Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, Ιανουαρίου 28, 2011

Η Πολιτική της Αμφιβολίας



@AthensVoice


Για να γράψω αυτό το κείμενο, διαβάζω κάθε βδομάδα 19 με 23 εφημερίδες. 2 με 3 βιβλία. Οκτώ με δέκα συνήθως βλέπω δελτία ειδήσεων. Λίγο ραδιόφωνο, τη Δευτέρα νυχτερινές πολιτικές εκπομπές, κάθε μέρα περνάω από καμιά δεκαριά ενημερωτικά sites. Χωρίς να υπολογίσω τηλέφωνα, συναντήσεις, πληροφορίες. Για 700 λεξούλες.
Ωστόσο, ποτέ δεν μου φαίνονται αρκετά. Συνέχεια έχω την αίσθηση ότι ξέρω λίγα. Από τη νύχτα της Δευτέρας που το γράφω μέχρι το βράδυ της Τετάρτης που κυκλοφορεί η Voice, το παίζω ξανά και ξανά σαν κασέτα στο μυαλό μου. Μήπως έχω κάνει κάποιο λάθος; Μήπως είναι μονόπλευρο; Στο λίγο χώρο ενός κειμένου αναγκαστικά φωτίζεις μια πλευρά της ιστορίας κάθε φορά και οι αναγνώστες που ξεφύλλισαν μια εφημερίδα, που βρέθηκαν μ’ ένα link μπροστά στο κείμενο στο internet, δεν είναι υποχρεωμένοι να ’χουν παρακολουθήσει την πορεία της σκέψης σου από Πέμπτη σε Πέμπτη. Μήπως η ιστορία που λέω δεν είναι ισορροπημένη, μήπως η εικόνα της πραγματικότητας που μεταδίδω είναι αποσπασματική; Υπάρχουν τόσες οπτικές να δεις τα γεγονότα.

Τις μέρες, τις βδομάδες που ακολουθούν, νέα στοιχεία γίνονται γνωστά, το κείμενο θέλει διόρθωμα. Περνάνε οι μήνες, αλλάζουν τα γεγονότα, αλλάζει η πραγματικότητα, αλλάζει ο τρόπος που την αντιλαμβάνομαι. Οι απόψεις μας αλλάζουν, μόνο οι ζηλωτές μένουν ίδιοι.

Αμφιβάλλω συνεχώς. Και φροντίζω να το κάνω γνωστό, παρεμβάλλω μικρές φράσεις: Νομίζω, αν δεν κάνω λάθος, αν αυτό είναι αλήθεια, τότε… Επειδή πάνω από αυτό το κείμενο υπάρχει η λέξη edito και επειδή ξέρω ότι για αρκετούς ανθρώπους αυτό σημαίνει εγκυρότητα, η επίσημη άποψη της εφημερίδας, προσπαθώ να το υπονομεύω κι αυτό: γράφω σε πρώτο πρόσωπο, λέω μια ιστορία, είδα κάτι και σκέφτηκα ότι. Για να κάνω δεδομένο ότι αυτά τα λέει ένας Φώτης, όχι το Μέσον, όχι το «ρεπορτάζ», όχι η «ενημέρωση».

Με τρομάζει η απόλυτη σιγουριά που κυκλοφορεί στο δημόσιο διάλογο. Οι οργισμένες, φανατικές βεβαιότητες. Όχι οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις, αυτό είναι φυσιολογικό. Έτσι είναι η δημοκρατία, αντιτιθέμενα συμφέροντα και αλληλοσυγκρουόμενες επιδιώξεις και πολιτική, προοδευτική πολιτική, είναι να βρίσκεις συνθέσεις, «έντιμους συμβιβασμούς», που οδηγούν σε βελτίωση των συνθηκών για όσο το δυνατόν περισσότερους. Όμως η απόλυτη, η φανατική σιγουριά, είναι άλλο πράγμα.

Έχουν πάντα απόλυτο δίκιο. Ο λόγος τους δεν έχει καμία ρωγμή. Δεν μιλάνε για τον εαυτό τους, για την επαγγελματική τους ομάδα, μιλάνε πάντα και μόνο για τον Λαό. Με κεφαλαία. Ό,τι κάνουν, για το λαό το κάνουν, για τις συγκοινωνίες του λαού, για τα φαρμακεία του λαού, είναι οι φίλοι του λαού. Στο λόγο τους δεν υπάρχει καμία αυτοκριτική, δεν έχουν κάνει κανένα λάθος, δεν τους βαραίνει καμία ιδιοτέλεια, έχουν κάθε δικαίωμα στον εισαγγελικό λόγο. Γιατί αυτοί και μόνο αυτοί, υπηρετούν τον Λαό. Κι αυτό τους τα επιτρέπει όλα. Είναι όπως με τη θρησκεία. Αν κάνεις κάτι εν ονόματι του Θεού, τότε επιτρέπεται. Ο λιθοβολισμός μέχρι θανάτου, η πυρά, η Ιερά Εξέταση, οι Σταυροφορίες, η Τζιχάντ, η καταπίεση των ανθρώπων που δεν είναι σαν κι εσένα.

Για τους σταυροφόρους οι «άλλοι» δεν είναι απλώς πολιτικοί αντίπαλοι, είναι εχθροί, έχουμε πόλεμο, κι όταν έχουμε πόλεμο όλα επιτρέπονται. Απειλούν, ο καιρός γαρ εγγύς, έρχεται η σειρά σας, προτείνουν ανέγερση μαρμάρινης πλάκας στο Σύνταγμα με τα ονόματα αυτών που ψήφισαν το μνημόνιο για να θυμάται ο λαός τους προδότες, κολλάνε τα πρόσωπά τους σε τοίχους, γράφουν τα ονόματα δημοσιογράφων σε αφίσες, προπηλακίζουν, λιντσάρουν κάποιους, κάποιους τους δολοφονούν. Η «δίκαιη οργή» λένε τότε υποκριτικά και συνεχίζουν απτόητοι, ξέρουν πολύ καλά πόσο διεγερτικό είναι να ’χεις ανθρώπους να μισείς.

Βαθμιαία η πολιτική υποχωρεί, γίνεται πρωτόγονη, αντικαθίσταται με την πολιτική των αγράμματων: τις θεωρίες συνωμοσίας. Είμαστε ένας ηρωικός λαός που υποφέρει, οι ξένοι που μας ζηλεύουν, που θέλουν να σβήσουν την ηρωική κληρονομιά μας, το αδούλωτο φρόνημα, μας χρησιμοποιούν σαν πειραματόζωα, κερδοσκοπούν εις βάρος μας. Με συμμάχους κατοχικές κυβερνήσεις, προδότες και δοσίλογους που θα φύγουν με ελικόπτερο. Κι εμείς, όλοι εμείς, ο Λαός, δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, μόνο να «αντισταθούμε», να «εξοντώσουμε το τέρας της ξένης εξάρτησης».

Ο λαϊκισμός είναι συντηρητική ιδεολογία. Δεν ψάχνει λύσεις στα προβλήματα, αναζητά ενόχους. Ψάχνει ένα εξιλαστήριο θύμα, έναν αποδιοπομπαίο τράγο να του φορτώσουμε την ενοχή, να επενδύσουμε επάνω του την οργή, τους φόβους, τις αδυναμίες, για να συνεχίσουμε ξανά στα ίδια, να μην αλλάξουμε τίποτα. Να μη βρούμε τις αιτίες, να μην αποκαλυφθούν οι κοινωνικές σχέσεις, οι ανισότητες, τα προνόμια, να μην αντιμετωπίσουμε τις αιτίες της καθυστέρησης.

Ο εισαγγελικός λόγος, η πολεμική ρητορική, ο θρησκευτικός φανατισμός, κρύβουν ιδιοτέλειες, κοινωνικό εγωισμό, νωθρότητα, άγνοια. Κρύβουν ακόμα αυτούς που δεν κάνουν τη δουλειά τους. Ο εθνολαϊκισμός είναι βολικός, αντί για σκέψη, για μελέτη, για έρευνα στοιχείων, αρκούν πατριωτικά συνθήματα, φλογερές διακηρύξεις, φιλολαϊκές κορόνες.

Η αμφιβολία είναι δυσάρεστο συναίσθημα, αγχωτικό. Αυτό όμως μας κάνει πολιτισμένους. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Μόνο να αμφισβητούμε, να εξετάζουμε τα γεγονότα, να ζητάμε στοιχεία. Να παίρνουμε αποστάσεις από τους ζηλωτές, τους ταγμένους, τους σίγουρους πάντα, αυτούς με την ιερή φλόγα στο μάτι. Μόνο η αμφιβολία μάς κάνει να ψάχνουμε κι άλλο, να βρίσκουμε το καινούργιο, την αλήθεια. Να αμφιβάλλουμε στα συνθήματα, να αμφιβάλλουμε γι’ αυτά που κι εμείς οι ίδιοι λέμε.

Ο κόσμος αλλάζει, κι εμείς μαζί του !!!

Παρασκευή, Ιανουαρίου 07, 2011

Η «Σιωπηρή Πλειοψηφία» καλείται να χτίσει την Ελλάδα του μέλλοντος



@Ευστάθιος Θ. Πολίτης


Διαχρονικό ίδιον του λαού μας η μοιρολατρία. Μα, τη χρονιά που μόλις μας άφησε, υπήρξε μία αληθινά πρωτόγνωρη έκρηξή της. Αναλυτές και διαμορφωτές γνώμης, πολιτικάντηδες και τηλεοπτικοί διάττοντες αστέρες, διαφόρων λογιών μοιρολογίστρες και Κασσάνδρες, διαγωνίζονταν για το ποια θα μπορέσει να εφεύρει το πλέον καταστροφολογικό και δακρύβρεχτο σενάριο για το μέλλον της χώρας.

Η ίδια άκρως ανεύθυνη κινδυνολογία, έχει σπεύσει να ανακηρύξει το νεόκοπο 2011, σε annus terribilis, στο «έτος του τρόμου». Πτωχεύσεις επίκεινται, «η χώρα θα φαλιρίσει», «να πάρουμε τα λεφτά μας από τις τράπεζες όσο προλαβαίνουμε». Άκρατος λαϊκισμός του χειρίστου είδους. Ανερμάτιστος, σκοταδιστικός, πνιγερός. Αλλά και ανεδαφικός ως προς την ουσία των όποιων επιχειρημάτων του. Και επιπρόσθετα, στο άκρον άωτον της υποκρισίας, έρχονται τα ίδια πρόσωπα να αναρωτηθούν -«μα, γιατί έχουν γίνει τόσο απαισιόδοξοι οι Έλληνες;».

Αλήθεια όμως, είναι όλα τόσο μαύρα, τόσο αναπότρεπτα καταστρεπτικά; Πέσαμε όντως από την άκρη του γκρεμού και τσακιστήκαμε; Επιτρέψτε μου να εκφράσω τις επιφυλάξεις μου. Την περασμένη άνοιξη, η ελληνική οικονομία, ανήμπορη να αντιμετωπίσει τη σφοδρότατη κρίση χρέους, αναγκάστηκε να καταφύγει στο περιώνυμο «μνημόνιο» και στο συνακόλουθο μηχανισμό στήριξης. Έχοντας αυτά ως δεδομένα, ας ξεκαθαρίσουμε κάποια απλά πραγματάκια. Το ελληνικό χρέος «ανήκει» ως επί το πλείστον σε τρείς ευρωπαϊκές τράπεζες – δύο γαλλικές (Societe Generale και Credit Agricole) και μία γερμανική (Hypo Real Estate). Σε περίπτωση πτώχευσης του ελληνικού κράτους, τα τραπεζικά συστήματα Γαλλίας και Γερμανίας θα έχουν υποστεί ανεπανόρθωτο χτύπημα. Αλλά και αυτό να μην ίσχυε, σε περίπτωση κατάρρευσης οποιουδήποτε μέλους της Ευρωζώνης, την επομένη κιόλας θα ακολουθήσει και ολόκληρο το οικοδόμημα της νομισματικής ένωσης. Συνεπώς, με δεδομένη την τήρηση του «μνημονίου» και την ύπαρξη του μηχανισμού στήριξης, δεν τίθεται ζήτημα πτώχευσης της χώρας. Τελεία.

Πέραν τούτου όμως, υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που καταδεικνύουν ότι η κατάσταση μπορεί να είναι δύσκολη μεν, σε καμία περίπτωση μη αναστρέψιμη δε. Πρώτα απ’όλα, η ύφεση (εικ. 4) στην οποία έχει περιέλθει η ελληνική οικονομία, δεν είναι μοναδικό ούτε και ανεξήγητο φαινόμενο. Αντιθέτως, είναι απολύτως φυσιολογικό, για περιπτώσεις χωρών που λαμβάνουν τέτοιας βαρύτητας μέτρα λιτότητας. Το 2009 ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης των χωρών της Ευρωζώνης έκλεισε στο -4%, με οικονομίες όπως αυτές της Γερμανίας και της Βρετανίας να κινούνται στο -5%. Η διαφορά είναι ότι η μεγάλη υφεσιακή βουτιά για την Ελλάδα ήρθε ένα χρόνο μετά, χωρίς φυσικά να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι ένας ρυθμός της τάξης του -3,9% είναι δα και η συντέλεια του κόσμου. Η Ισλανδία λ.χ., μετά από ένα κατακλυσμιαίο -14,5%, βρέθηκε από φέτος σε εντυπωσιακή τροχιά ανάκαμψης.

Παράλληλα, αυτή καθεαυτή η κατάσταση στην οποία βρίσκεται στο σύνολο του ο μηχανισμός της ελληνικής οικονομίας, φανερώνει τα τεράστια περιθώρια ανάταξης που υπάρχουν. Συγκεκριμένα, μόνο με την άρση των υφιστάμενων περιορισμών και σκληρώσεων στην επιχειρηματικότητα, στις αγορές και στα επαγγέλματα, οι δυνατότητες επίτευξης κατακόρυφων αυξήσεων του προϊόντος, της ανταγωνιστικότητας, αλλά και της απασχόλησης, είναι πραγματικά πολύ μεγάλες.

Επιπλέον, στα παραπάνω, προστίθεται και ένας κοινωνιολογικού χαρακτήρα παράγοντας, ο οποίος έχει και την πιο βαρύνουσα σημασία. Στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, έχει πλέον σαφέστατα διαμορφωθεί, μία «Σιωπηρή Πλειοψηφία» πολιτών, η οποία γνωρίζει πολύ καλά ότι έχει έρθει το πλήρωμα του χρόνου για το κτίσιμο μίας νέας Ελλάδας, μίας χώρας εκ βάθρων διαφορετικής από το ερείπιο που κείτεται στο βούρκο της κρίσης, της διαφθοράς και των πελατειακών σχέσεων. Και μάλιστα, γνωρίζει ότι «ήγγικεν η ώρα», όχι επειδή το επιβάλλει ένα «μνημόνιο», αλλά επειδή έχει συνειδητοποιήσει ότι το αληθινό ατομικό και συλλογικό της συμφέρον, είναι υποθηκευμένο σε αυτήν ακριβώς τη ριζική μεταρρύθμιση της χώρας.

Προσοχή! Κανείς δεν διατείνεται ότι η κατάσταση είναι απλή ή εύκολα αναστρέψιμη. Τουναντίον. Η χώρα διανύει τη μεγαλύτερη κρίση της νεότερης ιστορίας της, με την αποδόμηση του μεταδικτακτορικού μοντέλου να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Αυτή η κρίση έχει πλήξει εισοδήματα, έχει «φουντώσει» την ανεργία, έχει επηρεάσει δραστικά κάθε πτυχή της ζωής της πλειοψηφίας των πολιτών. Το εγχείρημα της ανάτασης, είναι κάτι περισσότερο από προφανές ότι απαιτεί ηράκλειες δυνάμεις και αντοχές.



Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει να υπάρξει πλέον, ούτε μία στιγμή χαμένη. Είναι καιρός –επιτέλους- να ανασκουμπωθούμε και να στρωθούμε στη δουλειά. Οι δομικές μεταρρυθμίσεις που προβλέπονται κι από το ίδιο το «μνημόνιο» θα ανοίξουν το δρόμο, καθαρίζοντάς τον από αγκυλώσεις και προστατευτισμούς και δημιουργώντας συνθήκες ανάπτυξης και ένα περιβάλλον πιο ανοιχτό και φίλιο προς την επιχειρηματικότητα. Αλλά αυτό δεν αρκεί, θα είναι μοναχά η αρχή. Ένα κράτος πιο ευέλικτο και φιλικό προς τον πολίτη, ένα σταθερό και φιλικό προς τις επιχειρήσεις φορολογικό σύστημα, ανάπτυξη και ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα, υψηλή κατάρτιση του εργασιακού δυναμικού, είναι μερικές από τις απαραίτητες συνθήκες για στηθεί ένα σκηνικό υγιούς ανάπτυξης.

Αυτό που ίσως όμως, αποτελεί το πλέον απαιτητό κομμάτι του παζλ της ανάκαμψης, είναι η δημιουργία και η επικοινωνία ενός Οράματος χειροπιαστού και οικείου, όχι απροσδιόριστου και ξενόφερτου. Κάθε τιτάνια προσπάθεια άλλωστε, είναι καταδικασμένη εκ των προτέρων χωρίς την ύπαρξή του. Η μέγιστη συνεισφορά του δε, εδράζεται στη μεταβολή της Ψυχολογίας των πολιτών και στη δημιουργία της Ελπίδας –αυτών των τόσο απρόβλεπτων και τόσο κρίσιμων μεταβλητών στην πολύπλοκη εξίσωση της εξόδου από την κρίση.

Συνοψίζοντας, το νέο έτος που μόλις υποδεχθήκαμε, είναι ίσως το κρισιμότερο στη νεότερη ιστορία του τόπου. Η «Σιωπηρή Πλειοψηφία» καλείται με αισιοδοξία και αληθινή προσπάθεια, να επιτύχει τη μεγάλη υπέρβαση και να μας οδηγήσει στην Ελλάδα του μέλλοντός μας. Δρώντας με πραγματισμό και πατώντας γερά στα πόδια της, οφείλει να δώσει τη βροντερή της απάντηση στις μοιρολογίστρες, που έσπευσαν να καταδικάσουν αυτήν, το μέλλον της και την ίδια την χώρα…

Σάββατο, Νοεμβρίου 13, 2010

Το νέο κόμμα ξεκίνησε από την Κρήτη



Οι αυτοδιοικητικές εκλογές τελειώνουν την ερχόμενη Κυριακή. Νομίζετε... Υπάρχει ένας-ακόμη-γύρος, ανάμεσα στον Α. Σαμαρά και την Ν. Μπακογιάννη. Την Κυριακή 21 Νοεμβρίου, η κ. Μπακογιάννη, σε συγκέντρωση στην Αθήνα, αναγγέλλει την ίδρυση νέου πολιτικού σχηματισμού, με προίκα από την... Κρήτη!


Ευτύχης Παλλήκαρης



Πόσο ενοχλητικό είναι το... κρητικό αγκάθι για τη ΝΔ; Την ημέρα που ο κ. Σαμαράς ένιωθε περίπου καβάλα στο άλογο, έτοιμος να ρίξει μπαλωθιές με βάση τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου, o εκλεκτός υποψήφιός του για την περιφέρεια Κρήτης Γ. Πλακιωτάκης είδε την πλάτη του Δ. Γιαννουλάκη, που στήριξε η Ντόρα Μπακογιάννη. Ο συνδυασμός «Μάχη για την Κρήτη» συγκέντρωσε 55.000 ψήφους. Ο κ. Πλακιωτάκης, αρκετά χαμηλότερα, στις 46.700 ψήφους. Τις μπαλωθιές τις έριξαν άλλοι, στον Ψηλορείτη.

Κι ενώ οι άνθρωποι της ΝΔ έλεγαν πως δεν μπορεί, κάποιοι από το ΠΑΣΟΚ έβαλαν πλάτη για να ανέβει το ποσοστό του Δ. Γιαννουλάκη, η κ. Μπακογιάννη με δήλωσή της έλεγε πως το μήνυμα της κάλπης ήταν η απόρριψη και για το ΠΑΣΟΚ, που έχασε 1.200.000 ψήφους σε σχέση με τις εκλογές του 2009, αλλά και για τη ΝΔ, που την ψήφισαν 550.000 πολίτες λιγότεροι από την ιστορική ήττα της παράταξης στις περσινές εκλογές.

Η αλήθεια είναι πως επτά μήνες μετά τη διαγραφή της από τη ΝΔ επειδή ψήφισε «ναι» στο μνημόνιο, η κ. Μπακογιάννη φιλοδοξεί να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή με ένα νέο κόμμα. Πού βασίζει την αισιοδοξία της, καθώς ακόμα και σήμερα επιφανή στελέχη της ΝΔ όπως ο Δ. Αβραμόπουλος υπενθυμίζουν ότι ήταν κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος υπό τον Κώστα Καραμανλή, με άμεση συμμετοχή στις αποφάσεις που ζημίωσαν παράταξη και τόπο; Η κ. Μπακογιάννη το μετράει αλλιώς. Καταρχάς ο αριθμός των ψήφων του συνδυασμού που στήριξε στην Κρήτη ισοδυναμεί με το 1% του εκλογικού σώματος. Άρα ο στόχος της εισόδου στη νέα Βουλή, όποτε γίνουν οι εκλογές, δηλαδή το όριο του 3%, δηλαδή του πανελλαδικού φράγματος των 150.000 ψήφων, δεν είναι ανέφικτος. Επιπλέον, η κ. Μπακογιάννη πιστεύει ότι στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν, δεν θα υπάρξει αυτοδυναμία και συνεπώς η ανάγκη συνεννόησης μεταξύ των κομμάτων θα προκύψει εκ του αποτελέσματος και, άρα, θα υπάρξει ανάγκη και ρόλος για ένα νέο κόμμα. Τέλος, πιστεύει ότι όσοι απείχαν σε αυτές τις εκλογές αποτελούν εν δυνάμει ακροατήριο για κάτι νέο...

Ο κ. Σαμαράς ωστόσο θεωρεί εαυτόν, παρά τις απώλειες, «αφεντικό της Κεντροδεξιάς», καθώς εδραίωσε την αρχηγία του στη ΝΔ στην πρώτη κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση. Ξέρει όμως ότι ο στόχος της αυτοδυναμίας είναι προς το παρόν ανέφικτος, ενώ η αντιμνημονιακή του πολιτική δεν του απέφερε τα κέρδη που προσδοκούσε. Η κ. Μπακογιάννη απαντά ότι η εποχή της αυτοδυναμίας πέρασε ανεπιστρεπτί στη χώρα. Ο κ. Σαμαράς όμως εξακολουθεί να ελπίζει και να επενδύει στη φθορά του ΠΑΣΟΚ, που κατά τη γνώμη του φέρνει πιο κοντά τις εκλογές, δηλαδή μέσα στο 2011. Αλλά όπως και να το κάνουμε, την Ντόρα δεν την «έσβησε». Άλλωστε οι περισσότεροι βουλευτές της ΝΔ στήριξαν τον εκλεκτό του Α. Σαμαρά και τώρα... Τώρα ορισμένοι από αυτούς –όπως η Ό. Κεφαλογιάννη στο Ρέθυμνο, που εξελέγη οριακά στις περσινές εκλογές– νιώθουν ότι η κ. Μπακογιάννη έγινε αίφνης ρυθμιστής για την επανεκλογή τους.

Περίεργο σκηνικό στ’ αλήθεια – όπως και πολλά «κουζουλά» που συμβαίνουν στο νησί... Τη Δευτέρα 1 Νοεμβρίου, η Ντόρα περιόδευσε στα χωριά του Μυλοποτάμου – Ζωνιανά, Πέραμα, Ανώγεια. Στα Λιβάδια ένας χωριανός την προσφώνησε ως εξής: «Ευχαριστούμε την κ. Μπακογιάννη που ιδρύει νέο κόμμα στις 21 Νοεμβρίου. Μας έβγαλε από ένα μεγάλο... αδιέξοδο. Τα Λιβάδια ποτέ δεν ψήφισαν και ούτε πρόκειται να ψηφίσουν προδότες»! Για να μην ξεχνιόμαστε, δηλαδή.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 14, 2010

Οκτώ μύθοι για την κρίση

Το στοίχημα για την Ελλάδα είναι να μην πάει η κρίση χαμένη, να αρχίσει να κινείται σε άλλη τροχιά πιο παραγωγική.

@Πάσχος Μανδραβέλης


Καλή είναι η ποίηση, αλλά στον διάλογο χρειαζόμαστε και κάποιους αριθμούς για να καταλάβουμε που βρισκόμαστε σήμερα, ώστε να δούμε που θα πάμε. Καλοί είναι και οι μύθοι, διακρινόμαστε ως λαός στην παραγωγή τους, αλλά δεν βοηθούν στην παραγωγή άλλων πραγμάτων που σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο. Γι αυτο κι εγώ θα μιλήσω για οκτώ από τους πολλούς μύθους που γέννησε η κρίση.



Μύθος Νο 1: Η Ελλάδα χρεοκόπησε.

Λάθος· δεν χρεοκόπησε η Ελλάδα, αλλά το ελληνικό κράτος. Αν δούμε τους σχετικούς λογαριασμούς της Τράπεζας της Ελλάδος θα διαπιστώσουμε ότι οι Έλληνες πολίτες έχουν καταθέσεις και ρέπος μόνο στις ελληνικές τράπεζες 285 δισ. ευρώ. Όσο περίπου είναι και το δημόσιο χρέος για το οποίο γίνεται τόσο συζήτηση.

Υπάρχει όμως ένα ακόμη στοιχείο το οποίο δεν λαμβάνουμε υπόψη. Μπορεί να έχουμε το υψηλότερο αναλογικά δημόσιο χρέος στην Ευρώπη, αλλά το ιδιωτικό μαζί με το δημόσιο χρέος είναι πολύ πιο χαμηλό από πολλές χώρες της Ευρώπης. Η Ελλάδα έχει συνολικό χρέος 184% του Ακαθάριστου Εθνικού της Προϊόντος, η Ιρλανδία έχει 1.200%, η Ολλανδία, 380%, η Βρετανία ξεπερνά το 370% ακόμη και η ζηλευτή Γερμανία χρωστά συνολικά το 189% του ΑΕΠ της.

Αυτό αποδεικνύει κάτι που ξέραμε: έχουμε ένα φτωχό κράτος με πλούσιους πολίτες, αλλά αναδεικνύει και την ανάγκη να κάνουμε κάτι. Η χρεοκοπία του κράτους μαθηματικά θα οδηγούσε σε χρεοκοπία της χώρας σε κάθε τομέα.

Μύθος Νο 2: Η κρίση είναι οικονομική.

Λάθος. Μπορεί να προσέχουμε περισσότερο την οικονομία επειδή οι περικοπές τσούζουν ένα μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού, αλλά αυτό είναι μόνο μέρος της ευρύτερης κρίσης που πλήττει τον τόπο. Έχουμε κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς. Από τους 46 θεσμούς που μετρά η Public Issue, για μόνο δώδεκα οι θετικές γνώμες υπερτερούν των αρνητικών. Πρώτη η πυροσβεστική και δεύτερη η Μετεωρολογική υπηρεσία. Αυτό το έλλειμμα εμπιστοσύνης δεν εμφανίζεται τώρα που έχουμε τα συμπτώματα της οικονομικής κρίσης, αλλά από το 2007 που δημιουργήθηκαν αυτοί οι δείκτες. Συνεπώς έχουμε και πολιτική κρίση, με την ευρύτερη έννοια της αντιπροσώπευσης. Δεν εμπιστευόμαστε αυτούς που εμείς εκλέγουμε. Όποια έρευνα κι αν κοιτάξουμε θα δούμε ότι τα κόμματα, η Βουλή και η κυβέρνηση βρίσκονται στους δείκτες εμπιστοσύνης.

Έχουμε κρίση στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης· φαίνεται από τις κυκλοφορίες των εφημερίδων. Έχουμε κρίση στην εκπαίδευση, το πιστοποιούν όλες οι διεθνείς έρευνες. Κρίση στην δικαιοσύνη· ο καθηγητής κ. Σταύρος Τσακυράκης έγραφε πρόσφατα: «Οι εκκρεμείς υποθέσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ξεπερνούν τις 149.000, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών τις 11.000 και στο Συμβούλιο της Επικρατείας τις 31.000. Καθένα από τα παραπάνω δικαστήρια διεκπεραιώνει κατ΄ έτος λιγότερες υποθέσεις από αυτές που εισάγονται, με αποτέλεσμα κάθε χρόνο να αυξάνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις και ο απαιτούμενος χρόνος εκδίκασης. Σήμερα μία διοικητική διαφορά χρειάζεται πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί από όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Του χρόνου θα χρειάζεται 20, σε πέντε χρόνια 30.» («Βήμα» 8.8.2010)

Αλλά ας πάμε λίγο παραπέρα. Όταν σε μια χώρα συγκεντρώνεται το 40% του πληθυσμού σε ένα λεκανοπέδιο κι εκεί παράγεται το 50% του ΑΕΠ, σημαίνει ότι έχεις μια βαριά ασθένεια που χρειάζεται ένα τυχαίο γεγονός για να για να γίνει η ασθένεια κρίση βαριάς μορφής. Σκεφθείτε -ω μη γένοιτο- μια μεγάλη καταστροφή στην Αθήνα. Χάνεται η Ελλάδα.

Άλλο στοιχείο της ασθένειας που αναγκαστικά γίνεται κρίση: Η προστιθέμενη αξία του δευτερογενούς τομέα (ορυχεία, μεταποίηση, βιομηχανίες, κατασκευές κ.λπ.) είναι σχεδόν ίση (18,7% του ΑΕΠ) με την προστιθέμενη αξία του Εμπορίου συν τις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές (17% του ΑΕΠ). Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι λίγοι παράγουν και οι υπόλοιποι είμαστε, στο πάρε-δώσε· στην ανταλλαγή.

Μύθος Νο. 3: η κρίση είναι καπιταλιστική.

Αυτό μπορεί να είναι αληθές για την διεθνή κρίση, όπου πραγματικά αν κοιτάξουμε πίσω από την πιστωτική κρίση και τα περίεργα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, θα βρούμε την κλασική μαρξιστική κρίση υπερπαραγωγής, αλλά δεν ισχύει επ’ ουδενί για την Ελλάδα. Θα ήταν αστείο να μιλάμε για κρίση υπερπαραγωγής στην Ελλάδα (εδώ ψάχνουμε με το κιάλι να βρούμε την παραγωγή). Στην Ελλάδα έχουμε κρίση του μεγάλου κράτους δηλαδή κρίση σοσιαλιστική. Δεν μιλάμε μόνο για τις ΔΕΚΟ· 1,2 δισ. ετησίως είναι το έλλειμμα του ΟΣΕ.

Δυστυχώς αυτό το μεγάλο κράτος έχει μπολιάσει πολλούς τομείς της ιδιωτικής οικονομίας. Δια αφανών κι εμφανών επιδοτήσεων δημιουργήσει φούσκες παντού. Κλασικό παράδειγμα είναι η αγορά των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης. Έχουμε αναρωτηθεί πως σε μια χώρα σαν την Ελλάδα επιβιώνουν 26 εφημερίδες πανελλαδικής κυκλοφορίας, δέκα κανάλια πανελλαδικής εμβέλειας και ουκ έστι αριθμός ραδιοφώνων; Έχουμε αναρωτηθεί από ποια αγορά συντηρούνται πέντε ή επτά επαρχιακές εφημερίδες σε κάθε πόλη;

Το κυκλοφορικό σύστημα της οικονομίας ήταν απλό. Το κράτος ήταν η καρδιά. Δανειζόταν λεφτά, τα έριχνε στην αγορά (με μισθούς, επιδοτήσεις, φεστιβάλ, πανηγύρια, ενισχύσεις επενδύσεων, πανεπιστήμια στο πουθενά για την τόνωση των τοπικών αγορών κ.λπ.) κι αυτό το ονομάσαμε ανάπτυξη. Αυτό που ζούμε τώρα είναι μια καρδιακή προσβολή. Το κράτος δεν μπορεί να δανειστεί συνεπώς η καρδιά υπολειτουργεί και σχεδόν ολόκληρο το κυκλοφοριακό σύστημα έχει παγώσει.

Μύθος Νο 4: η λογική απάντηση στην ελληνική κρίση είναι κεϊνσιανή.

Ανοησίες. Η κεϊνσιανή απάντηση απαιτεί ανενεργούς συντελεστές παραγωγής. Η κλασική κεϊνσιανή συμβουλή να ανοίγουμε αχρείαστες τρύπες για να διοχετευθεί εισόδημα στην αγορά και αυτό με τη σειρά του να τροφοδοτήσει τη ζήτηση και συνεπώς την παραγωγή, στην περίπτωσή μας δεν δουλεύει. Το πλεονάζον εισόδημα που θα διοχετευθεί θα πάει στους Ισπανούς για να αγοράσουμε ντομάτες, στους Χιλιανούς για μήλα, στους Τούρκους για φακές και στους Γερμανούς για αυτοκίνητα. Εμείς στο τέλος της ημέρας θα μείνουμε με τις τρύπες και με την απορία πώς από ρυθμό ανάπτυξης 4% βρεθήκαμε (μόλις κόπηκαν τα δανεικά) στο μείον 4%.

Το αστείο είναι ότι υπέρ της κεϊνσιανής πολιτικής τάσσονται και οι εργαζόμενοι και οι Έλληνες επιχειρηματίες. Αν δείτε τις ανακοινώσεις των αποκαλούμενων «παραγωγικών φορέων» το μόνο πράγμα που προτείνουν ως αναπτυξιακό είναι «ρίξτε λεφτά στην αγορά». Αυτό φυσικά δεν γίνεται, γιατί δανεικά πλέον δεν υπάρχουν, για να κινηθεί το εμπόριο και η ελληνικού τύπου «ανάπτυξη», αλλά είναι χαρακτηριστική η μετάλλαξη της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Στο κράτος προσβλέπουν και οι Έλληνες επιχειρηματίες κι ελπίζουν σε ένα νέο κύκλο ανακύκλωσης των δανεικών.

Μύθος Νο 5: Η ύφεση.

Αυτή υπάρχει και είναι μεγάλη, αλλά αντίθετα με όσα υποστηρίζονται αυτή δεν είναι προϊόν του μνημονίου ή του προγράμματος σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική οικονομία αρχίζει να επιβραδύνεται από το πρώτο τρίμηνο του 2009 και συνεχίζει. Μπορεί το 2010 και λόγω των περιοριστικών μέτρων να έχουμε μείον 3,5% ή μείον 4%, όπως προϋπολογίζεται, αλλά δεν ξέρουμε τι επιβράδυνση θα είχαμε χωρίς το μνημόνιο. Μπορεί δηλαδή στις 9 Μαϊου να είχαμε καρδιακή ανακοπή, στάση πληρωμών του κράτους, πανικό στις τράπεζες, κατάρρευση αυτού του σαθρού οικοδομήματος. Εδώ χωρίς στάση πληρωμών και μόνο με την παραφιλολογία είχαμε εκροή 20 δισεκατομμυρίων από τις καταθέσεις, μπορούμε να φανταστούμε τι θα γινόταν αν λέγαμε ότι το κράτος δεν έχει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του;



Μύθος Νο 6: Μόνο οι εργαζόμενοι πληρώνουν την κρίση.

Έχετε δει τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των εταιρών αυτοκινήτων, του ΕΒΕΑ, και άλλων σε εισαγωγικά παραγωγικών φορέων για την ενίσχυση της -πάλι εισαγωγικά- επιχειρηματικότητας; Μακροπρόθεσμα, αυτό που ευφημίζεται ως ελληνική επιχειρηματικότητα, θα πληγεί περισσότερο ακόμη και από τους εργαζόμενους, επειδή στο μεγάλο της κομμάτι είναι αεριτζίδικη. η λογική κάνω ένα γραφείο, πιάνω φιλίες με τον υπουργό ή τον διοικητή ενός δημόσιο οργανισμού και κάνω δουλειά με το κράτος στα χρόνια της επιτήρησης έχει τελειώσει, διότι απλώς το κράτος δεν έχει τα λεφτά που είχε. Φυσικά δεν πρόκειται να κοπεί μαχαίρι ούτε η διαφθορά, ούτε η διαπλοκή (διαφθορά είχαμε και στην πιο άγια οικογένεια· ένας από τους 12 μαθητές του Ιησού ήταν διεφθαρμένος) αλλά όταν το κράτος δεν έχει λεφτά, δεν υπάρχει και η υλική βάση της διαφθοράς. Κι αυτό θα πλήξει την ελληνική -και πάλι εισαγωγικά- επιχειρηματικότητα. Δεν τρέφω αυταπάτες· εμείς οι δημοσιογράφοι που δουλεύουμε σε ένα κατ’ εξοχήν κρατικοδίαιτο και βαθιά διαπλεκόμενο με κάθε εξουσία κλάδο θα πληγούμε πολύ. Αλλά μέχρι πότε οι Έλληνες πολίτες θα συντηρούν επτά κρατικά κανάλια, δέκα ιδιωτικά πανελλαδικά και τρία τέσσερα ανά πόλη επαρχιακά;

Μύθος Νο 7: Αναδιάρθρωση του χρέους.

Μεταξύ μας αυτό είναι πολύ πιθανό να γίνει με την μορφή επιμήκυνσης, αλλά μπορεί και πρέπει να γίνει όταν αυτοί που μας δάνεισαν νιώσουν ασφαλείς ότι θα πάρουν τα λεφτά τους πίσω. Δυστυχώς πέρα από τα κερδοσκοπικά παιγνίδια στις αγορές, που τροφοδοτούν φήμες, δημοσιεύματα κ.λπ. υπάρχουν πραγματικοί φόβοι απλών ανθρώπων ότι θα χάσουν τα λεφτά τους τοποθετώντας τα σε ελληνικά ομόλογα. Δεν είναι οι επονομαζόμενοι καρχαρίες της Wall Street που ανησυχούν. Αυτοί τοποθετούνται έτσι ώστε να ελαχιστοποιούν το ρίσκο τους. Αλλά σκεφθείτε: εσείς θα θέλατε να αγόραζε το ασφαλιστικό σας ταμείο ομόλογα Αργεντινής; Θα θέλατε να εξαρτάται αν θα πάρετε σύνταξη, από το πως θα πάει η οικονομία της Αργεντινής;

Το αίτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, είναι ο παλιός ρομαντισμός της επανάστασης, αλλά τώρα με χρηματοπιστωτικά μέσα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι ήμασταν καθόλα έτοιμοι και στις 9 Μαϊου «τους την φέρναμε». Έβγαινε ο πρωθυπουργός, είτε από το Καστελόριζο, είτε από αλλού κι έλεγε «λεφτά δεν υπάρχουν. Στάση πληρωμών». Έκλειναν οι τράπεζες για να μην υπάρξει πανικός των καταθετών για να σηκώσουν τα λεφτά τους. Βάζαμε ισχυρές φρουρές στα σύνορα για να μην φύγουν τα χαρτονομίσματα σε βαλίτσες, ή όπως το κάναμε παλιότερα σε οδοντόκρεμες. Λέγαμε στους ξένους εμπόρους άι στο διάολο κι εσείς και τα προϊόντα σας (αυτοί σε μια χώρα υπό πτώχευση θα ζητούσαν ρευστό· δεν θα δεχόταν ούτε επιταγές, ούτε εγγυητικές, ούτε τίποτε) και λέγαμε ότι θα γίνουμε Αλβανία για μερικούς μήνες μέχρι μερικά χρόνια έως ότου περάσει η μπόρα.

Τι θα κάναμε μετά; Με τι λεφτά θα κινούσαμε στο ενδιάμεσο την ελληνική οικονομία και με ποια παραγωγική δομή θα αναπληρώναμε τις εισαγωγές; πως θα χρηματοδοτούσαν οι τράπεζες τους μικρομεσαίους, αφού θα υπήρχε ο εύλογος κίνδυνος τα λεφτά να φύγουν έξω αντί να γίνουν επενδύσεις ή θέσεις εργασίας;

Η παραδοχή μας περί χρεοκοπίας θα ήταν κάτι χειρότερο από την καρδιακή προσβολή του συστήματος, δηλαδή αυτού που ζούμε σήμερα. Θα ήταν καρδιακή ανακοπή. Θάνατος...



Μύθος Νο 8. Δεν υπάρχει ελπίδα.

Ο μεγαλύτερος όλων των μύθων ο οποίος δυστυχώς εμποτίζει τον ψυχισμό νέων ανθρώπων, πολλοί από τους οποίους σκέφτονται να φύγουν στο εξωτερικό, κι αυτό αν πραγματοποιηθεί θα αποτελέσει πραγματική ζημία για την χώρα και την οικονομία. Υπάρχουν πολλά σενάρια καταστροφής τα οποία χρειάζονται μέρες για να αναλυθούν. Ένα βασικό σενάριο λέει πως ότι και να κάνουμε το δημόσιο χρέος θα πάει στο 148-150% του ΑΕΠ, οπότε η χρεοκοπία είναι αναπόφευκτη. Η αλήθεια είναι πως για τα δικά μας μεγέθη αυτό το χρέος είναι μεγάλο. Η αλήθεια επίσης είναι ότι για τα μεγέθη της παγκόσμιας οικονομίας, αυτό το χρέος είναι τρίχες. Ολόκληρο το σημερινό χρέος της Ελλάδας είναι το 1/3 του ελλείμματος των ΗΠΑ μόνο για φέτος.

Αν η παγκόσμια οικονομία ξεπεράσει τις φοβίες της, για το πουλόβερ της ευρωζώνης που θα ξηλωθεί με πρώτη την Ελλάδα και αν εμείς ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη των αγορών η ελληνική οικονομία θα αρχίσει πάλι να κινείται και ίσως με ταχύτερους ρυθμούς. Το στοίχημα λοιπόν σήμερα είναι να μην πάει η κρίση χαμένη, να αρχίσει να κινείται σε άλλη τροχιά πιο παραγωγική. Διότι ακόμη και αν γινόταν σήμερα ένα θαύμα σαν αυτό της ΟΝΕ και το κόστος δανεισμού μας ξανάπεφτε στα επίπεδα του Γερμανικού -δηλαδή αυτά τα διαβόητα spreads γινόταν μηδενικά- τι θα κάναμε; Θα ακολουθούσαμε το μοντέλο της ανάπτυξης δια της κατανάλωσης αποκλειστικά; θα αναπαραγάγαμε ένα μοντέλο, από το οποίο δεν ήμασταν ευχαριστημένοι ούτε καν πριν την κρίση;

Έχουμε καταλάβει τι ζημιά κάναμε όλα αυτά τα χρόνια στην νέα γενιά, όταν το μόνο που ελπίζουν οι 18ρηδες και το αποτυπώνουν στη συμπλήρωση των μηχανογραφικών, είναι σχολές που θα τους εξασφαλίσουν μια θέση στο δημόσιο τομέα;
Και ποιον δημόσιο τομέα; Τον ελληνικό, που δεν είναι ούτε ο πιο δημιουργικός, ούτε ο πιο συναρπαστικός στον κόσμο. Δηλαδή φτιάξαμε ένα σύστημα που οι καλύτεροι της νέας γενιάς ονειρεύονται να δουλέψουν σε υποθηκοφυλακείο.

Η χώρα βρίσκεται σε μια δύσκολη καμπή. Έχει σωρεύσει παθογένειες παντού και τώρα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια προσπαθεί να τις θεραπεύσει. Δεν είναι εύκολη υπόθεση· ο συντηρητισμός δεξιός και αριστερός είναι μια γλυκιά πρόταση, αλλά όπως αποδείχθηκε και στην περίπτωση της Ελλάδας καταστροφική. Πρέπει όμως να τα αλλάξουμε όλα. Από το δημόσιο και την εκπαίδευση, μέχρι τους όρους της επιχειρηματικότητας και προσανατολισμού των νέων. Ειδικά αυτούς τους τελευταίους δεν πρέπει να τους απογοητεύουμε με μύθους σαν τους παραπάνω. Τους κληροδοτούμε ένα χρέος τριακοσίων δισ. ευρώ, αλλά τουλάχιστον να τους αφήσουμε την ελπίδα. Και να είμαστε σίγουροι πως αν τους εξηγήσουμε τα προβλήματα σωστά, θα τα καταφέρουν μια χαρά. Θα μάς ξελασπώσουν...

Πέμπτη, Αυγούστου 19, 2010

Η Ώρα του Ρεαλισμού & η Προτεραιότητα του Συμφέροντος



Πολιτική = Διεθνής Σχέσεις

Τίποτα δεν μπορεί να εκφράσει καλύτερα την τρομακτική ανάπτυξη της σημασίας της εξωτερικής πολιτικής, όσο η έκλειψη μεγάλων Υπουργών Εξωτερικών. Όταν η ίδια η ύπαρξη της χώρας εξαρτάται πλέον από την άσκηση εξωτερικής πολιτικής, δεν είναι διόλου περίεργο γιατί ουσιαστικός Υπουργός Εξωτερικών παγκοσμίως είναι ο ίδιος ο Πρωθυπουργός με απλό εκτελεστικό όργανο τον εκάστοτε κάτοχο του τίτλου. Οι σχέσεις μίας χώρας με τον υπόλοιπο κόσμο έχουν γίνει πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφεθούν στα χέρια διπλωματών. Στην εποχή μας, η διπλωματία έχει το δόγμα : Διπλωματία των προσωπικών επαφών μεταξύ Εθνικών Ηγετών.

Η Εξωτερική Πολιτική είναι πλέον ο μόνος χώρος καθαρής πολιτικής. Οι εσωτερικοί πολιτικοί ανταγωνισμοί, αυτοί που άλλοτε μονοπωλούσαν το πολιτικό πάθος, άδειασαν από περιεχόμενο, αφότου τα προβλήματα εσωτερικής πολιτικής πέρασαν στην δικαιοδοσία τεχνοκρατών. Κάποτε τη Δημοκρατία εφόνευε η νομιμότις, τώρα την «αδειάζει» η Τεχνοκρατία. Ότι πυροδοτούσε επί αιώνες το πολιτικό πάθος και τους ιδεολογικούς πολέμους έγιναν τώρα απλές προτεραιότητες, για να τις μετρούν με χημική ουδετερότητα οι αριθμομέτρες των στατιστικών υπηρεσιών και τα τραστ των εγκεφάλων. Η αντιδικία γύρω από αυτά δεν είναι αντιδικία πολιτικών κοσμοθεωριών, αλλά διχογνωμία ειδικών. Γι'αυτό άλλωστε και η οργή των μαζών δεν πυρπολεί όπως άλλοτε τα γραφεία των μεγάλων συμφερόντων, αλλά τις ξένες πρεσβείες, που σημαίνει ότι τα δεινά τους πλέον οι μάζες αποδίδουν περισσότερο στους διεθνείς χειρισμούς και λιγότερο στην εξωτερική μικροπολιτική .

Τι απέμεινε, λοιπόν, για τον πολιτικό που έμαθε από την εποχή του Θουκυδίδη να πιστεύει στην κορυφαία σημασία της αρετής του «γνώναι τε τα δεόντα και ερμήνευσαι ταύτα» ; Ποίος χώρος πολιτικής δράσης εξακολουθεί να χρειάζεται ακόμη περισσότερο την φαντασία και τη διαισθητική ικανότητα πρόβλεψης και λιγότερο τον παντογνώστη εμπειριών ; Πού αλλού εκτός από τον χώρο της Εξωτερικής Πολιτικής μπορεί ο πολιτικός να αδιαφορεί για τους κανόνες των θετικών επιστημών και να αρνείται να βλέπει δια της τεθλασμένης ; Πολύ περισσότερο όταν το τίμημά της δεν είναι όπως στην εσωτερική πολιτική ένα αποτυχημένο νομοσχέδιο, αλλά η ίδια η Εθνική Κυριαρχία.

Η Σύγχρονη Πραγματικότητα

Αν για την κατανόηση της ελληνικής πολιτικής οικονομικής ανάπτυξης είναι αναγκαίες γνώσεις Οικονομικών, για την αποτίμηση της Εξωτερικής Πολιτικής της χώρας μας είναι απαραίτητες οι γνώσεις Ψυχοπαθολογίας ! Βιώματα της εθνικής παιδικής ηλικίας ανάμεικτα με ιδεολογικές ψυχώσεις, συμπλέγματα κατωτερότητας με εξάρσεις απροσγείωτων μεγαλοϊδεατισμών, φοβία εναλλασσόμενη με επιδείξεις λεονταρισμών είναι οι κυριότερες παθολογικές καταστάσεις, στις οποίες δούλεψε η Εξωτερική μας Πολιτική. Για να ξεχωρίσει κανείς σήμερα το άρρωστο από το υγείες, τα σφάλματα από τις επιτυχίες πρέπει να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο που συνιστούν οι αισθητικοί της τέχνης για τη κατανόηση της αρχαίας τραγωδίας. Πρέπει να αρχίσει κανείς από το Σοφοκλή για να μπορέσει να καταλάβει τον Ευριπίδη. Από τους ήρωες όπως θα'πρεπε να είναι στην ιδεατή τους μορφή, στους ήρωες όπως τους παραμορφώνει η πεζή πραγματικότητα.

Η Εξωτερική Πολιτική, όπως και η πολεμική τέχνη έχει μία στρατηγική και μία τακτική. Στρατηγική τους είναι ένα στερέωμα γενικών αρχών με στόχο την Αυτοσυντήρηση, όπως εκφράζεται ως διπλό αίτημα εδαφικής ακεραιότητας και πολιτικής ανεξαρτησίας της χώρας. Ενώ, τακτική της είναι η διπλωματία με την οποία θα πετύχει αυτούς τους αντικειμενικούς στόχους με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Ποιό είναι το σύστημα των γενικών αρχών της εξωτερικής μας πολιτικής ; Μάταια θα αναζητήσει κανείς στα κομματικά προγράμματα ένα τέτοιο σύστημα ή ένα γενικότερο μακροχρόνιο σχεδιασμό. Εδώ και μία πεντηκονταετία όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η ανυπαρξία μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου. Έχοντας την εμπειρία αυτή δεν χρειάζεται να διαθέτει κάποιος προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν πραγματοποιηθεί τώρα ότι δεν έγινε στο παρελθόν.

Η Προωθημένη εκδοχή της Διπλωματίας

«Εθνική πολιτική είναι η πρωτοβουλία της Ελλάδος υπέρ των δικαιωμάτων του Ελληνισμού. Μόνον εις το εθνικόν αυτής καθήκον οφείλει ν'αποβλέψει η Ελλάς, οιαδήποτε αν είναι σήμερον η συμβολή της επισήμου Ευρώπης, αναλαμβάνουσα την πρωτοβουλίαν της εκτελέσεως του εθνικού καθήκοντος και επιμένουσα εν αυτώ, ουδέποτε θα έχη αντιμέτωπον την Ευρώπην, θέλει δε τύχει τέλος της υποστηρίξεως αυτής», έλεγε ο Χαρ. Τρικούπης τον Σεπτέμβριο του 1885 στην ελληνική παροικία του Λονδίνου κηρύσσοντας κατά κάποιον τρόπο την προωθημένη διπλωματία.

Η στρατηγική των γενικών αρχών εξωτερικής πολιτικής χωρίς την τακτική της διπλωματίας είναι δίκαιο χωρίς δικονομία. Ίσως ορθό, αλλά χωρίς πρακτική αξία. Η εσωτερική σχέση μεταξύ της τακτικής, που είναι η διπλωματία, και στρατηγικής της εξωτερικής πολιτικής, που είναι οι πάγιες γενικές αρχές της, είναι η σχέση μέσου προς σκοπό. Η διπλωματία είναι το μέσο επιτυχίας των στρατηγικών σκοπών της εξωτερικής πολιτικής. Αφότου, λοιπόν, η πολεμική στρατηγική έγινε προωθημένη, δηλαδή εξάρτησε ολόκληρη την οικονομική και κοινωνική πολιτική της χώρας από τον εν γένει πολεμικό μηχανισμό της, για να εξασφαλίσει και εν ειρήνη τη στρατηγική υπεροχή έναντι των αντιπάλων της. Το δίλημμα για την διπλωματία έγινε καταλυτικό· για να επιβιώσει έπρεπε να γίνει και αυτή προωθημένη.

«Είναι η προωθημένη διπλωματία, διπλωματία πρωτοβουλιών. Επιθετική και όχι αμυντική. Αιτιώμενη και όχι απολογούμενη. Διπλωματία επιδιώκουσα μετάθεσην του ενδιαφέροντος όσον πλησιέστερον εις τον χώρον του αντιπάλου»
(Σπ. Μαρκεζίνης). Κοιτώντας πίσω στην ιστορία βλέπουμε δύο λαμπρά παραδείγματα προωθημένης διπλωματίας, την τακτική του Σκιπίωνα του Αφρικανού και την τακτική των Σπαρτιατών των αρχών του Πελ/ιακου Πολέμου. Μεταφέρουν τον πόλεμο στο κατώφλι των Αθηνών, την Αττική και όταν αργότερα εξαντλούνται αναδιπλώνονται για να επιτεθούν αυτή τη φορά στο κατ'εξοχήν στοιχείο ισχύος των Αθηναίων, την θάλασσα.

Τα σημεία του Διπλωματικού Ορίζοντα

Σ'αυτό το σημείο οφείλουμε να θέσουμε τέσσερις (4) βασικές αρχές που έπρεπε να διαθέτει η Εξωτερική πολιτική της Ελλάδος χρόνια τώρα.

Αρχή Πρώτη : Ελληνική Εξωτερική Πολιτική δεν μπορεί να σημαίνει παρά την πολιτική που εκάστοτε συμφέρει την Ελλάδα.

Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική και όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Αρκεί μία υπόθεση για να κατανοήσουμε τα παραπάνω. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατέβει στην Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από την Σερβική επέκταση, τότε Ελλάς και Τουρκία θα ήταν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Μακραίωνες φιλίες, κοινοί πολιτισμικοί δεσμοί, συναισθηματικές κοινότητες ή ρομαντικοί μεγαλοϊδεατισμοί έχουν την σταθερότητα της κινούμενης άμμου. Δεν μπορούν ποτέ να προσδιορίζουν την ίδια την πολιτική.

Αρχή Δεύτερη (ή η άλλη όψη της πρώτης) : Αν το Ελληνικό Συμφέρον πρέπει να είναι ο μοναδικός γνώμονας της εξωτερικής πολιτικής, είναι γιατί και η εξωτερική πολιτική των άλλων χωρών στηρίζεται αποκλειστικά στην εκτίμηση του συμφέροντός τους, τότε κρίνεται υποχρεωτική η ευθυγράμμιση και της δικής μας πολιτικής στο μοτίβο αυτό.


Αρχή Τρίτη : Ο συμβιβασμός στην εξωτερική πολιτική, δηλαδή η προσαρμογή προς την εκάστοτε πραγματικότητα, έχει απόλυτη αξία.
Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα σωβινιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα · στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβαση τους. Η Εθνική Στρατηγική δεν είναι ούτε δεξιά, ούτε αριστερή, ούτε σωβινιστική, ούτε διεθνιστική. Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της εκάστοτε κατάστασης. Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η Εθνική μας Στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από το συμβιβασμό και τελειώνει στον πόλεμο.

Αρχή Τέταρτη: Σε εποχές μεταβατικές με ασταθή τη διεθνή ισορροπία δυνάμεων, κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος για να μπορεί να αδιαφορήσει έναντι οποιουδήποτε «μικρού», όπως και κανείς δεν είναι τόσο μικρός, ώστε να είναι εντελώς άχρηστος κατά τη διαμόρφωση των οποιοδήποτε διεθνών καταστάσεων.

Από την πρόταση αυτή πηγάζουν τρεις (3) πρακτικοί κανόνες :

1. Δεν είμαστε εμείς στο πλευρό των Δυτικών δυνάμεων, αλλά οι δυτικοί βρίσκονται στο πλευρό μας (όχι γιατί είμαστε κοιτίδα του δυτικού πολιτισμού, όπως πιστεύεται, αλλά γιατί ο ρόλος της Ελλάδος είναι το ίδιο χρήσιμος στη δυτική παράταξη, όσο χρήσιμη ενδεχομένως είναι η δυτική κάλυψη στον ελληνικό χώρο)
2. Εφόσον η ισοτιμία μικρών και μεγάλων είναι το παράδοξο επακόλουθο της μεταβατικής εποχής μας, φυσικό είναι να μην υπάρχουν υποανάπτυκτες και ανεπτυγμένες χώρες, παρά υποανάπτυκτες και ανεπτυγμένες κυβερνήσεις.
3. Μικροί και μεγάλοι συνέταιροι σε συμμαχικά σύνολα υπακούουν στην αρχή της καθολικότητας και αμοιβαιότητας.

Δεν πρέπει η Ελλάδα να διαπραγματεύεται από φόβο, αλλά και δεν πρέπει να φοβάται ποτέ να διαπραγματευτεί. Ο ρεαλισμός και το εθνικό συμφέρον επιβάλλουν την προωθημένη διπλωματία και την άμεση λήψη πρωτοβουλιών.

Η Ώρα του Ρεαλισμού

Μέσα στο νέο – υπό διαμόρφωση – διεθνές ψυχροπολεμικό κλίμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης, οφείλουμε συνειδητοποιήσουμε ότι τώρα είναι η μεγάλη Ώρα της σχολής του Ρεαλισμού. Οι πολιτικοί μας ηγέτες πρέπει να κατευθύνονται μόνον από το συμφέρον της Κοινωνίας μας, για την οποία είναι υπεύθυνοι, αλλά οφείλουν να μην αγνοούν το εθνικό συμφέρον και των άλλων κοινωνιών, γιατί ακριβώς ο ρεαλισμός, δηλαδή η αναγνώριση των εθνικών εγωισμών, είναι περισσότερο κατάλληλος να συνειδητοποιεί τα συμφέροντα και τις ιδέες των άλλων από ότι ο ιδεαλισμός και η λατρεία των αφηρημένων ιδεών. Είναι η ώρα θεμελιώσουμε ως κεντρική ιδέα της εξωτερικής μας πολιτικής το Εθνικό Συμφέρον.

Αν η Ελλάδα πρόκειται να έχει μία σταθερή και αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, τότε ούτε ο εγωισμός, ούτε ο αλτρουϊσμός επιτρέπεται να αναμιχθούν στην ορθολογική και αντικειμενική εκτίμηση των αληθινών μακροπρόθεσμων συνθηκών των ελληνικών συμφερόντων. Το κλειδί του πολιτικού ρεαλισμού είναι ο Ορθολογισμός· και το κέντρο του Ορθολογισμού πρέπει να είναι το φωτισμένο συμφέρον της χώρας, πάνω από όλα η αυτοσυντήρηση.

Ένα Έθνος αναπόφευκτα εμπλέκεται σε μία συνεχή σειρά συμβιβασμών, διότι οι απαιτήσεις της ισχύος σπανίως συμβαδίζουν απολύτως με τα ιδανικά κριτήρια. Η μονόπλευρη επιδίωξη ενός σκοπού χωρίς τον συμβιβασμό των όρων του με τους όρους του άλλου πιθανότατα καταλήγει στην φαλκίδευση και των δύο. Η μεγαλύτερη πρόοδος της διεθνούς ηθικής στο προβλεπτό μέλλον θα προκύψει από ηγέτες με επαρκή «φαντασία» και καλή θέληση, που θα συγκριτοποιήσουν τις άμεσες ή απώτερες απαιτήσεις του εθνικού συμφέροντος με τις απώτερες απαιτήσεις του μακροπρόθεσμου συμφέροντος του διεθνούς συμβιβασμού και της ορθολογικής, ειρηνικής διευθέτησης των διεθνών διαφορών.

Η εκτίμηση, λοιπόν, του Εθνικού Συμφέροντος εναρμονισμένη με τις εκάστοτε απαιτήσεις της μετριοπάθειας, του συμβιβασμού και της δικονομίας των διαπραγματεύσεων μάταια θα την αναζητήσετε στις διπλωματικές θέσεις των κυβερνήσεων της Μεταπολίτευσης. Ο επερχόμενος Ηγέτης της γενιάς μας πρέπει να τολμήσει ενάντια στο ρεύμα, για να διδάξει τον τρόπο του σκέπτεσθαι και του δραν της διεθνούς κοινωνίας στην χώρα μας. Με άλλα λόγια θα επιχειρήσει τον εκσυγχρονισμό της Εξωτερικής μας Πολιτικής.

ΖΟΥΜΕ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΛΟΙΟ … Η΄ Η ΑΝΑΓΚΗ ΜΙΑΣ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΣΡΑΗΛΙΝΗΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗΣ



Ζούμε σε έναν κλοιό. Ολοένα αυξανόμενο. Ένα ρεύμα άκρως εξισλαμιστικό έχει εδραιωθεί τα τελευταία χρόνια στην καρδιά της Ευρώπης (Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία), καθιστώντας τον Ισλαμισμό την πλέον δυναμική θρησκεία της Γηραιάς Ηπείρου.

Μία εκ των έσω εκπόρθηση, μία ειρηνική πολιτισμική «Σταυροφορία», θα μπορούσε κάποιος να πει, πως επιχειρείται στην Ευρώπη από την μουσουλμανική ΟΥΜΑ, το ισλαμικό πνευματικό διευθυντήριο. Γεγονός που έχει προκαλέσει πλείστες αντιδράσεις, καθώς και ένα κλίμα ανασφάλειας σ’όλους τους λαούς της ηπείρου. Οι μεγαλύτεροι πλέον θεωρητικοί βλέπουν αρνητικά την ολοένα αυξανόμενη δυναμική των Ισλαμιστών στην περιοχή τους, επισημαίνοντες τον κοινό φόβο της επικράτησης και υπερίσχυσής τους τόσο πολιτισμικά, όσο και βιολογικά μέσα στην επόμενη 25ετία. Πώς προέκυψε όμως αυτή η ευρωπαϊκή δυναμική του Ισλαμισμού; Η συσσώρευση μεταναστών ασιατικής και βορειοαφρικανικής προέλευσης μουσουλμανικού θρησκεύματος την τελευταία 10ετία στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξε η αιτία των μεγαλύτερων ανησυχιών για το μέλλον της Ευρώπης.

Η Ελλάδα αποτελεί προκεχωρημένο σταθμό της ΕΕ και ως τέτοιος είναι φυσικό να έρχεται πρώτη σε επαφή με τα μεταναστευτικά «καραβάνια» της Ασίας κυρίως, τα οποία στην συντριπτική τους πλειοψηφία αποτελούν μουσουλμανικούς πληθυσμούς. Σήμερα 1 στους 3 εν Ελλάδι αλλοδαπούς δηλώνει μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, ενώ αν συνυπολογίσουμε και τη μόνιμη ισλαμική απειλή της Τουρκίας θα μπορούσε να πει κανείς ότι η Ελλάς βρίσκεται σε μουσουλμανικό κλοιό.

Η μόνη χώρα ίσως που βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή και αντιμετωπίζει εξίσου, αν όχι ισχυρότερο, τον ίδιο «κίνδυνο» είναι το Ισραήλ. Ένα δυτικού τύπου μονοθεϊστικό κράτος το οποίο προσπαθεί να επιβιώσει εν μέσω μίας μουσουλμανικής πλημμυρίδας. Ο Ισλαμικός κίνδυνος αποτελεί κοινή απειλή για Ελλάδα και Ισραήλ και ως τέτοιος θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω μίας αμφίδρομης προσπάθειας των δύο χωρών υιοθέτησης ενός κοινού σχεδίου δράσης.

Μία ευρεία Ελληνο-Ισραηλινή προσέγγιση ανασκόπησης των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι δύο χώρες σε Βαλκάνια, Ανατολική Μεσόγειο και Μείζονα Μέση Ανατολή και συντονισμού δράσεων και ενεργειών θα αποτελούσε ενδεχομένως μία άνευ προηγουμένου γεωπολιτική συμμαχία στην ευρύτερη περιοχή της Μ.Μ.Α
, λειτουργώντας ευνοϊκά στην προώθηση των εθνικών προβλημάτων των δύο λαών στα διεθνή φόρουμ και οργανισμούς. Είναι γεγονός ότι και οι δύο χώρες τον τελευταίο καιρό δέχονται έντονες πιέσεις της Διεθνούς Κοινότητας για σημαντικές υποχωρήσεις σε κρίσιμα εθνικά τους ζητήματα, όπως το «Μακεδονικό», το «Αιγαίο» και το «Παλαιστινιακό».

Η Ελλάδα για πρώτη φορά κινδυνεύει να αποκοπεί από την Ευρώπη λόγω της αναζωπύρωσης του Ισλαμισμού στην χερσόνησο του Αίμου, χάνοντας τα παραδοσιακά της ερείσματα – έστω και προσωρινά – στην Βαλκανική. Το Ισραήλ από την άλλη βρίσκεται στην ίδια θέση δεκαετίες τώρα, γεγονός, που εκ των πραγμάτων διευκολύνει την προσέγγιση. Ο κίνδυνος επικράτησης – αν δεν έχει ήδη επικρατήσει – του ακραίου ισλαμισμού σε πολλές χώρες του Μαγκρέμπ θα προκαλέσει αναμφισβήτητα ένα νέο κύκλο έξαρσης της τρομοκρατίας με θύματα Εβραίους και φυσικά την Ελλάδα, που αποτελούσε πάντα προνομιακό χώρο δράσης των Αράβων τρομοκρατών. Την ίδια στιγμή Τουρκία και Ιράν ετοιμάζονται να εισέλθουν στο club των Πυρηνικών Δυνάμεων, κάνοντας πράξη για πρώτη φορά – με την ανοχή ΗΠΑ και Ρωσσίας – την χρήση ατομικής τεχνολογίας από ισλαμικά κράτη.



Η προσέγγιση των δύο χωρών έρχεται ως μόνη λύση, επιβεβλημένη από την ανάγκη αυτοσυντήρησης των δύο κρατών. Η συνάσπιση των δυνάμεων Ελλάδος και Ισραήλ, προϊόν πολιτικού ρεαλισμού και εθνικού συμφέροντος, μπορεί να αποτελέσει σταθεροποιητικό παράγοντα στις εξελίξεις της Μείζονος Μέσης Ανατολής. Το μισητό στην Ανατολή Ισραήλ θα μπορέσει να βρει βήμα διαλόγου και συμβιβασμού, στηριζόμενο στην φιλελληνική διάθεση των Αράβων και των λαών της Ανατολής, ενώ η Ελλάδα θα μπορέσει να στηριχθεί στη δυναμική των Ισραηλινών στην διεθνή διπλωματία και το παγκόσμιο πολιτικό γίγνεσθαι, για την προώθηση των δικών της θέσεων στην ευρύτερη περιοχή. Άλλωστε η Ελλάδα είναι η μόνη σταθεροποιητική δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, χρήσιμη σύμμαχος για κάθε εταίρο της περιοχής.

Η «ρουλέτα» της γεωπολιτικής είναι εκείνη που σου υποδεικνύει τους αυριανούς σου συμμάχους. Η Ελληνο-Ισραηλινή προσέγγιση είναι η νέα πρόταση, που θα αλλάξει δραματικά τον συσχετισμό δυνάμεων και τη γενικότερη εικόνα της Μείζονος Μέσης Ανατολής τα επόμενα χρόνια.

Παρασκευή, Ιουλίου 23, 2010

Ενα νέο όραμα για την Ελλάδα



Του Πασχου Mανδραβελη

Πληθαίνουν οι φωνές των «παραγωγικών» τάξεων (σ.σ.: στην Ελλάδα «παραγωγική τάξη» θεωρούμε τους μεταπράτες, τους εμπόρους, τους αργυραμοιβούς κ.λπ.) για ένα εθνικό σχέδιο στην οικονομία. Δεν διευκρινίζουν αν πρέπει να είναι πενταετές, όπως στην αλήστου μνήμης ΕΣΣΔ, αλλά δηλώνουν ότι χωρίς κάποιο κρατικά υπαγορευμένο όραμα για την οικονομία δεν μπορεί να υπάρξει ανάπτυξη.

Η αλήθεια είναι ότι η μόνη ανάπτυξη που γνώρισε η χώρα ήταν κρατικοδίαιτη και κρατικά ελεγχόμενη. Με τα θαλασσοδάνεια αμέτρητων «αναπτυξιακών» νόμων, με τις ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων για τις οφειλές στα ασφαλιστικά Ταμεία και με χιλιάδες νομοθετήματα για τον ανταγωνισμό, οι Ελληνες επιχειρηματίες έγιναν κάτι σαν «free lancer δημόσιοι υπάλληλοι». Ηξεραν ότι βρέξει - χιονίσει, κάνουν - δεν κάνουν σωστές επιχειρηματικές επιλογές, κάποιο ΤΕΜΠΕ θα τους σώσει. Στο όνομα, φυσικά, της ανάπτυξης και της διατήρησης των θέσεων εργασίας.

Το θέμα όμως είναι ότι η ελληνική οικονομία δεν χρειάζεται ένα κρατικό όραμα για να σωθεί. Χρειάζεται πολλά και ιδιωτικά οράματα. Οποιος στις δεκαετίες ’60 - ’70 έλεγε ότι οι χίπις γύρω από το Πανεπιστήμιο Στάνφορντ θα πυροδοτούσαν την τρομακτική ανάπτυξη της νέας τεχνολογίας θα εθεωρείτο τρελός. Τα παιδιά της Σίλικον Βάλεϊ δεν είχαν ένα υπαγορευμένο από την Ουάσιγκτον γκράντε όραμα για τη δημιουργία της πληροφορικής κοινωνίας. Είχαν μικρά οράματα να κάνουν καλούς υπολογιστές. Δεν τους καθοδηγούσε κάποιο σοβιετικού τύπου πλάνο, αλλά δεν υπήρχαν και εμπόδια στο να πετύχουν.

Στην Ελλάδα τα οράματα πεθαίνουν εν τη γενέσει τους. Ακόμη και τα πιο ταπεινά. Αν π.χ. κάποιο παιδί θέλει να γίνει φορτηγατζής, ο κ. Ρέππας προτείνει ένα χαράτσι 200.000 ευρώ. Αν θέλει να ανοίξει φαρμακείο στην πόλη του, η κ. Κατσέλη θα θέσει πληθυσμιακά κριτήρια και θα το στείλει στην Ανω Αγουλινίτσα για να μαραζώσει. Αν κάποιος έχει την ιδέα να ανοίξει ένα δισκάδικο που θα λειτουργεί τις ώρες που τα μεγα-καταστήματα είναι κλειστά, θα πεταχτούν οι περιβόητες «παραγωγικές» τάξεις να το κλείσουν, στο όνομα του... «θεμιτού ανταγωνισμού». Γενικώς, στην Ελλάδα θέλουμε το κράτος να έχει όραμα και δεν το επιτρέπουμε στους ιδιώτες. Ολα –ακόμη και αυτή η ρητορική περί νέου αναπτυξιακού προτύπου– συνηγορούν στην αναπαραγωγή του υπάρχοντος αντιπαραγωγικού μοντέλου.

Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται μόνο ένα όραμα· αυτό της ελευθερίας. Να αφήσουμε, επιτέλους, τα παιδιά να δουλέψουν και να προκόψουν. Είτε θέλουν να γίνουν φορτηγατζήδες, είτε ονειρεύονται να κερδίσουν στις επιχειρήσεις βιοτεχνολογίας. Φυσικά, δεν θα πετύχουν όλα. Κάποιες επιχειρήσεις τους θα αποτύχουν, αλλά και κάποιες άλλες θα γίνουν η ατμομηχανή ενός νέου αναπτυξιακού κύκλου. Αν, όμως, η Ελλάδα δεν απελευθερώσει τις αγορές και δεν απελευθερωθεί από τα σοβιετικής υφής ιδεολογήματα (π.χ. «τι κάνει το κράτος για την ανάπτυξη;»), τότε θα αποτύχουμε όλοι μας.

Πέμπτη, Ιουνίου 17, 2010

Η ιδεολογία της Μεταπολίτευσης



Η αδύνατη εθνική συνείδηση, η ιδεολογία του πλούτου και οι κομματικοί σωλήνες δημιούργησαν τους πολιτικούς που αποδοκιμάζουμε σήμερα

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

Όλοι απορούν γιατί τόση εκτεταμένη διαφθορά τα τελευταία χρόνια. Είναι γεγονός πως ουδέποτε η ελληνική πολιτική ζωή είχε ξεπέσει τόσο πολύ. Το πράγμα είναι περίπλοκο, αλλά ας προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε κάπως συνοπτικά. Γιατί η μεταπολιτευτική πολιτική ηγεσία έχει τόσο μειωμένη πολιτική ηθική; Αυτό είναι το ερώτημα.

Η απάντηση θα πρέπει ασφαλώς να αναζητηθεί στον τομέα της ιδεολογίας. Κάτι άλλαξε στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, τόσο στον τρόπο που κανείς γίνεται πολιτικός όσο και στις ιδέες που αυτός ο πολιτικός κουβαλάει μαζί του.

Πρώτα ο τρόπος: είναι γεγονός πως ο πολιτικός σήμερα είναι συνήθως προϊόν ενός κομματικού σωλήνα. Δεν είναι, δηλαδή, ο άνθρωπος που ξεχωρίζει στον κοινωνικό του χώρο ή στην περιφέρειά του, αλλά ο άνθρωπος που εκφράζει τον κομματικό μηχανισμό. Ο παλαιός πολιτικός ήταν συνήθως είτε κάποιος ευπατρίδης της επαρχίας, είτε κάποιος γνωστός επιστήμονας ή λόγιος. Τα πολιτικά κόμματα ήταν τότε συνασπισμοί προσωπικοτήτων και όχι κόμματα «αρχών», όπως τα λένε σήμερα, κατ' ευφημισμόν φυσικά. Ράλλης, Παπαληγούρας, Κανελλόπουλος, Τσάτσος, Μαύρος, Παπανδρέου, Καρτάλης ή Βενιζέλος - όλοι αυτοί ήταν άνθρωποι κύρους. Επ' ουδενί ένας τέτοιος πολιτικός δεν ήταν δυνατόν να πέσει χαμηλά, να κλέβει και να πλουτίζει προκλητικά. Όλα αυτά ήταν αδιανόητα για την κοινωνική του θέση.

Αλλά δεν είναι μόνον ο τρόπος ένταξης στην πολιτική που άλλαξε. Είναι και η ιδεολογία που άλλαξε επίσης. Ο αστικός πολιτικός κόσμος πριν την μεταπολίτευση είχε θητεύσει στο κλίμα ενός καθαρού εθνικισμού, στο κλίμα των πατριωτικών παραδόσεων που έδιναν περιεχόμενο τόσο στην εκπαίδευση, όσο και στην εν γένει κοινωνική ζωή. Προείχε πάντα, έστω και στα λόγια, η ιδέα της εξυπηρέτησης ενός σαφώς προσδιορισμένου εθνικού στόχου - η νίκη εναντίον του φασισμού, εναντίον του κομμουνισμού, η πορεία της Ελλάδας προς τη Δύση, ο στόχος της ευημερίας και της ανάπτυξης μιας φτωχής πλην τίμιας Ελλάδας.

Αντίθετα, μετά την πτώση της χούντας -ίσως και εξαιτίας της, καθότι η χούντα απαξίωσε όλο το ιδεολογικό οπλοστάσιο του εθνικιστικού και πατριωτικού λόγου-προείχε όχι η υπεράσπιση κάποιας εθνικής ιδέας, αλλά η λογική του να καταληφθεί το κράτος ενόψει μιας αναδιανομής οικονομικής. Ο κόσμος που είχε χάσει τον Εμφύλιο και είχε αποκλειστεί από τα αξιώματα αναζητούσε μιαν αποκατάσταση άνευ όρων. Έτσι, οι χαμένοι του Εμφυλίου πήραν την εκδίκησή τους, μεταπολιτευτικά.

Αυτή η παλινόρθωση, όμως, έγινε μέσω μιας ιδεολογίας που αποθέωνε οτιδήποτε υλικό μέσω μιας προσήλωσης στη λογική της απόκτησης, η οποία συνδέθηκε με τον στείρο οικονομισμό της εν γένει Αριστεράς.

Έτσι, οι πολιτικοί της περιόδου αυτής, άνθρωποι του κομματικού σωλήνα, με σαφώς αδύνατη εθνική συνείδηση, επέπεσαν πάνω στα πλεονεκτήματα της εξουσίας, χωρίς να έχουν καμία αναστολή, κοινωνικού ή ιδεολογικού τύπου. Και κάπως έτσι, το να πλουτίζεις από την ένταξή σου στην πολιτική και από εισπράκτορας στα τρόλεϊ να γίνεσαι μέσα σε μια νύχτα υπουργός ήταν μοιραίο να σημαίνει ταυτόχρονα και προκλητικό πλουτισμό, βίλες, παρίσια και λιμουζίνες και κότερα, όλα αυτά στο όνομα φυσικά της δημοκρατίας και της ιδεολογίας «ο λαός στην εξουσία».

Η σημερινή κρίση πολιτικής εκπροσώπησης, επομένως, είναι προϊόν αυτών των δύο παραμέτρων, οι οποίες καθόρισαν τη φύση του πολιτικού προσωπικού της Μεταπολίτευσης.

Χρειαζόμαστε, λένε, μια νέα μεταπολίτευση. Πολύ μετριοπαθής στόχος. Μάλλον χρειαζόμαστε κάτι πολύ περισσότερο: έναν λαό να ξαναπιστέψει στον εαυτό του, να ξαναγίνει υπερήφανος για την εθνική του καταγωγή και να μάθει και πάλι τα προτερήματα της παράδοσής του. Ο Ίων Δραγούμης έλεγε: «Ήθελα πάντα να είμαι ένα καλό δείγμα Έλληνος». Να ένας ουσιαστικός στόχος...

Δευτέρα, Ιουνίου 14, 2010

Η χρεοκοπημένη δημοκρατία



Η μόνη λύση είναι η αναζήτηση μιας νέας Μεγάλης Ιδέας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΔΙΑΜΑΝΤΗ

Το πολιτικό πρόβλημα της Ελλάδας είναι πολύ σοβαρό. Διότι πρόβλημα οικονομικό δεν υπάρχει - πολιτικό είναι το ζήτημα. Χρέη έχουν όλα τα δυτικά κράτη και μάλιστα μεγαλύτερα από το δικό μας, όπως η Ιταλία, η Ισπανία ή η Αγγλία. Το ζήτημα είναι πολιτικής τάξεως. Δηλαδή η πολιτική μας ηγεσία δεν μπορεί να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μια συνεπή στρατηγική οικονομικής ανάπτυξης. Γιατί; Διότι έχει χρεοκοπήσει ως αυτόνομη πηγή εξουσίας. Και δεν εμπνέει τον λαό ώστε να συμφωνήσει σε ένα τέτοιο στρατηγικό σχέδιο, που πάντα απαιτεί θυσίες. Αλλά θυσίες κάνει αυτός που έχει συνείδηση εθνικής ύπαρξης, συνείδηση πατρίδας. Εάν αυτό δεν υπάρχει, τότε κανένα σχέδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Η πολιτική μας ελίτ απλώς δεν υπάρχει.

Διότι είναι δοτή. Διότι, δηλαδή, εξαρτάται απολύτως από την πολιτική ηγεσία της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, εφόσον εκχώρησε σ' αυτούς το δικαίωμα να ενεργούν για λογαριασμό της, ήδη από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Με αντάλλαγμα τη συνεχή ροή κονδυλίων, τα οποία δανειζόταν για να αναπαράγεται πολιτικά. Η ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. ήταν μια νέα εκχώρηση κρατικών πολιτικών δικαιωμάτων, πλην εκείνης που είχε ήδη γίνει από την ένταξη στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα σταδιακά μετατράπηκε σε μια χώρα όπου η πολιτική της ηγεσία ήταν περιορισμένης ευθύνης, μια χώρα «φόρου υποτελής» στην Ε.Ε. και τις ΗΠΑ.

Αυτό δεν συνέβαινε πάντα. Για πολλά χρόνια η πολιτική ηγεσία στην Ελλάδα, μέχρι το 1950 περίπου, είχε μια σχετική αυτονομία, καθώς εξέφραζε την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή την πολιτική της απελευθέρωσης των υπόδουλων ακόμα ελληνικών πληθυσμών της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας. Η απειλή που δέχθηκε το πολιτικό μας σύστημα από τις ένοπλες ομάδες του ΚΚΕ κατά τον εμφύλιο συσπείρωσε εκ νέου την πολιτική μας τάξη, με αποτέλεσμα αυτή να εκφράζεται σχετικώς αυτόνομα, εν σχέση με τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Αγγλίας. Μέχρι και ο στρατάρχης Παπάγος, ως πρωθυπουργός στη δεκαετία του '50, μοιάζει απέναντι στους σημερινούς πολιτικούς μας περίπου ως Τσε Γκεβάρα. Είναι γνωστό το περιστατικό με τον Άγγλο υπουργό των Εξωτερικών Ίντεν, όταν αυτός, σε συνάντησή τους στην Αθήνα, στράφηκε προς το παράθυρο την ώρα που ο Παπάγος τους αράδιαζε τις ελληνικές θέσεις για το Κυπριακό. Ο Παπάγος έγινε έξαλλος και του είπε: «Όταν μιλάει ο πρωθυπουργός της Ελλάδας, κανείς δεν μπορεί να του γυρνάει την πλάτη». Και έφυγε, βροντώντας την πόρτα. Φαντάζεστε κανέναν σημερινό πολιτικό να κάνει κάτι τέτοιο στη Χίλαρι Κλίντον;

Όχι! Διότι η Χίλαρι θα του κόψει το χρήμα και θα τον στείλει σπίτι του σε μια ώρα. Ενώ τον Παπάγο ή τον Πλαστήρα, που πέθαναν και οι δύο χωρίς δεκάρα, ποιος θα τους έστελνε σπίτια τους; Αυτοί ούτε χρώσταγαν λεφτά, ούτε περίμεναν με τη γλώσσα έξω να επανεκλεγούν. Αυτοί εξέφραζαν μια εθνική, μια λαϊκή απαίτηση και είχαν πίσω τους μια λαϊκή νομιμοποίηση, την οποία δεν διαθέτουν οι σημερινοί πολιτικοί μας. Αυτοί εξελέγησαν απλώς για να μας δώσουν αυξήσεις. Και να καταργήσουν τη βάση του 10 στα ΑΕΙ. Και να μας δίνουν λεφτά για εκδηλώσεις. Δεν εξελέγησαν για την υλοποίηση κάποιου εθνικού στόχου, αλλά για την υλοποίηση προσωπικών μας οικονομικών στόχων. Επομένως είναι δοτοί. Εξαρτάται η ύπαρξή τους από τα κονδύλια του Τρισέ και από την ικανότητα να μας δίνουν λεφτά. Για τίποτε άλλο δεν τους χρειαζόμαστε. Γι' αυτό και δεν έχουν κανένα κύρος.

Φυσικά, όλοι μας είμαστε υπεύθυνοι γι' αυτήν τη χρεοκοπία της δημοκρατίας. Και ο λαός είναι συνυπεύθυνος, διότι και αυτός δεν έχει πια συλλογικούς εθνικούς στόχους. Έχει περιπέσει σε έναν φτηνό υλισμό, ενώ η Αριστερά είναι μια παράταξη, η οποία απλώς διεκδικεί συντάξεις. Τίποτε άλλο. Κοινοβούλιο δεν υπάρχει. Τώρα μάλιστα με τη λίστα χάνει και το τελευταίο φύλλο συκής, καθώς οι βουλευτές δεν θα εκλέγονται καν! Θα διορίζονται από τον αρχηγό, ως δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό το γελοίο πολιτικό καθεστώς που έχουμε δεν έχει καμία σχέση
με καμία δημοκρατία. Είναι χειρότερο και από τη δημοκρατία του '50. Είναι μια καλυμμένη μοναρχία, χωρίς μονάρχη. Τον ρόλο αυτό τον παίζει ο αρχηγός του κόμματος. Αυτός αποφασίζει.

Και είναι χειρότερος και από τον μονάρχη, διότι εκείνος δεν είχε ανάγκη επανεκλογής και επομένως υπήρχε και μια μικρή πιθανότητα να αγνοήσει το προσωπικό του όφελος. Δεν είχε ανάγκη. Όμως αυτοί οι πρωθυπουργοί μας δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια και επομένως ενεργούν πάντα σύμφωνα με το κομματικό, δηλαδή το προσωπικό τους συμφέρον επανεκλογής και βουλιάζουν τη χώρα.

Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν. Όχι οικονομικά. Αλλά πολιτικά. Μόνο μία περίπτωση υπάρχει να βγούμε από το αδιέξοδο και να σχεδιάσουμε ένα ελληνικό μέλλον: να ξαναβρούμε κάποια Μεγάλη Ιδέα, δηλαδή, τώρα πια, έναν εθνικό στόχο. Που δεν θα 'ναι φυσικά λεφτά ή συντάξεις. Κάτι πιο πνευματικό, πιο ταιριαστό με τη μεγάλη μας παράδοση και ιστορία.

Πέμπτη, Ιουνίου 10, 2010

Η ταφή των πτωμάτων



Νίκος Γεωργιάδης

Η Αριστερά είναι το «χωνευτήρι» των αλλαγών, η Σοσιαλδημοκρατία ο διαχειριστής των οικονομικών ανατροπών και η Λαϊκή Δεξιά το σωσίβιο των απανταχού αναξιοπαθούντων και κρατικοδίαιτων επιχειρηματιών.Η διάσπαση στον Συνασπισμό σηματοδοτεί και επίσημα την έναρξη των διαδικασιών αλλαγής του πολιτικού σκηνικού. Ο νεοκομμουνιστικός ΣΥΡΙΖΑ μετά του μετασταλινικού και εθνικιστικού ΚΚΕ αφήνονται να διαχειριστούν όπως επιθυμούν τους τελευταίους κραδασμούς ενός αδιέξοδου συνδικαλισμού, που πνέει τα λοίσθια υπό το βάρος των οικονομικών εξελίξεων και της αδυναμίας τους να αρθρώσουν πραγματικές λύσεις.

Οι εκκαθαριστές

Η διασπασθείσα Ανανεωτική Πτέρυγα σχεδιάζει να φλερτάρει με Πράσινους-Οικολόγους και την Αριστερή Σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ (;) με την ελπίδα να υπάρξει ως κοινοβουλευτική ομάδα στη Βουλή και ως πολιτική δυναμική στην κοινωνία. Πρόκειται επί της ουσίας για πρόσκαιρο εφαλτήριο, έως ότου διαμορφωθούν οι νέες συνθήκες στο κόμμα-διαχειριστή που είναι το ΠΑΣΟΚ. Οι συνθήκες αυτές θα αρχίσουν να διαφαίνονται την επομένη των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, όπου θα «μετρηθεί» η φθορά της κυβέρνησης και η περαιτέρω συρρίκνωση της ΝΔ, η ενδεχόμενη διόγκωση του ΛΑΟΣ και κυρίως το εύρος της αποχής ή της αδιευκρίνιστης ψήφου. Η επόμενη μέρα των εκλογών αυτών θα προσδιορίσει και τη συμπεριφορά των εξωκοινοβουλευτικών παραγόντων, που αναμένουν τα «σημάδια» των καιρών για να εκδηλωθούν. Πρόκειται για επιχειρηματικές ομάδας άσκησης πίεσης, οι οποίες προσδοκούν την προοπτική να επιβάλουν κυβερνητικό σχήμα δικής τους επιλογής.

Το Μέγαρο Μαξίμου, τα κόμματα και επιμέρους ομάδες ειδικών έχουν αναλύσει αυτό το ενδεχόμενο και έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως επιχειρηματίες, συνασπισμοί επιχειρηματιών και συγκροτήματα Τύπου επιχειρούν την υιοθέτηση του μοντέλου της «κυβέρνησης εθνικής ενότητας» ή ακόμη καλύτερα για τη δική τους πολιτική «αισθητική»… «κυβέρνηση εκ προσωπικοτήτων».

Σε αυτή την προοπτική επενδύει και μέρος του παρόντος πολιτικού σκηνικού. Κυβερνητικά στελέχη με άμεση δυνατότητα επαφής με το πρωθυπουργικό περιβάλλον θεωρούν πως ήδη πολιτικοί του εύρους ενός Ευάγγελου Βενιζέλου επεξεργάζονται την ιδέα του «αναχωρητισμού», υπό την προϋπόθεση πως θα διαθέτουν κάποια εχέγγυα για μία προσεχή ολική επαναφορά υπό τον τίτλο του «Σωτήρα».

Τα VP στην πρωτοπορία

Είναι αρκετοί εκείνοι που, προβλέποντας τα αδιέξοδα του επόμενου φθινοπώρου αλλά και αφουγκραζόμενοι τις προθέσεις των επιχειρηματικών σαλονιών και των εκδοτικών παρακαταστημάτων, ιδιαίτερα εκείνων που καθοδηγούν την ενίσχυση της κατάθλιψης του πολίτη με επιλεκτικά σχόλια περί οικονομικού Αρμαγεδώνα, ελπίζουν να μετεγγραφούν στην αποκαλούμενη «Νέα Μεταπολίτευση». Πρόκειται για ένα μόρφωμα μεταξύ ενός μικροαστικού μπερλουσκονισμού, με επίχρυσα μανικέτια από το ξέπλυμα μαύρου χρήματος, και ενός περίεργου ελληνοκεντρικού λαϊκισμού, που εξαντλείται στη διαμόρφωση του κλίματος «πογκρόμ» επί δικαίων και αδίκων και πάντως καταλήγει απαραίτητα σε μαζικές εκκαθαρίσεις-φυλακίσεις των «υπευθύνων».

Αυτή η crème de la crème της διαχείρισης των οικονομικών και εκδοτικών πραγμάτων των τελευταίων δεκαετιών προσεγγίζει το μέλλον της χώρας εν είδει ΔΕΚΟ, και ήδη εντοπίζεται σχετική αρθρογραφία επωνύμων, οι οποίοι κατά καιρούς συνελήφθησαν στα θεωρεία των κυβερνητικών εξουσιών, να προετοιμάζουν το έδαφος.

Πρόκειται για το εισαγόμενο είδος του “apolitique total”, του πολιτικού δηλαδή χυλού τον οποίο αντιλαμβάνεται κανείς με τη φλυαρία ενός Σαρκοζί, τη διαχειριστική λογική των Βρετανών Φιλελευθέρων, τη βερμπαλιστική ακράτεια του Μπερλουσκόνι, αλλά και την ακροδεξιά προοπτική των «δυσαρεστημένων» σε Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Δανία κ.λπ. Αυτή την ιδεολογική «τσαλαβούτα» επικαλούνται οι πρώην διαχειριστές της παρακμής και νυν μεσσίες της αλλαγής. Αν και «συλλαμβάνονται» για συμμετοχή σε payrolls βιομηχανικών κολοσσών, επιμένουν να μονοπωλήσουν και την επόμενη φάση της μεταχρεoκοπίας.

Ταφή πτωμάτων

Στη φάση αυτή και πριν τη διεξαγωγή των περιφερειακών εκλογών του Νοεμβρίου, οι καθ’ ύλην αρμόδιοι στη διαχείριση της χώρας επιχειρούν να ξεφορτωθούν τα πολιτικά τους πτώματα. Άκης και σία, Γιάννος, Μαντέλης, Λιάπης, Μαρκογιαννάκης, Βουλγαράκης, Ρουσόπουλος, Μπασιάκος και Κοντός, Δούκας και Τσουκάτος, Φωτιάδης και Κιλτίδης, είναι τα ονόματα που θα δοθούν στην πυρά. Για την Ιπποκράτους, τη Ρηγίλλης και το Μαξίμου, η διαπόμπευση και ο εξοστρακισμός των «πολιτικών πτωμάτων» είναι αναγκαστική συνθήκη για την, όπως νομίζουν, μελλοντική επιβίωσή τους. Λάθος μέγα, διότι αυτά τα ονόματα έχουν ήδη ενταφιαστεί στη συνείδηση της κοινής γνώμης. Το ζήτημα δεν είναι πώς οικοδόμησε το παλάτι του στη Σύρο ο Παπαντωνίου, αλλά το ότι επιχειρηματίες σαν τον κ. Σαχπατζίδη εντοπίζονται σε όλα τα σκάνδαλα που ταλανίζουν την κοινωνία. Με λίγα λόγια, η ανθρωποθυσία που προετοιμάζεται θα προφυλάξει εκείνους που αργότερα θα εμφανιστούν ως συνήγοροι της επόμενης τάξης πραγμάτων, η οποία δεν θα είναι ούτε καν νέα, αλλά παλαιάς και χειρότερης κοπής.

Όλα τα νέα είναι παλιά...

Ευτύχης Παλλήκαρης



«Ο κόσμος δεν ζητάει καινούργια κόμματα» δηλώνει ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. Ωραία. Τι γίνεται όμως με τα υπάρχοντα και πιο ειδικά με τη ΝΔ; Το κόμμα για το οποίο ο βασικός σύμμαχος της εσωκομματικής νίκης του Αντώνη Σαμαρά τον περασμένο Νοέμβριο θεωρεί ότι πρέπει να παραμείνει στις επάλξεις του «κοινωνικού και πολιτικού Κέντρου»; Ο πρόεδρος της ΝΔ την περασμένη Κυριακή δεν έδειξε να συμμερίζεται τις παλιές καλές εποχές που η ΝΔ κυβερνούσε με τη σύλληψη του «μεσαίου χώρου». Δηλαδή, με την πολιτική του προσεταιρισμού των μεσαίων στρωμάτων, σε ένα νεφελώδες σχήμα «σύνθεσης και συναίνεσης». Τέλος πάντων, ο «μεσαίος χώρος» -την πατρότητα του οποίου διεκδίκησαν πολλοί, ανάμεσά τους ο Άρης Σπηλιωτόπουλος, ο αναλυτής Γιάννης Λούλης, ολίγον και ο Δημήτρης Αβραμόπουλος- έγινε σημαία της γαλάζιας διακυβέρνησης, όταν ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έλεγε πως κυβερνά χάρη σε αυτή τη «μαγική συνταγή».

Όλα αυτά όμως τα παρέσυρε το ρεύμα. Λίγο η βαθιά οικονομική και κοινωνική κρίση, λίγο η κάκιστη διακυβέρνηση της χώρας από τον Κ. Καραμανλή και τα κυβερνητικά του σχήματα, έφεραν τη ΝΔ σε δεινή αντιπολιτευτική θέση. Τα δημοσκοπικά ποσοστά φέρνουν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης κάτω από τα... νέα ποσοστά του ΦΠΑ στη μετά μνημόνιο εποχή. Κάτι έπρεπε να εφευρεθεί για να καλυφθεί το κενό. Και η σύλληψη έγινε την περασμένη Κυριακή, όταν ο πρόεδρος της ΝΔ κήρυσσε το τέλος εποχής για το μεσαίο χώρο και την αρχή (του τέλους;) μιας νέας εποχής, αυτής του κοινωνικού φιλελευθερισμού.

Κάποιοι λένε πως αυτό θα είναι το κεντρικό θέμα του επικείμενου Συνεδρίου της ΝΔ σε κάτι παραπάνω από δύο εβδομάδες. Η ΝΔ γυρίζει σελίδα! Αλλάζει ιδεολογικό μανδύα. Μεταμορφώνεται σε ένα άλλο κόμμα, που δεν χρειάζεται πλέον Καραμανλήδες, Αλογοσκούφηδες, Λιάπηδες, Ρουσόπουλους, Βουλγαράκηδες, Παυλόπουλους, Σιούφες, ακόμα και καμιά ντουζίνα και βάλε νυν βουλευτές και πρώην υπουργούς. Αμόλυντη και άσπιλη, είναι έτοιμη να βαδίσει το φωτεινό μονοπάτι του κοινωνικού φιλελευθερισμού...
Φυσικά ο κοινωνικός φιλελευθερισμός δεν προήλθε από παρθενογένεση. Υπήρχε στο ντουλάπι του κόμματος, μόνο που, κατά τους σημερινούς κατοικοεδρεύοντες στη Ρηγίλλης, αγνοήθηκε και... ιδού η αιτία της συμφοράς. Βέβαια, πολλοί προεξοφλούν μια καραμπινάτη στροφή του κόμματος προς τα δεξιά, προς ένα κόμμα που θα αυτοκαθαρθεί πρώτα και μετά θα κάνει τα ανοίγματά του και προς το Κέντρο και κάθε λογής μεσαίους. Αυτό περιέγραφε προεκλογικά ο Α. Σαμαράς και αυτό είναι που φοβάται ο Δ. Αβραμόπουλος και αγωνιά όταν μιλάει για την ανάγκη να μη χαθεί το νήμα με ένα χώρο όπου ήδη η Ντόρα Μπακογιάννη ετοιμάζεται να κάνει «σφήνα», με τη διαφαινόμενη δημιουργία νέου πολιτικού σχήματος.

Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός όμως δεν δίνει απαντήσεις στην κοινή γνώμη για το τι ακριβώς εννοεί ο ποιητής. Θα ακούσουμε επιτέλους ένα «απεταξάμην» στο λαϊκισμό και τον κρατισμό, που έγινε σημαία του κόμματος τα τελευταία χρόνια; Θα υπάρξει εξήγηση πώς παρέδωσε ένα κράτος με 60.000 περισσότερους μόνιμους στα πεντέμισι χρόνια διακυβέρνησης του τόπου, με διορισμούς που είχαν έντονο το στοιχείο της εντοπιότητας; Πώς ξεχάστηκαν οι αποκρατικοποιήσεις, ιδιαίτερα αντιπαθείς στους λάτρεις του «κοινωνικού» –βλέπε σπάταλου– κράτους; Πώς αυγάτιζαν τα επιδόματα και οι υπερωρίες; Πώς οι δαπάνες στα υπουργεία έφτασαν τα τελευταία τρία χρόνια να ισοδυναμούν με τα χρεωστικά που μας οδήγησαν στη συμφορά; Όλα αυτά «μυρίζουν» κοινωνικό φιλελευθερισμό που ανδρώθηκε επί μεσαίου χώρου. Βεβαίως εδώ και μερικά 24ωρα ακούσαμε από τον πρόεδρο της ΝΔ ότι το κόμμα του είναι «λαϊκό και όχι ταξικό». Με μερικές μάλιστα «ανθρωποθυσίες» και ολίγη στροφή προς τα δεξιά, οι προσδοκίες της Ρηγίλλης μεγαλώνουν. Μήπως τελικά είχε δίκιο ένας παλιός μου διευθυντής στην τηλεόραση, που σε στιγμές έντασης μου έλεγε «μη σκοτώνεσαι, όλα τα νέα είναι... παλιά»;

Τρίτη, Ιουνίου 08, 2010

Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι




Αρίστος Δοξιάδης

Θεσμοί και νοοτροπίες στην ελληνική οικονομία
(Δημοσιεύτηκε στο Athens Review of Books, τεύχος 8, Ιούνιος 2010.)

ΛΟΓΟΠΛΑΙΣΙΟ

Καθαρεύουσα και δημοτική


Ο τρόπος που συζητάμε για την οικονομία άλλαξε άρδην, μέσα σε λίγους μήνες. Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ.

Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες.2 Για παράδειγμα ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Αλλά αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες ούτε στο λόγο των κομμάτων, ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.

Οι τεχνοκράτες ασχολούνταν περισσότερο με το επίσημο, παρά με το πραγματικό. Με το ύψος, π.χ., των φορολογικών συντελεστών, αλλά όχι με τους φόρους που πραγματικά πλήρωναν οι επιχειρήσεις – πολύ ψηλότερους από την επίσημη κλίμακα όταν το ΣΔΟΕ επέδραμε επί δικαίων και αδίκων, πολύ χαμηλότερους όταν ο επιχειρηματίας είχε τον τρόπο του.

Υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον επίσημο λόγο της πολιτείας, της πολιτικής, της τεχνοκρατίας, και σε αυτό που διαισθανόμασταν, που κουβεντιάζαμε στις παρέες, αλλά δεν αρθρώναμε δημόσια. Στον επίσημο λόγο, την καθαρεύουσα, μιλούσαμε για επενδύσεις, προγραμματισμό, ανταγωνισμό, παραγωγικότητα, κίνητρα, ελέγχους, νόμους. Στη δημοτική, για φραπέ, χαβαλέ, και το δαιμόνιο του Έλληνα. Ξέραμε ότι οι δημόσιες διακηρύξεις δεν θα πραγματοποιηθούν, αλλά λέγαμε: ας προσπαθήσουμε, και αν γίνει το ένα δέκατο, πάλι καλά – να μη μείνουμε πολύ πίσω από «την Ευρώπη».

Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις κουβέντες της παρέας. Το δίλημμα «δημόσιο ή ιδιωτικό;» μεταλλάχτηκε: «με τον αργόμισθο ή με το φοροφυγά;». Το «συνδικάτα ή εργοδοσία;» μεταλλάχτηκε: «να κόψουμε τη σύνταξη από τα 52 ή τα ιατρικά υλικά που τα πληρώνουμε για χρυσάφι;». Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. Αυτό είναι υγιές. Είναι η αρχή της αυτογνωσίας.

Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονόλογους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί, και να ορίζει επιλογές.

Θεωρίες της ιδιομορφίας

Μια καλή προσέγγιση είναι να εντοπίσουμε σε τι διαφέρουμε από τις αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες, που συνειδητά ή ασυνείδητα τις έχουμε για πρότυπο. Ακόμα και όταν τις επικρίνουμε, αυτές έχουμε ως μέτρο σύγκρισης, τόσο για την ιδιωτική κατανάλωση όσο και για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Για το σκοπό αυτό είναι χρήσιμη μια νεοθεσμική οπτική, που αναλύει τις παραλλαγές του καπιταλισμού και τις σχετίζει με τις ιστορικές καταβολές και τους θεσμούς κάθε χώρας3.

Οι θεσμοί είναι μια ευρεία έννοια, που επιδέχεται διαφορετικούς ορισμούς. Στον πιο γενικό ορισμό ο όρος περιλαμβάνει τους επίσημους θεσμούς (το σχολείο) και τους ανεπίσημους (το φροντιστήριο και το ιδιαίτερο). Περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις (ιατρική νομοθεσία), τους οργανισμούς (το νοσοκομείο), αλλά και τις συχνές συμπεριφορές (το φακελάκι). Περιλαμβάνει επίσης, σε μερικές θεωρήσεις, την ιδεολογία (τι είναι πρόοδος) και τη νοοτροπία (εργασιακή ηθική).

Η νεοθεσμική θεώρηση επιδιώκει να φωτίσει και να εξηγήσει τις μικρο-οικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρο-μεγέθη. Γιατί αφήσαμε την κοινωνική ασφάλιση να χρεοκοπήσει; Γιατί δεν πληρώνουμε φόρους; Γιατί δεν έχουμε εξαγώγιμα βιομηχανικά προϊόντα; Γιατί κάνουν φροντιστήριο οι μαθητές των λυκείων; Σε τι είμαστε διαφορετικοί σε αυτό το επίπεδο από τους Γερμανούς;

Η πρόχειρη εμπειρική απάντηση είναι ένας πολύ μακρύς κατάλογος: διαφθορά, πελατειακό σύστημα, γραφειοκρατία, οικογενειοκρατία, διαπλοκή, καταναλωτισμός, παπαγαλία στο σχολείο, καχυποψία, αλλά και ευέλικτες επιχειρήσεις, πτυχιούχοι, φιλοδοξία, κινητικότητα, πολιτική άποψη, αντίσταση, πολυγλωσσία, εργατικότητα (υπό όρους), εξωστρέφεια. Δεν βοηθάει όμως πολύ μια τέτοια παράθεση. Πιο διαφωτιστικό είναι, από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά, όπου διαφέρουμε από τις πιο αναπτυγμένες οικονομίες. Τα ακόλουθα θεωρώ ότι είναι τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας:

Το πλήθος και το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων, μαζί με τη μεγάλη διασπορά της ιδιοκτησίας των ακινήτων (νοικοκυραίοι).
Η μεγάλη έκταση και διασπορά των προσόδων (ραντιέρηδες).
Η ελλιπής συνείδηση συνεργασίας και παράλληλα η μεγάλη ανταπόκριση σε κίνητρα και αντικίνητρα (καιροσκόποι).

Η Ελλάδα είναι μια καπιταλιστική οικονομία με κοινωνικό κράτος, όπως πολλές άλλες. Αλλά όπως και κάθε άλλη έχει τη δική της δυναμική, που δημιουργείται από τα ιδιαίτερα στοιχεία της μαζί με τα γενικά στοιχεία του καπιταλισμού.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΙ

‘Ενας θεμελιακός θεσμός


Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ που να έχει τόσο πολλούς αυτοαπασχολούμενους και τόσα μικροαφεντικά όπως η Ελλάδα σε αναλογία με τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα το 57% όσων απασχολούνται στη «μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία» (ΜΧΕΟ) είναι είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 απασχολούμενους. Στο σύνολο της ΕΕ των «27» ο δείκτης είναι 30%. Η Ιταλία έρχεται δεύτερη με 47%, η Πορτογαλία τρίτη με 42%. Η Γαλλία είναι στο 27%, η Μ. Βρετανία στο 21%, η Γερμανία στο 18%. Το νέο μας πρότυπο, η Δανία, στο 20%4.

Εξίσου κατακερματισμένη είναι και η γεωργία, που δεν περιλαμβάνεται στα παραπάνω. Στην αμπελοπαραγωγό Κορινθία ο μέσος εξαγωγικός αμπελώνας είναι κάτω από 30 στρέμματα και ο μεγαλύτερος κάτω από 200. Οι ανταγωνιστές της Κορινθίας στη Μούρθια της Ισπανίας έχουν πάνω από 1.000 στρέμματα ο καθένας. Το ίδιο και στην Καλιφόρνια, στη Νότιο Αφρική, στη Χιλή, στην Αίγυπτο.

Στο σύνολο της οικονομίας, οι απασχολούμενοι σε επιχειρήσεις άνω των 250 εργαζομένων δεν ξεπερνούν το 9% του εργατικού δυναμικού – μαζί με τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες.

Πώς έχει συμβεί να έχουμε τόσο πολλές και μικρές επιχειρήσεις –αμπέλια, ελαιοτριβεία, ενοικιαζόμενα δωμάτια, μίνι μάρκετ, ιατρεία, θέατρα, μπουτίκ, βιοτεχνίες ενδυμάτων, εταιρειούλες πληροφορικής– και γιατί πολύ λίγους μεγάλους εργοδότες;

Το οφείλουμε στην ιστορία, που απέτρεψε σε εμάς την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου των δυτικών οικονομιών, στους θεσμούς του σημερινού κράτους, που βοηθούν να επιβιώσει η μικρή ιδιοκτησία και εμποδίζουν τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων, αλλά και στη νοοτροπία που μας αποτρέπει από το να συνεργαζόμαστε.

Η Δυτική Ευρώπη μπήκε στη βιομηχανική εποχή με μεγάλες γαιοκτησίες και πλήθος ακτήμονες εργάτες, κληρονομιά της φεουδαρχίας. Το νέο ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε μια κοινωνία από μικροϊδιοκτήτες, συνέπεια της οθωμανικής πολιτικής που στήριζε τον μικρό γεωργό και αποθάρρυνε τη μεγάλη γαιοκτησία. Η πολιτική γης του νέου κράτους συνέχισε να ευνοεί τον μικρό κλήρο. Ακόμα και τα μεγάλα τσιφλίκια της Θεσσαλίας κατακερματίστηκαν με τα χρόνια. Η μεγάλη πλειονότητα των οικογενειών είχε κάποια ακίνητη περιουσία, αγροτική ή αστική, όπου έστησε μια αγροτική εκμετάλλευση ή ένα μαγαζί ή έχτισε ιδιόκτητο σπίτι. Σε αυτό η Ελλάδα ήταν τελείως διαφορετική από όλη τη μη Οθωμανική Ευρώπη. Οι δε γείτονές μας στα Βαλκάνια, όσοι είχαν εκτεταμένη μικροϊδιοκτησία, την απώλεσαν με τον σοσιαλισμό.

Οι μικροεπιχειρήσεις εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη μορφή οργάνωσης του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας μετά από 180 χρόνια σύγχρονου κράτους, με αστικούς θεσμούς και με περίπου ελεύθερη αγορά. Αυτό είναι αξιοπερίεργο. Σε μια σύγχρονη οικονομία το μέγεθος είναι πλεονέκτημα – αν όχι σε όλες τις δουλειές, πάντως σε πάρα πολλές. Εδώ όμως οι επιχειρήσεις δεν μεγαλώνουν. Ας απαριθμήσουμε τις αιτίες.

Οι οικογένειες με ιδιοκτησία, έστω και μικρή, δεν στέλνουν τα παιδιά τους να γίνουν εργάτες. Αν αποφασίσουν να γίνουν χαμηλόμισθοι υπάλληλοι, αυτό γίνεται μόνο σε δουλειές με εργασιακή ασφάλεια και καλή σύνταξη – στο Δημόσιο ή στις τράπεζες. Αλλιώς προτιμάνε το χωράφι ή το μικρομάγαζο των γονιών. Το νοικοκυριό αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση.

Οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα. Η φορολογία, η κοινωνική ασφάλιση, οι κανονισμοί εργασίας κ.ά. επιβαρύνουν περισσότερο τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις, επειδή οι μικρές παρανομούν πιο εύκολα. Όταν το ταμείο το κρατάει η οικογένεια μπορεί να αποκρύψει πωλήσεις ή να απασχολήσει ανασφάλιστους. Ενώ όταν η τιμολόγηση και οι προσλήψεις καταγράφονται σε οργανωμένο λογιστήριο από υπαλλήλους, η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή ενέχει μεγαλύτερο ρίσκο. Συνεπώς στην Ελλάδα η ανομία ευνοεί τον κατακερματισμό. Το κράτος γενικά δεν κυνηγάει τους μικρούς.

Οι ξένες άμεσες επενδύσεις αποθαρρύνονται. Σε άλλες περιφερειακές χώρες δημιουργήθηκε μεγάλη βιομηχανία από το ξένο κεφάλαιο. Εδώ, η γραφειοκρατία, η διαφθορά, η αντίσταση των τοπικών κοινωνιών, η ρητορική του λαϊκισμού είχαν αποτέλεσμα να έρθουν σχετικά λίγοι ξένοι επενδυτές και να παραμείνουν πολύ λιγότεροι. Σημαντικές εξαιρέσεις, οι κλάδοι των μη εμπορεύσιμων (non-tradable) υπηρεσιών: τράπεζες, τηλεφωνία, λιανικό εμπόριο.5 Σε αυτούς οι ξένοι ήρθαν γιατί το ψηλό κόστος εισόδου και λειτουργίας δεν τους αποτρέπει – το καλύπτουν με ψηλότερες τιμές. Άλλο να έχεις να ανταγωνιστείς στην παγκόσμια αγορά και άλλο μόνο τις ελληνικές επιχειρήσεις στην ελληνική αγορά.

Στα παραπάνω ας προστεθούν οι πάμπολλοι κανονισμοί και απαγορεύσεις που προστατεύουν τον υπάρχοντα τρόπο λειτουργίας σε δεκάδες κλάδους, καθώς και το μικρό μέγεθος των οικοπέδων.

Είναι τόσο ισχυρή η θεσμική προτίμηση προς τη μικρή κλίμακα, ώστε ούτε οι πρόσφυγες του 1922, ούτε οι μετανάστες μετά το 1990 δεν έγιναν μόνιμο προλεταριάτο για μεγάλους εργοδότες, όπως συνέβη αντίστοιχα αλλού. Ενώ οι μικροεργοδότες πλούτισαν στα χωράφια και στις πόλεις στην πλάτη των μεταναστών.

Η αυτοαπασχόληση, η μικροεργοδοσία, η οικογενειακή επιχείρηση είναι σταθερός και θεμελιακός θεσμός της οικονομικής μας οργάνωσης. Ίσως ο πιο θεμελιακός. Η ποσοστιαία συμμετοχή τους στην απασχόληση και στο εισόδημα δεν πρόκειται να συρρικνωθεί υπό κανονικές συνθήκες. Ούτε καν μια βαθιά και μακροχρόνια ύφεση δεν θα το αλλάξει αυτό. Μόνο μια επανάσταση στους θεσμούς θα το άλλαζε.

Είναι σημαντικό το εξής: ο θεσμός ορίζει την εξειδίκευση και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή, επειδή είμαστε μια κοινωνία μικροεπιχειρηματιών, δεν μπορούμε να παράγουμε ηλεκτρονικές συσκευές – και όχι, επειδή δεν παράγουμε συσκευές, είμαστε μικροεπιχειρηματίες. Αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση στην τεχνοκρατία που σχεδιάζει κατά καιρούς τις πολιτικές της ανάπτυξης. Πιστεύει ότι με κατάλληλες χρηματοδοτήσεις και υποδομές μπορεί να δημιουργηθούν ανταγωνιστικές βιομηχανίες σε κλάδους που απαιτούν μεγαλύτερη κλίμακα. Σε κάθε εποχή οι μικροϊδιοκτήτες θα κάνουν τις εργασίες που τους ταιριάζουν – χτες σφουγγαράδες, σήμερα ενοικιαζόμενα δωμάτια, αύριο τι;

Οικογενειακές στρατηγικές

Μια οικονομία μικρών μονάδων ωθεί τα νοικοκυριά σε άλλες επιλογές από μια οικονομία υπαλλήλων και μεγάλων οργανισμών. Η οικογένεια αναζητά τη σταθερότητα στην πολυέργεια6, δηλαδή σε πολλαπλές πηγές εισοδήματος, όσες μπορεί να βρει και να προσποριστεί. Υπάρχει οικογενειακή αλληλεγγύη: τα πολλαπλά εισοδήματα απαιτούν πολλαπλά χέρια: ο πατέρας έχει το πρατήριο βενζίνης για τη σιγουριά, ο γιος σπουδάζει πληροφορική για το κάτι παραπάνω, αλλά άμα δεν του βγει δεν θα πεινάσει. Η κόρη, κατά προτίμηση δασκάλα ή υπάλληλος του Δήμου – κάτι σταθερό που αφήνει ελεύθερο χρόνο για να φροντίζει γέροντες γονείς και την επόμενη γενιά. Αν το οικογενειακό μαγαζί πάει καλά, η οικογένεια ολόκληρη το δουλεύει. Αν όχι, μένει να δουλεύει με ένα-δυο μέλη. Το σύστημα έχει θαυμαστή σταθερότητα, ευελιξία και διάρκεια.

Σε οικονομία μικροϊδιοκτητών, οι επενδύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν από αυτές στις οικονομίες της μεγάλης κλίμακας. Κατευθύνονται, απόλυτα ορθολογικά, σε ακίνητα και σε εκπαίδευση. Στις δυτικές οικονομίες οι αποταμιεύσεις επενδύονται συλλογικά μέσα από ασφαλιστικά ταμεία, ή από αμοιβαία κεφάλαια, ή από καταθέσεις. Καταλήγουν ως χρηματοδότηση στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, σε υποδομές, και γενικά σε μεγάλους οργανισμούς. Στην ελληνική μικρή οικονομία η χρηματική αποταμίευση δεν έχει αξιόπιστες συλλογικές διεξόδους.

Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει άλλη μορφή στη μικροϊδιοκτησία. Στις δυτικές οικονομίες μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από καριέρα – δηλαδή χτίζοντας σχέση με μια μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμό. Η ανώτατη εκπαίδευση είναι χρήσιμη μόνο ως πρώτο βήμα στην καριέρα – αν η αγορά εργασίας δεν την ζητά ούτε οι νέοι την επιδιώκουν. Στη μικρή ιδιοκτησία, η αξία του ανθρώπου επενδύεται στα ατομικά του στοιχεία. Η αγορά εργασίας δεν δίνει σαφή μηνύματα. Σημασία έχουν τα εφόδια που θα κατέχω σε μια γενικά αβέβαιη πορεία. Σπουδάζω μηχανικός, όχι επειδή προσδοκώ να δουλέψω στη Volkswagen, αλλά επειδή θα έχω επιλογές ως έμπορος, κατασκευαστής, εργολάβος, μελετητής, και ίσως ίσως στέλεχος. Γι’ αυτό τα νοικοκυριά υπερεπενδύουν στην εκπαίδευση των παιδιών: σε φροντιστήρια ξένων γλωσσών και πανελλαδικών εξετάσεων, σε δαπάνες διαβίωσης των φοιτητών. Στους εθνικούς λογαριασμούς αυτές οι δαπάνες φαίνονται ως κατανάλωση. Αλλά είναι επένδυση.

Δυναμική

Ο θεσμός είναι σταθερός εφόσον μπορεί να παράγει αρκετό εισόδημα για τα μέλη του, έστω με κρίσεις και μεταλλάξεις. Αλλά δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον κόσμο που οι τοπικές οικονομίες μικροεπιχειρήσεων να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές – στη βόρεια Ιταλία βρίσκονται τα λίγα πετυχημένα παραδείγματα. Στην Ελλάδα ήταν ανταγωνιστική κατά καιρούς η μικρής κλίμακας γεωργία και ο τουρισμός, και είχαν μεγάλη συμβολή τα εμβάσματα από προσωπική εργασία– από τους μετανάστες και τους ναυτικούς. Αλλά αυτά δεν έφταναν και τα συμπληρώναμε με δάνεια και επιχορηγήσεις από το εξωτερικό.

Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν αυτό να το πετύχουν οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν.

Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος) και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.

ΡΑΝΤΙΕΡΗΔΕΣ

Ο όρος πολιτική πρόσοδος δηλώνει τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους επιχειρήσεις, συντεχνίες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα από το κράτος που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας ή προϊόντος. Ο όρος περιλαμβάνει την αργομισθία, τη συνταξιοδότηση με προνομιακούς όρους, τις επιχορηγήσεις χωρίς αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τις υπερκοστολογημένες προμήθειες και έργα, και τις μίζες των δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει επίσης τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε συντεχνίες να υπερτιμολογούν στην αγορά (κλειστά επαγγέλματα, ρυθμιζόμενες αμοιβές, απαγορεύσεις), και, κάτι λιγότερο φανερό, τα οφέλη από την παρανομία όταν οι ανταγωνιστές σου είναι σύννομοι. Δεν περιλαμβάνει εκείνους του μισθούς του Δημοσίου που αμείβουν πραγματικά εργαζόμενους, ούτε τις συντάξεις, τα επιδόματα ανεργίας, κτλ, που δίνονται με γενικά κοινωνικά κριτήρια.

Μερικοί ανάγουν τη διόγκωση της πολιτικής προσόδου στη δεκαετία του 1980 και στον τρόπο με τον οποίο το ΠΑΣΟΚ ενσωμάτωσε νέα στρώματα και νέα τζάκια στην οικονομική ανάπτυξη. Αλλά η φαυλοκρατία και οι πελατειακές σχέσεις ήταν σύμφυτες με το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του7, και το κράτος ήταν πάντα ρυθμιστής στην οικονομία. Η διανομή προσόδων ήταν αναγκαίος μηχανισμός για τη νομιμοποίηση των πολιτικών στα μάτια του κόσμου, αλλά και ο προσπορισμός προσόδων ήταν βασικός λόγος για γίνει κάποιος πολιτικός.

Το κράτος συνολικά υπήρξε ραντιέρης εμβασμάτων, ζώντας σε μεγάλο βαθμό από διεθνείς εισροές: δάνεια που μοίρασε και δεν αποπλήρωσε, σχέδια βοήθειας, και πιο πρόσφατα τα ταμεία της ΕΕ. Τούτα τα εμβάσματα έχουν επηρεάσει σε βάθος την κοινωνία: «Ας περάσει το χρήμα τα σύνορα και θα βρούμε τη μοιρασιά» μου έλεγε ένας μικροεργολάβος αγροτικών εγκαταστάσεων κουβεντιάζοντας πώς θα πάρουμε κάποια επιχορήγηση.

Υπήρχαν και υπάρχουν σημαντικές μη πολιτικές πρόσοδοι στην ιδιωτική οικονομία. Τα έσοδα από τουρισμό ενέχουν μεγάλο στοιχείο προσόδου, εφόσον ο επισκέπτης πληρώνει πρώτα για τον τόπο και μετά για τις υπηρεσίες. Τα εμβάσματα από το εξωτερικό (ναυτιλιακά, μεταναστευτικά) παράγονται μεν από εργασία εκτός συνόρων, αλλά για την τοπική κοινωνία που τα υποδέχεται είναι καθαρή πρόσοδος.

Η δημοκρατική πρόσοδος

Οι μηχανισμοί προσπορισμού προσόδων διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Παράγουν όμως ένα κοινό πολιτισμικό αποτέλεσμα: όλοι σχεδόν οι Έλληνες, από τον μεγάλο επιχειρηματία μέχρι τον μικροοικοπεδούχο στο νησί και τον δημοτικό υπάλληλο στην επαρχία, θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια και χωρίς να εργάζονται παραγωγικά – εισοδήματα σημαντικά για τα μέτρα του καθενός. Αν δεν το πετύχουν αισθάνονται αδικημένοι.

Πώς αναπαραγόταν τόσα χρόνια το σύστημα της προσοδοκρατίας; Η πρώτη αιτία ήταν ότι «λεφτά υπάρχουν» – από τις εισροές από το εξωτερικό, από την απομύζηση της παραγωγής σε μια κοινωνία που μπορούσε κατά καιρούς να παρακολουθεί ικανοποιητικά την τεχνική πρόοδο, αλλά πρόσφατα και από την υπερεκμετάλλευση των μεταναστών.

Η δεύτερη αιτία ήταν ο δημοκρατικός χαρακτήρας του συστήματος. Οι πρόσοδοι είχαν ευρεία διασπορά· ιδίως μετά το 1980 τα περισσότερα νοικοκυριά κάτι τσιμπούσαν από το σύστημα. Η δημοκρατική νομιμοποίηση ενισχύθηκε από νέους μηχανισμούς που προσδίδουν στο σύστημα έναν αντικειμενικό χαρακτήρα: ΑΣΕΠ αντί για ρουσφέτι, πανελλαδικές αντί για το βαθμό του σχολείου. Όταν για να διοριστούν ή να εισαχθούν χρειάζεται να κοπιάσουν και να ανταγωνιστούν τίμια, κανένας δεν αναρωτιέται μήπως η θέση που πήραν είναι άχρηστη. Και θεωρείται άδικο να καταργηθούν τα όποια προνόμια έχει η θέση.

Συμπεριφορές


Όπως κάθε οικονομικός μηχανισμός που κυριαρχεί (ή συγκυριαρχεί) σε μια κοινωνία έτσι και η προσοδοκρατία επιδρά με πολλούς τρόπους στις συμπεριφορές και στη νοοτροπία. Μπορεί να μην πηγάζει από πολιτισμικές ιδιαιτερότητες, αλλά σίγουρα τις δημιουργεί.

Μηδενικό άθροισμα: η πρόσοδος δεν μεγεθύνει την πίτα, τη μοιράζει. Συνεπώς προϋποθέτει μαχητική διεκδίκηση, και δεν προϋποθέτει παραγωγική εργασία. Εκτρέφει το λαϊκισμό, που βασικό συστατικό του είναι ότι μεταθέτει την ευθύνη για το σύνολο στον άλλο πόλο, στον εχθρό. Στο λαϊκισμό οι πολίτες, ανεξάρτητα από την πραγματική τους θέση στην παραγωγή και στη διανομή, νιώθουν σαν να ανήκουν στο πιο αδύναμο στρώμα, που δικαιούται να διεκδικεί αναδιανομή για λόγους ανθρωπιστικούς, δικαιοσύνης8. Δεν τους αφορά πώς θα παραχθεί ο πλούτος, ούτε αν πρέπει η αναδιανομή να γίνει πρώτα σε άλλους, πιο αδύναμους. Την ευθύνη για το όλον την έχουν άλλοι. Ο λαϊκισμός διαφέρει ριζικά σε τούτο από μια σοσιαλιστική στρατηγική που θα άρχιζε από τον τρόπο παραγωγής πριν φτάσει στη διανομή. Ή από μια στρατηγική αναδιανομής που θα εστίαζε στους πραγματικά πιο αδύναμους και αποκλεισμένους.

Επιχειρηματικότητα: αν οι επιχειρήσεις μπορούν να βγάλουν ψηλά κέρδη από τις κρατικές εργολαβίες ή από άλλα προνόμια, επενδύουν πιο πολύ στο να αποκτήσουν τα προνόμια παρά στο να γίνουν ανταγωνιστικές σε μια ανοιχτή αγορά. Με το καιρό αυτό στρεβλώνει όλη τη στρατηγική τους – ο καλός πωλητής είναι αυτός που καλλιεργεί σχέσεις στο Δημόσιο, ο καλός μηχανικός είναι αυτός που ξεχειλώνει το έργο για να κοστίσει περισσότερο, κτλ. Σπάνια μια επιχείρηση κρατικοδίαιτη είναι και ανταγωνιστική. Τα παραδείγματα αρχίζουν από τους εθνικούς προμηθευτές και φτάνουν στις εταιρειούλες πληροφορικής της δεκαετίας του 1990, όπου ευφυέστατοι τεχνικοί έφαγαν τα νιάτα τους σε άκαρπη «έρευνα και ανάπτυξη» για ευρωπαϊκά προγράμματα.

Μετρήσεις και προϋπολογισμοί: ο ραντιέρης δεν έχει ανάγκη να μετρήσει τον κόσμο, ο παραγωγός έχει. Ο ραντιέρης θα παζαρέψει. Ο παραγωγός θα σχεδιάσει τις εισροές και τις εκροές του, θα προσπαθήσει να μεγιστοποιήσει το περιθώριο ανάμεσα στις δύο. Ό,τι κάνει ο ραντιέρης κάνει και το κράτος της προσοδοκρατίας. Παζαρεύει συνεχώς με διάφορες ομάδες (αδιόριστους για διορισμούς, αγρότες για παροχές, επιχειρηματίες για έργα), στις οποίες πάντα δίνει κάτι παραπάνω από εκεί που ξεκίνησε. Δεν δεσμεύεται από ένα απόλυτο όριο δαπανών ή φοροαπαλλαγών. Καταλήγει σχεδόν πάντα με έλλειμμα, χωρίς να το έχει προγραμματίσει. Αλλά και πέρα από τα δημοσιονομικά, η κοινωνία δεν ζητά μετρήσεις: ούτε για τους ρύπους, ούτε την ποιότητα των νοσοκομείων, ούτε για την επίδραση της αστυνόμευσης στην εγκληματικότητα. Δεν υπάρχει καμιά πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες να μετρήσουν και να αξιολογήσουν. Κάπως έτσι καταλήγουμε στα Greek statistics – πολύ πριν τη σκόπιμη παραποίηση των αριθμών.

ΚΑΙΡΟΣΚΟΠΟΙ

Ίσως να είμαστε το ίδιο εργατικοί με τους Δυτικούς όταν έχουμε τις ίδιες επιλογές με αυτούς. Είμαστε όμως λιγότερο συνεργατικοί.

Στη θεωρία παιγνίων καιροσκόπος (ή οπορτουνιστής) είναι αυτός που αρπάζει την ευκαιρία να βγάλει ένα καλό κέρδος σήμερα, ακόμα και αν αυτό δυσχεράνει τη θέση του αύριο. Συνήθως, είναι αυτός που παραβαίνει έναν κανόνα ή χαλάει μια συνεργασία για να κάνει την αρπαχτή.

Ο ταβερνιάρης στην Πλάκα που σερβίρει σαβούρα στους τουρίστες αυτό κάνει: παραβαίνει την άτυπη σύμβαση του εστιάτορα με τον πελάτη, για να βγάλει καλό κέρδος στη μερίδα, με κίνδυνο ο πελάτης να μην ξαναέρθει. Πράττει απόλυτα ορθολογικά, γιατί ο τουρίστας είναι περαστικός και δεν θα ξαναερχόταν έτσι κι αλλιώς. Αυτό χαλάει τη γενική εικόνα της Αθήνας, αλλά δεν τον ενδιαφέρει, γιατί η εικόνα διαμορφώνεται από όλες τις ταβέρνες μαζί, όχι από τη δική του.

Στον αντίποδα της καιροσκοπίας είναι η συμμόρφωση ή η συνεργασία. Η επιχείρηση που επενδύει στην ποιότητα, ο εργολάβος που αποθέτει τα μπάζα στη μακρινή επίσημη χωματερή αντί για το διπλανό χωράφι, ο συνεργάτης που δουλεύει σκληρά αντί να λουφάρει σε βάρος της ομάδας, ο επαγγελματίας που δεν φοροδιαφεύγει είναι στη γλώσσα της θεωρίας παιγνίων συνεργάσιμος (cooperator).

Οι ρίζες της συνεργασίας

Οι Έλληνες φέρονται πιο καιροσκοπικά από τους Σουηδούς ή και τους Γάλλους. Η διαφορετική συμπεριφορά δεν έχει μια μόνο αιτία. Υπάρχει πολιτισμική διαφορά νοοτροπίας. Παράλληλα η δομή των κινήτρων και των κυρώσεων συγκριτικά ευνοεί την αρπαχτή. Τα δύο επίπεδα (νοοτροπία - δομή) αλληλεπιδρούν μέσα από την ανοχή (δεν σε καταγγέλλω που φοροδιαφεύγεις) και τη δυσπιστία (σε ρίχνω, γιατί φοβάμαι ότι θα με ρίξεις).

Πού οφείλεται η πολιτισμική διαφορά στην έφεση για συνεργασία, και πόσο βαθιά είναι; Σε τέτοια ερωτήματα η συστηματική έρευνα και θεωρία διεθνώς τώρα ξεκινάει, ουσιαστικά τα τελευταία είκοσι χρόνια. Για την Ελλάδα η πιο ενδιαφέρουσα αφήγηση είναι του Στέλιου Ράμφου, για την «άπρακτη εξατομίκευση». Η ανθρωπολογία του προσώπου διαμορφώθηκε διαφορετικά σε εμάς από ό,τι στη Δύση. Εκεί «σκοπός του ατόμου είναι η εντός του ανακεφαλαίωση, ει δυνατόν, της συνολικής κοινωνικής και πνευματικής εξελίξεως – η εν ευαισθησία καθολικότης του ως ανθρώπου»9. Ο δυτικός άνθρωπος έχει εσωτερικεύσει τους κανόνες της κοινωνίας – τους έχει εξατομικεύσει. Στους Έλληνες, όταν διασπάστηκαν οι συλλογικές δομές του μεσαίωνα, μείναμε στον ατομισμό χωρίς την εξατομίκευση.

Συναφής αλλά διακριτός παράγοντας ήταν η εξέλιξη των πολιτικών θεσμών και των οικονομικών ιεραρχιών. Στη Δύση η φεουδαρχία, η μοναρχία και η Καθολική Εκκλησία με την αλληλεπίδρασή τους δημιούργησαν το απολυταρχικό κράτος που είχε την ευθύνη να καθοδηγεί την κοινωνία. Το κράτος αυτό το κληρονόμησε η αστική τάξη και ενίσχυσε τον καθοδηγητικό του ρόλο10. Παράλληλα, στη βιομηχανική επανάσταση αναπτύχθηκαν οι μεγάλες επιχειρήσεις-ιεραρχίες που έδιναν σταθερούς ρόλους σε εργάτες και υπαλλήλους. Αυτά δεν έγιναν στην Ελλάδα, που αποτίναξε το οθωμανικό κράτος, δεν το μετεξέλιξε, και που αντιστάθηκε στις οικονομικές ιεραρχίες.

Με άλλα λόγια, οι αναπτυγμένες δυτικές οικονομίες δεν στηρίχτηκαν μόνο στην ελεύθερη αγορά και στα ατομικά κίνητρα. Στηρίχτηκαν σε ιεραρχικούς οργανισμούς (κάθετους κανόνες) και σε στρατηγικές συνεργασίας (οριζόντιους κανόνες). Ο πετυχημένος και ιδεολογικά ηγεμονικός καπιταλισμός είναι ελεύθερη αγορά ενσωματωμένη σε κοινωνία κανόνων και ευθύνης. Αλλιώς είναι ή ζούγκλα ή μικρομάγαζα. Εμείς δεν έχουμε αποδεχθεί ούτε τους κάθετους κανόνες ούτε τους οριζόντιους – ούτε πειθαρχούντες ούτε πειθαρχημένοι. Αν έχουμε αποφύγει τη ζούγκλα είναι γιατί έχουμε κρατήσει τα μικρομάγαζα.

Οι θεσμοί των καιροσκόπων

Η καιροσκοπική νοοτροπία εξηγεί γιατί αποτυχαίνουν οι συνεταιρισμοί και πετυχαίνουν οι συντεχνίες. Ο συνεταιρισμός διαχειρίζεται ένα συλλογικό αγαθό – για παράδειγμα, ένα συσκευαστήριο για τα αγροτικά προϊόντα των μελών του ή μια κρατική επιχορήγηση που δίνεται για να γίνει το συσκευαστήριο. Χωρίς αμοιβαία εμπιστοσύνη και συμμόρφωση στους κανόνες τα μέλη κοιτάνε πώς θα κερδίσουν ο καθένας ρίχνοντας τη ζημιά στο συλλογικό αγαθό. Θα στείλουν στο συσκευαστήριο τη δεύτερη ποιότητα, αλλά το καλό θα το πουλήσουν ιδιωτικά – ή θα φάνε την επιχορήγηση χωρίς να επενδύσουν, γιατί δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλο για συνεταίρο.

Η συντεχνία δεν έχει συλλογικό αγαθό, έχει συλλογική διεκδίκηση. Τα μέλη αναγνωρίζουν το κοινό συμφέρον στην κοινή επαγγελματική ταμπέλα, και διεκδικούν προνόμια κοινά μεν, αλλά που θα τα καρπωθούν ιδιωτικά. Είναι μια συνεργασία με χαμηλή επένδυση και ρίσκο, όπως αρμόζει σε σύνολα με χαλαρούς δεσμούς συνεργασίας.

Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύξαμε μερικούς αξιοθαύμαστους οικονομικούς θεσμούς, που όμως ξενίζουν τους δυτικής παιδείας τεχνοκράτες. Οι μεταχρονολογημένες επιταγές, με το νομικό πλαίσιο που τις διέπει, ενισχύουν την εμπιστοσύνη ανάμεσα στους συναλλασσόμενους γιατί επιφέρουν άμεση κύρωση στον εκδότη της ακάλυπτης επιταγής χωρίς να παρεμβάλλεται η γραφειοκρατία μιας τράπεζας. Ο καθένας αναλαμβάνει την ευθύνη για τον αντισυμβαλλόμενο που επιλέγει. Το πρόσωπο, η φήμη, μετράει ιδιαίτερα. Είναι εντυπωσιακό ότι κανένας αποδέκτης μεταχρονολογημένης επιταγής δεν την εμφανίζει πρόωρα για πληρωμή, ενώ νομικά το δικαιούται. Αν το κάνει, η αγορά θα τον αποβάλει. Αυτόν τον θεσμό της ίσος-προς-ίσον χρηματοδότησης, με την ατομική και ονομαστική ευθύνη, θα πρέπει να τον διαφυλάξουμε, και όχι να θέλουμε να τον καταργήσουμε. Η ιεραρχική χρηματοδότηση των τραπεζών περιθωριοποιεί τη ατομική ευθύνη και ενισχύει τον καιροσκοπισμό.

Το μέλλον της συνεργασίας

Ο καιροσκόπος δεν είναι φύσει απατεώνας. Είναι «ορθολογικά εγωιστής». Θα συμμορφωθεί στους κανόνες όταν τον συμφέρει. Αν βρεθεί σε περιβάλλον όπου πλειοψηφούν οι συνεργάσιμοι και υπάρχουν κυρώσεις στην καιροσκοπία, τότε μετατρέπεται σε συνεργάσιμο11. Το πρόβλημα εδώ είναι ο φαύλος κύκλος. Αν το σύνολο ξεκινάει με πλειονότητα καιροσκόπων, πολύ δύσκολα θα συγκλίνει σε ένα καθεστώς συνεργασίας. Για αυτό μετράει τόσο πολύ η ιστορική κληρονομιά.

Στη Δύση η κληρονομιά ήταν υπέρ της συνεργασίας. Υπάρχουν όμως φόβοι ότι τις τελευταίες δεκαετίες φθείρονται οι θεσμοί και διογκώνεται ο ατομισμός. Οι αιτίες που αναφέρονται είναι πολλές, από τη διάβρωση της οικογένειας, τον καταναλωτισμό και τα ατομικά δικαιώματα μέχρι τον οικονομικό φιλελευθερισμό, την εισοδηματική ανισότητα και τις προσόδους. Μήπως εκεί που τείνουν οι Δυτικοί είμαστε ήδη εμείς; Μήπως είμαστε εικόνα από το δυστοπικό τους μέλλον;

Μια αντίρροπη τάση έρχεται από την τεχνολογία. Οι πλατφόρμες ενημέρωσης και συνεργασίας που καθιστούν διάφανη τη συνεισφορά του καθενός και άχρηστη την ιεραρχία επιτρέπουν για πρώτη φορά στην ιστορία να δημιουργούνται συλλογικά προϊόντα με καταμερισμό ατομικής ευθύνης. Δίνουν ένα πλαίσιο συνεργασίας για καιροσκόπους· π.χ. δίνουν τη δυνατότητα σε κάθε μοναχικό προγραμματιστή να πουλήσει υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο. Παράλληλα δίνουν μεγάλη δύναμη στην εθελοντική προσφορά του ελεύθερου χρόνου (λ.χ. Wikipedia) και επιτρέπουν τη συντήρηση μερικών συλλογικών αγαθών χωρίς μεγάλες προσωπικές θυσίες. Μήπως ο ελληνικός ατομισμός βρει τώρα μια δημιουργική θέση στην παγκόσμια οικονομία;

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ


Κλείνω με λίγα προλεγόμενα σε μια μεγάλη συζήτηση.

Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους, είτε για να τα αλλάξει.

Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα πετυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχθούμε την ιδιομορφία.

Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε.

Δεν έχουμε μεγάλες επιχειρήσεις στα διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά. Θα ενισχύσουμε τη συγκέντρωση του κεφαλαίου εκεί, και με ποιο τρόπο; Να ένα ερώτημα-αγκάθι για όλο το ιδεολογικό φάσμα. Και αν ναι, πώς θα αποτρέψουμε την προσοδοθηρία και τον καιροσκοπισμό που εισχωρούν σε όλες τις μεγάλης κλίμακας προσπάθειες στη χώρα μας;

Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους. Το αναπτυξιακό λογοπλαίσιο να διαμορφωθεί πάνω στη μικρή κλίμακα.

Ο καθείς και τα όπλα του.