουν τώρα- στις πολύ μεγάλες περιφέρειες του λεκανοπεδίου Αττικής (θα περικοπούν περί τις 28-30 έδρες από τις συνολικά 85 έδρες των πέντε περιφερειών Α΄ και Β΄ Αθηνών, Α΄ και Β΄ Πειραιώς, καθώς και υπολοίπου Αττικής), αλλά και της Θεσσαλονίκης (θα καταργηθούν 7 ή 8 έδρες από τις συνολικά 23 που έχουν οι δύο περιφέρειες).

Ντόμινο αλλαγών στον εκλογικό χάρτη
Η προβολή των εκλογικών αποτελεσμάτων της τελευταίας αναμέτρησης (2009), όπως φαίνεται και στους σχετικούς πίνακες που επεξεργάστηκε «Το Βήμα», δίνει τον ακόλουθο κοινοβουλευτικό συσχετισμό:

* Το ΠαΣοΚ (με εκλογικό ποσοστό 43,92%) θα περιοριζόταν σε 107 βουλευτές, «χάνοντας» 53 έδρες από τις 160 που διαθέτει.

* Η ΝΔ (με 33,48%) θα είχε 61 έδρες, δηλαδή 30 λιγότερες από τους 91 βουλευτές που εξέλεξε.

* Στις 17 έδρες θα έφθαναν οι απώλειες των κομμάτων της ελάσσονος αντιπολίτευσης, καθώς θα περιορίζονταν το ΚΚΕ σε 14 έδρες (από 21 που έχει τώρα με ποσοστό 7,54%), ο ΛΑΟΣ στις 10 (από 15 με 5,63%) και ο ΣΥΡΙΖΑ στις 8 (από 13 με 4,6%).

Αντιστοίχως τα αποτελέσματα της εκλογικής αναμέτρησης του 2007 θα έδιναν την ακόλουθη κατανομή εδρών:

* Η ΝΔ (με ποσοστό 41,84%) θα εξέλεγε 101 βουλευτές έναντι 152. * Το ΠαΣοΚ (με 38,1%) θα έμενε με 68 βουλευτές από 102.

* 15 βουλευτές για το ΚΚΕ (που με ποσοστό 8,15% είχε 22 έδρες), εννέα για τον ΣΥΡΙΖΑ (που με 5,04% εξέλεξε 14) και επτά ο ΛΑΟΣ (που με 3,8% είχε εκλέξει 10).

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΖΙΟΒΑΡΑΣ

Κυριακή, Μαΐου 09, 2010

Αταραξία, νηφαλιότητα, ψυχραιμία και στοχασμός



Eνώ η θλιβερή εικόνα της Ελλάδος κάνει τον γύρο του κόσμου, τρεις συμπολίτες μας είναι ήδη νεκροί, θύματα ίσως μιάς τυφλής βίας προβοκατόρων. Εδώ ακριβώς είναι που χρειαζόμαστε αταραξία, νηφαλιότητα, ψυχραιμία και στοχασμό.

Μιά γρήγορη ματιά στην μηχανική―και όχι τελεολογική―δομή αιτίων και αιτιατών της τρέχουσας κατάστασης στην Ελλάδα (Σχ. 1), δείχνει πως η απειλή απώλειας της οικονομικής ελευθερίας του λαού της Ελλάδος, όπως και η απειλή γιά την εθνική ασφάλεια της χώρας οδηγούν σε μία επικίνδυνα ανερχομένη οργή του λαού. Η απειλή απώλειας της οικονομικής μας ελευθερίας είναι εξωγενής, προέρχεται δε από την επικειμένη παρέμβαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), της Κεντρικής Ευρωαϊκής Τραπέζης (ΚΕΤ) και της Τουρκίας.



Η απειλή γιά την εθνική ασφάλεια της χώρας είναι επίσης εξωγενής, προερχομένη από τις πολλαπλές επικείμενες παρεμβάσεις της Αλβανίας (Τσαμουργιά), της Βαρδάρσκας (Σκόπια) και πάλι φυσικά της Τουρκίας (Αιγαίο, Θράκη κλπ). Γιά όσους από μας δεν διαχωρίζουμε τους Έλληνες της Ελλάδος από τους Έλληνες της Κύπρου, επίσης νοιώθουμε την απειλή γιά την εθνική ασφάλεια της Κύπρου.

Ενδογενώς, με κάποια χρονική καθυστέρηση, η αυξημένη οργή λαού οδηγεί σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας (σύνδεσμος ή βέλος #1, Σχ. 1), οι οποίες έχουν δύο βασικά αποτελέσματα. Το πρώτο είναι η εκτόνωση της έντασης της οργής του λαού, η οποία εκτόνωση διαχρονικά μπορεί βαθμιαία να ελαττώσει τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Στην τρέχουσα δηλαδή κατάσταση στην Ελλάδα, υπάρχει ένα αρνητικό κύκλωμα ανάδρασης (feedback loop ή βρόχος #1, Σχ. 1), το οποίο λειτουργεί αντισταθμιστικά στην οργή του λαού μέσω των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας.

Το δεύτερο όμως άμεσο αποτέλεσμα των διαδηλώσεων―μέσω του συνδέσμου ή βέλους #2 στο Σχ. 1―είναι τα θύματα των διαδηλώσεων, τα οποία επαυξάνουν την αρχική οργή του λαού, μέσω του συνδέσμου ή βέλους #3 στο Σχ. 1. Έτσι λοπόν δημιουργείται ένα δεύτερο, θετικό τώρα κύκλωμα ανάδρασης (feedback loop ή βρόχος #2, Σχ. 1), το οποίο τείνει να λειτουργεί ως ένας φαύλος κύκλος οργής λαού, διαδηλώσεων και θυμάτων, που τείνει να επαυξάνει επέκεινα την αρχική οργή του λαού.

Οι πιθανολογούμενη εξέλιξη της τρέχουσας κατάστασης στην Ελλάδα είναι θέμα των εναλλακτικών εκδοχών που δείχνουν τα σενάρια Α και Β στο Σχ. 2. Δεδομένης μιάς βάσης οργής λαού υπό συνθήκες ομαλότητας, είναι πιθανόν, μετά από μία μεταβατική περίοδο μηνών, η οργή λαού να επανέλθει στο φυσιολογικό της επίπεδο ή βάση (σενάριο Α, Σχ. 2). Αυτό όμως είναι ένα σχέδιο ή σενάριο εξελίξεων υπό βέλτιστες συνθήκες ανατροπής των εξωγενών απειλών κατά της Ελλάδος.



Εάν, π.χ., οι εξωγενείς απειλές γιά την απώλεια της οικονομικής ελευθερίας και την εθνική σφάλεια ανατραπούν, τότε η κατάσταση στην Ελλάδα μπορεί να επανέλθει σε συνθήκες ομαλότητας, όπως δείχνει το σενάριο Α στο Σχ. 2. Καθόσον όμως οι εξωγενείς απειλές παραμένουν, τότε το σενάριο εξελίξεων Β μπορεί να ξεπεράσει ένα ακραίο σημείο επαναφοράς (tipping point), με μία τρομερή αύξηση στην οργή του λαού. H επικειμένη καταστροφή θα είναι αναπόδραστη και ασύλληπτης έκτασης αν μία τεράστια οργή λαού οδηγεί στην αποδόμηση της Ελλάδος από τον ίδιο μας τον λαό.

Φυσικά, η συστημική λύση είναι η ανατροπή της κατάστασης που προκαλείται από τις εξωγενείς απειλές στο Σχ. 1. Μέχρι όμως να γίνει η ανατροπή τούτη, και γιά να γίνει σωστά, νόμιμα και μεθοδευμένα, χρειαζόμαστε αταραξία, νηφαλιότητα, ψυχραιμία και στοχασμό, όσο το δυνατόν γίνεται. Διότι μόνο με αταραξία, νηφαλιότητα, ψυχραιμία και στοχασμό μπορούμε να σπάσουμε το θετικό κύκλωμα ανάδρασης (feedback loop ή βρόχος #2, Σχ. 1), το οποίο λειτουργεί ως φαύλος κύκλος οργής λαού, διαδηλώσεων και θυμάτων, που τείνει να επαυξάνει επέκεινα την αρχική οργή του λαού.

Το σπάσιμο του βρόχου τούτου μπορεί να γίνει στο βελάκι #2 στο Σχ. 1. Και γίνεται μόνον όταν κάνουμε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας με αταραξία, νηφαλιότητα, ψυχραιμία και στοχασμό.



* Νικόλαος Κ. Γεωργαντζάς
Καθηγητής Συστημικής Δυναμικής
FORDHAM UNIVERSITY, New York, NY 10023, USA

Ενα βήμα από την άβυσσο




Tου Αλεξη Παπαχελα

Δεν νομίζω ότι έχω νιώσει ποτέ τόση ανησυχία, αγωνία και θυμό γύρω μου. Είναι σαν ξαφνικά ο κόσμος να ξύπνησε από έναν λήθαργο ευδαιμονίας και αδιαφορίας, αλλά με πολύ απότομο και άγριο τρόπο. Οι πολίτες αυτής της χώρας είχαν κάνει τους λογαριασμούς τους, ήξεραν πόσα έπαιρναν, πόσα χρωστούσαν και πόσα χρειάζονταν για να ζήσουν. Είχαν κάνει επίσης τα προγράμματά τους για το πότε και πόση σύνταξη θα πάρουν, τις αξίες και τα εισοδήματα των ακινήτων τους. Δεν μπορούσαν ποτέ να φανταστούν πως είναι πολίτες ενός κράτους που οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα στη χρεοκοπία. Σοκαρίστηκαν όταν άκουσαν τον Κώστα Καραμανλή να προτείνει αυστηρά μέτρα στην προεκλογική περίοδο, αλλά «αποκοιμήθηκαν» όταν πείστηκαν από τον κ. Παπανδρέου ότι «λεφτά υπάρχουν». Οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι η κρίση για την οποία άκουγαν στα κανάλια δεν θα ερχόταν ποτέ στην Ελλάδα και κάποιοι έλεγαν αυτάρεσκα «θα δεις που εμείς θα τη σκαπουλάρουμε λόγω των ιδιομορφιών μας». Ακόμη και προχθές άκουσα έναν πιτσιρικά να εξηγεί στους υπόλοιπους πως «έλα μωρέ, δεν υπάρχει κρίση, είναι σαν τη γρίπη που μας έλεγαν ότι θα μας σκοτώσει όλους. Τα κανάλια τα κατασκευάζουν όλα αυτά για να μας τρομάξουν».

Εδώ και λίγες μέρες, έγινε σαφές σε όλους ότι τα πάντα αλλάζουν στις ζωές σχεδόν όλων. Και ξαφνικά το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια μας. Ο θυμός είναι γενικευμένος και στρέφεται κατά πάντων, εναντίον οιουδήποτε θεωρείται ότι συμμετείχε στο «σύστημα εξουσίας» της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Στην κοινωνία διακρίνει κανείς δύο ρεύματα. Το ένα είναι αυθόρμητο, εκρηκτικό και συμπεριλαμβάνει αστούς, ανέργους, πιτσιρικάδες κ. ά., οι οποίοι θέλουν (α) να πληρώσουν κάποιοι εξ αυτών που έκλεψαν ή σπατάλησαν δημόσιο χρήμα και (β) να αλλάξουν πρόσωπα και πράγματα στην πολιτική. Το άλλο είναι ένα διαχρονικό ρεύμα καταστροφικής διαμαρτυρίας που γίνεται τυφλό μίσος και καταλήγει στον φόνο τριών υπαλλήλων μιας τράπεζας. Ενας φίλος μου διηγήθηκε τη σκηνή ενός πιτσιρικά με κουκούλα που μοίραζε πέτρες σε διαδηλωτές και τους έλεγε «καλύτερα 200.000 παρά χίλιες πέτρες». Οι οπαδοί του μίσους και της βίας ελπίζουν πως θα προσελκύσουν νέους οπαδούς στο κίνημά τους και πως μια μέρα θα καταλάβουν ή θα κάψουν τη Βουλή. Θα μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί άραγε;

Πιστεύω πως θα εξαρτηθεί από πολλά πράγματα. Πρώτα απ’ όλα, από το αν ο κ. Παπανδρέου θα συνεχίσει να μιλάει σαν στρατηγός σε πόλεμο αλλά να φέρεται σαν επικεφαλής Ιδρύματος Μελετών. Μέχρι σήμερα, έχει κάνει ό, τι χρειαζόταν για να αποφύγει τα χειρότερα με απελπιστική καθυστέρηση, χωρίς να εξηγεί στον κόσμο τη γυμνή αλήθεια και ανεχόμενος ένα χαοτικό και ανοργάνωτο Μαξίμου και ανεπαρκείς υπουργούς σε 3 - 4 καίρια πόστα. Τώρα τα περιθώρια είναι δεδομένα και ελάχιστα. Αν το Μαξίμου, η κυβέρνηση, το κράτος δεν δουλέψουν όπως πρέπει, το επόμενο εξάμηνο θα βρεθεί απέναντι στο δίλημμα «νέα μέτρα ή χρεοκοπία;» Αποψή μου είναι πως τότε νέα μέτρα θα είναι αδύνατον να πάρει.

Πέραν της επάρκειας της κυβέρνησης Παπανδρέου, όμως, οι πολιτικοί θα πρέπει πολύ γρήγορα να πάρουν μέτρα που θα εξαερώσουν τη λαϊκή οργή. Η μείωση των βουλευτών σε διακόσιους, η κατάργηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών στην επόμενη Βουλή, η ταχύτατη διερεύνηση ορισμένων μεγάλων σκανδάλων θα βοηθήσουν καταλυτικά. Ο κ. Σαμαράς ήδη υποστήριξε ορισμένα εξ αυτών. Πολιτικός χρόνος, όμως, δεν υπάρχει και οι πολιτικοί πρέπει να το αντιληφθούν.

Το βράδυ της περασμένης Τετάρτης είδαμε με τι μοιάζει η άβυσσος στην οποία μπορεί εύκολα να κατρακυλήσει η Ελλάδα. Μπορούμε να ματώσουμε, αλλά να γίνουμε κάποια στιγμή μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα που δημιουργεί ή να μετατραπούμε σε μια ευρωπαϊκή εκδοχή της Αργεντινής με άγνωστες και σίγουρα βαριές συνέπειες. Ο θυμός είναι απίστευτος και η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη. Θα είναι πολύ κρίμα να πάρει φωτιά ο τόπος σε μια μεγάλη αυτοκαταστροφική υπερπαραγωγή, επειδή βρήκε προσάναμμα η βενζίνη που χύνουν όποτε και όπου μπορούν οι δυνάμεις του μίσους και του μηδενισμού.

Τρίτη, Απριλίου 20, 2010

Διδασκόμενοι από την Ελλάδα

Learning From Greece

© New York Times
@ppol.gr

του Πολ Κρούγκμαν

Η κρίση του χρέους στην Ελλάδα φτάνει στο σημείο της μη επιστροφής. Καθώς το ενδεχόμενο σχεδίου σωτηρίας της φάνηκε να απομακρύνεται, κυρίως λόγω της ισχυρογνωμοσύνης των Γερμανών, οι νευρικοί επενδυτές εκτόξευσαν στα ύψη τα επιτόκια των ελληνικών ομολόγων, αυξάνοντας δραματικά το κόστος δανεισμού της χώρας. Αυτό θα βυθίσει κι άλλο την Ελλάδα στα χρέη και θα υπονομεύσει περαιτέρω την αξιοπιστία της. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα γλιτώσει η χώρα από τη θανατηφόρα περιδίνησή της έως τη χρεοκοπία.

Είναι μια τρομερή ιστορία, που στέλνει σαφή διδάγματα σε όλους μας. Αλλά ποια ακριβώς;

Πράγματι, η Ελλάδα πληρώνει σήμερα το αντίτιμο της ανευθυνότητάς της κατά το παρελθόν. Αλλά αυτό επ' ουδενί δεν εξηγεί τις σημερινές της περιπέτειες. Η ελληνική τραγωδία υπογραμμίζει ακόμα τον υπέρτατο κίνδυνο που δημιουργεί κάθε αντιπληθωριστική νομισματική πολιτική.


Κι αυτό είναι ένα μάθημα που ας ελπίσουμε πως το θα λάβουν σοβαρά υπ' όψιν τους οι πολιτικοί στις ΗΠΑ.

Το βασικό που πρέπει να κατανοήσουμε όσον αφορά τη μοίρα της Ελλάδας είναι πως δεν οφείλεται στο υπερβολικό της χρέος. Το χρέος της Ελλάδας, της τάξης του 113% είναι πράγματι υψηλό, αλλά και άλλες χώρες αντιμετώπισαν ανάλογο χρέος, χωρίς μολοταύτα να βιώσουν κρίση. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες που το 1946, όταν μόλις έβγαιναν από το Β' παγκόσμιο πόλεμο, είχαν δημόσιο χρέος της τάξης του 122% του ΑΕΠ. Τότε, όμως, οι επενδυτές ένιωθαν ασφαλείς -και σωστά: την επόμενη δεκαετία το ποσοστό του αμερικανικού χρέους στο ΑΕΠ μειώθηκε στο μισό, καθησυχάζοντας τις όποιες ανησυχίες για το πώς θα κατάφερνε η χώρα να αποπληρώσει τα χρέη της. Το δημόσιο χρέος συνέχισε να μειώνεται έως το 1981, οπότε έφτασε στο 33%.

Λοιπόν, πώς τα κατάφερε η αμερικανική κυβέρνηση να ξεπληρώσει τα πολεμικά της χρέη; Στην πραγματικότητα ουδέποτε τα ξεπλήρωσε! Στα τέλη του 1946 όφειλε 271 δις δολάρια και στα τέλη του 1956, ακόμη περισσότερα (274 δις δολάρια). Το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ υποχώρησε όχι λόγω της μείωσης των δανεικών, αλλά λόγω της αύξησης του ΑΕΠ σε τιμές δολαρίου, που διπλασιάστηκε μέσα σε μια δεκαετία! Η άνοδος του ΑΕΠ σε τιμές δολαρίου τώρα οφείλεται σχεδόν εξίσου στην πραγματική αύξηση του ΑΕΠ λόγω της ανάπτυξης, όσο και στον πληθωρισμό, που μεταξύ 1946 και 1956 έφτασε στο 40%.

Δυστυχώς η Ελλάδα δεν μπορεί να ελπίζει σε κάτι παρόμοιο. Γιατί; Λόγω του ευρώ.

Μέχρι πρόσφατα η συμμετοχή της στην ευρωζώνη μπορεί να έδινε την εντύπωση ότι ευνοούσε την Ελλάδα, προσφέροντάς της φθηνά δάνεια και μεγάλες εισροές κεφαλαίου, που όμως πυροδότησαν και τον πληθωρισμό. Έτσι, όταν τελείωσε το πάρτι, η Ελλάδα βρέθηκε με τιμές και κόστη αντίστοιχα με εκείνα των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Αργά ή γρήγορα, οι ελληνικές τιμές θα πρέπει να προσγειωθούν. Πράγμα που σημαίνει πως, σε αντίθεση με ότι συνέβη στη μεταπολεμική Αμερική, που ήταν σε θέση να «πληθωρίσει» ένα τμήμα του χρέους της, η Ελλάδα θα δει το χρέος της να επιδεινώνεται λόγω του αποπληθωρισμού.

Αλλά τα προβλήματα δε σταματούν εδώ: ο αποπληθωρισμός είναι μια επώδυνη διαδικασία, που πλήττει αναπόφευκτα την ανάπτυξη και την απασχόληση. Πράγμα που σημαίνει πως η Ελλάδα δεν μπορεί να ελαφρύνει το χρέος της ούτε διαμέσου της ανάπτυξης. Αντιθέτως, θα χρειαστεί να διαχειριστεί το χρέος της ενώ η οικονομία της παραμένει στάσιμη, στην καλύτερη περίπτωση.

Οπότε ο μόνος δρόμος που μένει στην Ελλάδα για να αντιμετωπίσει το χρέος της είναι να μειώσει τις δαπάνες της και να αυξήσει τα έσοδά της, μέτρα που δεν μπορεί παρά να επιδεινώσουν την ανεργία. Οπότε ουδόλως θα πρέπει να μας εκπλήσσει που οι αγορές χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην Ελλάδα και ωθούν την όλη κατάσταση στα άκρα.

Τι μπορεί να γίνει από εδώ και πέρα;

Ασφαλώς υπήρχε η ελπίδα ότι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να φτάσουν σε μια συμφωνία και να εγγυηθούν την αποπληρωμή του ελληνικού χρέους με αντάλλαγμα δεσμεύσεις των Αθηνών για δημοσιονομική λιτότητα. Αλλά χωρίς τη Γερμανία παρόμοια συμφωνία δεν είναι δυνατή

'Αλλη λύση είναι να προσπαθήσει η Ελλάδα να ελαφρύνει ένα μέρος των προβλημάτων της, εγκαταλείποντας το ευρώ και υποτιμώντας το νόμισμά της. Αλλά είναι δύσκολο να δει κανείς πώς θα έκανε κάτι τέτοιο χωρίς να πυροδοτήσει μια πορεία κατεδάφισης του τραπεζικού της συστήματος. Πράγματι, ανησυχούντες καταθέτες ήδη αρχίζουν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τις ελληνικές τράπεζες.

Όπως βλέπετε, δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις εδώ -για να είμαστε ειλικρινείς, δεν υπάρχουν ούτε καν μη-οδυνηρές απαντήσεις.

Αλλά τι διδάσκει η Ελλάδα στις ΗΠΑ; Ασφαλώς μακροπρόθεσμα χρειάζεται δημοσιονομική υπευθυνότητα. Αυτό όμως προϋποθέτει να βλέπεις τη μακροπρόθεσμη, μεγάλη εικόνα και όχι να μετράς δεκάρα-δεκάρα τις βραχυπρόθεσμες δαπάνες σου, μπας και βελτιώσεις μια παραπαίουσα οικονομία.

Εξίσου σημαντικό όμως είναι να αποφύγουμε κάθε αποπληθωριστική δυναμική, ακόμη και το χαμηλό πληθωρισμό. Ευτυχώς, οι ΗΠΑ, σε αντίθεση με την Ελλάδα, δεν έχουν παγιδευτεί στο νόμισμα κάποιου τρίτου. Από την άλλη, όπως αποδεικνύει η Ιαπωνία, ακόμη και χώρες που διαθέτουν δικό τους νόμισμα μπορεί να εγκλωβιστούν στην αποπληθωριστική παγίδα.

Αυτό που με ανησυχεί περισσότερο όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση στις ΗΠΑ είναι πως ακούω να δυναμώνουν οι ιαχές των «γεράκων» του αντι-πληθωρισμού που εγκαλούν την κεντρική τράπεζα να αυξήσει το βασικό της επιτόκιο, ενώ η απασχόληση μόλις που ανακάμπτει δειλά-δειλά. Αλλά αυτό δεν είναι όλο: το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ θα είναι διαχειρίσιμο μόνο εφόσον επιστρέψουμε στην ισχυρή ανάπτυξη, με ήπιο πληθωρισμό. Αν αντιθέτως επικρατήσουν οι «σφιχτοχέρηδες», αυτό δε θα συμβεί, και τίποτα πλέον δε θα είναι βέβαιο.