Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 18, 2009

Νέο όραμα για την κεντροδεξιά



Η ευρύτερη κεντροδεξιά χρειάζεται ένα πιο έντονο, ξεκάθαρο και ανανεωτικό πολιτικό-ιδεολογικό στίγμα. Χρειάζεται μια στροφή στην πολιτική, έναν πολιτικό λόγο με περιεχόμενο και ιδέες, προτάσεις και αξίες που θα δώσουν ουσία στην ίδια την άσκηση της πολιτικής, η οποία δεν θα εξυπηρετεί απλά πρόσκαιρες επικοινωνιακές τακτικές.

Μια πραγματιστική πολιτική που θα δώσει λύση στα καθημερινά προβλήματα του πολίτη ενώ παράλληλα θα συνδυάζει ένα πολιτικό όραμα που εμπνέει το λαό και κινητοποιεί τις μάζες προϋποθέτει την ύπαρξη ενός πολιτικού φιλοσοφικού περιεχομένου, τον οποίο η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας (εφόσον εκφράζει τον χώρο αυτό) πρέπει να αποσαφηνίσει για να μπορέσει να επικρατήσει ( και να αμυνθεί) στον πόλεμο των ιδεών που θα καθορίσει το μελλοντικό πολιτικό σκηνικό της χώρας. Πρόκειται για μια απαραίτητη εξέλιξη καθώς ο ευρύτερος χώρος της κεντροδεξιάς στην Ελλάδα έχει παραχωρήσει τον ιδεολογικό στίβο στους πολιτικούς της αντιπάλους χωρίς να προτάσσει τα ανώτερα ιδεολογικά «όπλα» τα οποία κατέχει.

Παρωχημένες πολιτικές αντιλήψεις και στερεότυπα, ενοχικά κατάλοιπα, ατολμία και εσωτερική σύγχυση δεν έχουν επιτρέψει στη Νέα Δημοκρατία και στον ευρύ πολιτικό χώρο που εκφράζει την μετωπική ιδεολογική αντιπαράθεση της με τους πολιτικούς της αντιπάλους που θα ωφελήσει και θα ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και μόνο θετικά αποτελέσματα θα αποφέρει στο κοινωνικό σύνολο της χώρας. Η επικοινωνία έχει αντικαταστήσει την πολιτική, αντί δηλαδή η επικοινωνία να λειτουργεί ως μέσο για την επίτευξη πολιτικών στόχων, έχει γίνει αυτοσκοπός και αυτή καθορίζει την πολιτική ατζέντα. Έχουμε ένα «apolitical» πολιτικό σκηνικό στο οποίο την πολιτική ατζέντα καθορίζει η Αριστερά, η οποία κατέχει δυσανάλογη πολιτική επιρροή σε σχέση με τα εκλογικά ποσοστά της.

Η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας χαρακτηρίζεται από οπαδούς της ως «Φιλελεύθερη» χωρίς αυτό να ισχύει τουλάχιστον για όσους αυτοχαρακτηρίζονται φιλελεύθεροι, ενώ πολιτικοί της αντίπαλοι την χαρακτηρίζουν ως «συντηρητική» παράταξη, χαρακτηρισμός που ούτε αυτός ισχύει ούτε γίνεται αποδεκτός από μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων της.

Η ιδεολογική ταυτότητα που αναζητά η Νέα Δημοκρατία και η οποία μπορεί να δώσει νέα ορμή στο όραμα και την ελπίδα, να επαναφέρει την πολιτική στο προσκήνιο και να θέσει στον πυρήνα της τον πολίτη και την πρόοδο της χώρας ενώ παράλληλα θα συνάγει με την δημοκρατική και ευρωπαϊκή παράδοση της παράταξης είναι ένας συνδυασμός κοινωνικού φιλελευθερισμού και συντηρητισμού, ενός Νέου Συντηρητισμού. Ο όρος Νέος Συντηρητισμός πιστεύω πως είναι ο πιο δόκιμος για μια σύγχρονη, ευρωπαϊκή, δημοκρατική και φιλελεύθερη παράταξη που εκφράζει τον ευρύ και πλουραλιστικό χώρο του κεντροδεξιάς αν και γνωρίζω την παρανόηση και συκοφάντηση που θα γνωρίσει ο όρος στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα.

Ο Νέος αυτός Συντηρητισμός θα πρέπει να διέπεται από μια ολοκληρωμένη προσέγγιση απέναντι στην πολιτική και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας την εποχή αυτή. Στην ουσία πρόκειται για ένα ευρύ πνευματικό κίνημα το οποίο θα πρέπει να εκφράσει τον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο, αναδεικνύοντας τις προτάσεις και το όραμα του καθώς και τις αντιθέσεις του έναντι άλλων πολιτικών χώρων. Ο Νέος Συντηρητισμός θέτει την πολιτική σε πρώτιστη σημασία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να αναπτυχθεί και ένας αντισυμβατικός πολιτικός λόγος, ο οποίος δεν θα φοβάται να έρθει σε αντίθεση με στερεοτυπικές και στάσιμες πολιτικές απόψεις οι οποίες εγκλωβίζουν τον πολιτικό διάλογο της χώρας μας. Θα πρέπει να αναπτυχθεί ένας φρέσκος λόγος ο οποίος θα πηγάζει από τις αρχές του πολιτικού φιλελευθερισμού και του σύγχρονου συντηρητισμού, ο οποίος θα αναλάβει την πρωτοβουλία των ιδεολογικών και πολιτικών εξελίξεων, όπως οφείλει άλλωστε και να φύγει από το κλίμα ηττοπάθειας που χαρακτηρίζει τον κέντρο δεξιό πολιτικό λόγο της πατρίδας μας. Σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν νοείται να χαρακτηρίζεται προοδευτική μια δογματική και φοβική αριστερά, ούτε να προσφέρεται ως μοντέρνα εναλλακτική ο σοσιαλισμός και άλλα εξομοιωτικά πρότυπα. Ο πολιτικός λόγος και το κομματικό σύστημα που έχει επικρατήσει από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα χαρακτηρίζεται από αγκυλώσεις και δογματισμό που με την παράλληλη ιδεολογική επικράτηση της Αριστεράς έχουν δημιουργήσει ένα ιδιότυπο πολιτικό περιβάλλον, συντηρητικό και φοβικό σε νοοτροπία, με μια έντονη εσωστρέφεια που διέπεται από αντί-ευρωπαικά και αντί-δυτικά σύνδρομα. Χαρακτηριστικό είναι πως αν και πολλές φορές παρακολουθούμε το πολιτικό σύστημα της Γαλλίας, μιμούμαστε συνθηματολογία και καταστάσεις και αναφερόμαστε στη Γαλλική Αριστερά, αγνοούμε πλήρως την συντηρητική και Γκωλική παράδοση της χώρας καθώς και την πνευματική δεξιά που διαθέτει. Πρέπει να είμαστε ίσως το μοναδικό ευρωπαϊκό κράτος όπου ένας πολίτης διστάζει ή γνωρίζει αποδοκιμασία αν αυτοχαρακτηριστεί δεξιός. Στην Ελλάδα ο δεξιός παρουσιάζεται με ουρά και κέρατα ενώ ο φιλελευθερισμός μοιάζει με μια ασθένεια από την οποία κινδυνεύουν ακόμα και τα μικρά παιδιά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μείναμε χαρακτηριστικά πίσω στις ιδεολογικές και πολιτικές προκλήσεις που αντιμετώπισαν άλλες δυτικές χώρες. Η Ελλάδα ακόμα πορεύεται στο μέλλον με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν.

Ο Νέος Συντηρητισμός έχει φιλελεύθερη καρδιά και συντηρητικό μυαλό. Τα δυο αυτά όργανα ισορροπούν μεταξύ τους, το μυαλό συγκρατεί την επαναστατικότητα, αισιοδοξία και αμφισβήτηση του φιλελευθερισμού ενώ η καρδιά δίνει πνοή και ενέργεια στο ώριμο, φιλοσοφημένο και εγκρατή συντηρητισμό. Ο Νέος Συντηρητισμός είναι μια πολιτική πρόταση που έχει σκοπό όχι μόνο να ενώσει αλλά και να αναδείξει δυναμικά τον ευρύτερο κεντροδεξιό χώρο και το βαθύ φιλοσοφικό του υπόβαθρό, το οποίο και οφείλει να πρωταγωνιστήσει στο πολιτικό σκηνικό της χώρας μας.

Δημήτρης Κάζης

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 17, 2009

Ποια Ελλάδα θέλουμε;



Μια ερώτηση με απαντήσεις που συγκλίνουν εντυπωσιακά.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ

Στις παρέες μας όλοι συμφωνούμε πως «δεν πάει άλλο». Οι πιο απογοητευμένοι έχουν κλειστεί ολότελα στον εαυτό τους, και γύρω από αυτόν έχουν φτιάξει, ή πασχίζουν να φτιάξουν έναν άλλον, μικρό κόσμο, γιατί «ετούτη η χώρα έχει τελειώσει», λένε. Γκρινιάρηδες, μίζεροι, απαισιόδοξοι..., πείτε τους όπως θέλετε. Αλλά βρείτε μου έναν ευχαριστημένο άνθρωπο στην Ελλάδα (και μιλάμε για άνθρωπο νορμάλ, όχι του «συστήματος», λαμόγιο και βολεμένο), και θα του στήσω άγαλμα δίπλα στον Άγνωστο Στρατιώτη. Στην ερώτηση «ποια Ελλάδα θέλουμε;», οι απαντήσεις όλων συγκλίνουν. Λέμε, πάνω-κάτω, αυτά που λένε και οι μπροστάρηδες της πολιτικής μας.

Μια δίκαιη Ελλάδα.
Μια ανθρώπινη Ελλάδα.
Μια πράσινη Ελλάδα.


Χωρίς μίζες και μιζαδόρους. Χωρίς ρουσφέτια και πελατειακές σχέσεις. Με σεβασμό στην εργασία του καθένα. Με παιδεία υψηλού επιπέδου, ελεύθερη από όλους και απ' όλα. Με ιατρική στην υπηρεσία του αρρώστου και όχι του μεσάζοντα και των αεριτζήδων. Με εξωτερική πολιτική σοβαρή, κ.λπ., κ.λπ... Τα ξέρετε καλά!

Στην πράξη, όμως, που αντικατοπτρίζεται από την καθημερινή συμπεριφορά και δραστηριότητά μας, η Ελλάδα που λέμε ότι θέλουμε δεν είναι αυτή που οι περισσότεροι από εμάς σήμερα, και κάθε μέρα, συντηρούμε στα τωρινά της «βολικά χάλια». Θέλουμε μια Ελλάδα που θα αλλάξει, χωρίς όμως να αλλάξουμε εμείς. Δεν πάει άλλο αυτό το πράγμα. Είναι αστείο. Και κρατάει χρόνια τώρα. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες δεν εμπνέονται από το υπάρχον πολιτικό τοπίο. Πολλοί από αυτούς, συνειδητά, και όχι για λόγους... παραλίας, επιλέγουν την αποχή. Είναι υγιής αυτή η επιλογή τους και φέρει μια σαφή πολιτική ερμηνεία: θα ψηφίσουμε μόνο εκείνους που θα μας πείσουν ότι μπορούν υπεύθυνα να κυβερνήσουν τον τόπο.

Στη Γερμανία, οι δύο μεγάλοι εχθροί, χριστιανοδημοκράτες και σοσιαλδημοκράτες, έβαλαν στην άκρη πριν μερικά χρόνια τις διαφορές τους και είπαν «είμαστε σε παγκόσμια κρίση, η χώρα μας χρειάζεται πολιτική σταθερότητα και συναίνεση, να παρθούν από κοινού σκληρές αποφάσεις και να πείσουμε γι' αυτές τον κόσμο, και πρέπει για πέντε-έξι χρόνια να πορευτούμε μαζί». Αυτό είναι υπεύθυνη στάση υπεύθυνης χώρας, που διοικείται από υπεύθυνους πολιτικούς και έχει υπεύθυνους πολίτες. Το «άλλο», το «δεν ψηφίζω τον Παπούλια», το «εμείς θα εξαντλήσουμε την τετραετία», «το προέχει να πέσει αυτή η κυβέρνηση», το «φτάνει πια», και άλλα παρόμοια ηχητικά τίποτα είναι ο καθρέφτης αστείας χώρας, αστείων πολιτικών και, φοβούμαι να πω, αστείων πολιτών (αφού πάλι θα τρέξουμε να ψηφίσουμε «μία από τα ίδια»). Άδικα, πονηρά, έως και γελοία εκλογικά συνθήματα δεν αντικατοπτρίζουν ποτέ την καθαρή βούληση του λαού και οδηγούν πάντα στον σχηματισμό κυβερνήσεων πριμοδοτημένων. Αυτό, εάν προστεθεί και στην εμμονή μας στα υποτιθέμενα οφέλη που τάχα θα έχει για τον τόπο όχι μια ισχυρή κυβέρνηση αλλά μια μονοκομματική κυβέρνηση, έχει παράξει τα κυβερνητικά εκτρώματα που έχουμε δοκιμάσει όλα αυτά τα χρόνια.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι έχει αφαιρέσει από το μυαλό του κάθε Έλληνα τη σκέψη ότι κάποιες φορές, όπως έχουν κάνει άλλες χώρες της Ευρώπης, αξίζει και πρέπει να βάλεις στην άκρη τις κομματικές προτιμήσεις, διαφορές και ιδεολογίες σου, ιδίως σε περιόδους κρίσης όπως τώρα, και να μάθεις να συνεργάζεσαι με τους άλλους. Πολλοί από αυτούς που φωνάζουν ότι θέλουν μια άλλη Ελλάδα, καλύτερη, υποτίθεται, από αυτήν που έχουμε τώρα, αυτοδιαψεύδονται με την καθημερινή τους ζωή. Ένας φίλος μου εξακολουθεί να υπερηφανεύεται ότι καπνίζει σε μέρη όπου απαγορεύεται. Ένας άλλος λέει ότι μπαίνει καθημερινά στον δακτύλιο και δεν τον έχουν πιάσει ποτέ. Μια φίλη, που έδωσε παλιό σπίτι στο Ψυχικό για αντιπαροχή και πήρε μετρητά και μεζονέτες, κοκορεύεται πως άκουσε τον Μηχανικό της και λάδωσαν στην Πολεοδομία, ώστε να κλείσουν ένα χώρο που διά νόμου έπρεπε να μείνει ακάλυπτος. Ένας συγγενής, διορισμένος εκπαιδευτικός, που κάνει και ιδιαίτερα μαθηματικών στα βόρεια προάστια, χρεώνει 100 ευρώ την ώρα και είναι «φουλ για φέτος», 6 ώρες την ημέρα, μου δείχνει την φορολογική του δήλωση και γελάει.

Όλοι αυτοί, κι εγώ μαζί τους, βρίζουμε την Ελλάδα του σήμερα, λέμε ότι «δεν πάει άλλο», και θέλουμε αλλαγή. Όχι, όμως, του εαυτού μας. Φτου μας!

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 10, 2009

Χωρίς ανάσα



Του ΝΙΚΟΥ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Στο μικρό διαμέρισμα της Πλουτάρχου τα πρόσωπα είναι σκυθρωπά. Όλος ο σκληρός πυρήνας που στήριζε από το 1997 τον Κώστα Καραμανλή βρίσκεται εκεί. Μάτια κουρασμένα και δάκτυλα κίτρινα από το τσιγάρο. Το προηγούμενο βράδυ ο μέχρι και χθες πρωθυπουργός είχε παραδεχθεί μεν την ήττα του, ήττα ιστορική για τη Νέα Δημοκρατία, αλλά δεν είχε δεσμευθεί ως προς τα επόμενα βήματά του. Τα φώτα στο γραφείο της Ντόρας Μπακογιάννη στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου δεν έσβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της μεγάλης νύχτας.

Η ομάδα κρούσης

Γύρω στις επτά το πρωί, τρία γνωστά πρόσωπα εμφανίστηκαν σχεδόν μαζί, σαν να είχαν κλείσει ραντεβού, στο γκισέ της Lufthansa στο Ελευθέριος Βενιζέλος. Βιαστικές καλημέρες και γκριμάτσες αγωνίας. Ο Στουρνάρας, ο Γιαννίτσης και ο Σπράος έπιαναν δουλειά εκείνο το πρωί της 5ης Οκτωβρίου. Ήταν η «ομάδα των τριών» που θα αναλάμβανε τις επαφές σε Βρυξέλλες, Παρίσι, Λονδίνο και Ουάσιγκτον για το restructuring του χρέους της χώρας. Η αποστολή ήταν καθαρά ανεπίσημη και με προφορική εντολή του Γ. Παπανδρέου. Και οι τρεις συνεννοούνταν με απλές κινήσεις των βλεφάρων. Ήξεραν καλά τη δουλειά από τότε που, χωρίς κανείς να γνωρίζει λεπτομέρειες, ανέλαβαν να διαχειριστούν την είσοδο της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Όχι πως και τότε δεν υπήρχαν δυσκολίες. Η σημερινή κατάσταση ωστόσο ξεπερνούσε και τα πιο εφιαλτικά όνειρά τους. Το μεσημέρι θα ορκιζόταν η νέα κυβέρνηση.

Εφιάλτης ήταν και πέρασε

Ο καφές άφηνε μία περίεργη γεύση στο στόμα. Κάτι σαν χαλκός. Ο Αλέξης Τσίπρας κατέβασε μια γουλιά, άνοιξε το παραθυρόφυλλο και σχημάτισε έναν αριθμό στο μαύρο πάνελ της τηλεφωνικής συσκευής του. Τελικά η ίδια η πολιτική είναι ένα «αδειανό πουκάμισο» σκέφτηκε. Δεν ήθελε να μιλήσει ούτε με τα στελέχη ούτε με τους πολιτικούς φίλους του. Ένα τον ένοιαζε. Να κατορθώσει μέσα στο ίδιο του το μυαλό και την ψυχή να εξηγήσει το απίστευτο ρεκόρ για το οποίο ήταν και αυτός υπεύθυνος. Το πώς δηλαδή μέσα σε ένα χρόνο, ένας κόσμος δυναμικός, νέος σε ηλικία, πολιτικοποιημένος και ευαίσθητος γύρισε την πλάτη σε ένα εγχείρημα που, τουλάχιστον στην πρώτη φάση του, υποσχόταν πολλά.
Ο «πρόεδρος» δεν είχε κλείσει μάτι. Το πρόβλημά του δεν ήταν βέβαια σαν αυτό του Καραμανλή, να διαχειριστεί μια συντριπτική ήττα. Το πρόβλημά του επικεντρωνόταν στο να διαχειριστεί μια εντυπωσιακή νίκη. Με το 10% ήταν πανηγυρικά το τρίτο κόμμα στη Βουλή. Βέβαια κανείς δεν ήξερε ή δεν φανταζόταν πως, μια τέτοια μέρα προσωπικού θριάμβου, αυτό που τον απασχολούσε δεν ήταν η ενίσχυση του ΛΑΟΣ και τα κοινοβουλευτικά παίγνια αλλά η ίδια η ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Ο Γιώργος Καρατζαφέρης ήξερε μέσα του πως το εγχείρημα ΛΑΟΣ μόλις τελείωνε. Το εγχείρημα «άλωση της Ρηγίλλης» μόλις άρχιζε.

Η μοναξιά του ηττημένου

Τα μάτια του Προκόπη Παυλόπουλου ήταν κατακόκκινα. Κοίταξε τον αρχηγό και μέτρησε τα λόγια του. «Με τέτοιου μεγέθους ήττα είναι αδύνατο να ελέγξουμε τις εξελίξεις στο κόμμα. Κανείς δεν θα μας στηρίξει. Ο Σουφλιάς θα λακίσει από σήμερα, “τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι”, ο Αβραμόπουλος θα σφαχτεί με την Ντόρα. Ο Αντώνης θα παραμείνει ήρεμος, επιχειρώντας να κερδίσει το μεγαλύτερο όγκο των καραμανλικών στελεχών. Σε αυτό το παιχνίδι, Κώστα, ο μόνος που θα αφήσει τα πολιτικά κόκαλά του θα είσαι εσύ. Δρομολόγησε λοιπόν τις διαδικασίες εκτάκτου Συνεδρίου, νοικοκυρεμένα πράγματα δηλαδή, εγγυήσου τη διαφάνεια στις εσωκομματικές διαδικασίες και αποχώρησε». Ο Γιάννης Λούλης παρακολουθούσε αμίλητος. Είχε ζήσει την άνοδο και την πτώση. Είχε διαχειριστεί δύσκολες καταστάσεις, τότε με τον Ζαχόπουλο και μετά με τους «Βατοπεδινούς», τον Μαγγίνα, τους Τσιτουρίδηδες, ακόμη και με εκείνη την απίστευτη υπόθεση Παυλίδη. Όλα αυτά όμως ήταν το εφιαλτικό παρελθόν. Τώρα είχε μπροστά του έναν άνθρωπο που έδειχνε και ήταν συντετριμμένος. Δεν ήταν η ήττα αυτή καθεαυτή. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο έφτασε στο να χάσει τα πάντα. Μια οδυνηρή πορεία που κράτησε έναν ακριβώς χρόνο. Σεπτέμβριος του 2008 - Σεπτέμβριος του 2009. Αυτό το πολιτικό οδοιπορικό θα διδάσκεται στα πανεπιστήμια ως παράδειγμα πολιτικής αυτοχειρίας.

Το στοίχημα

Στο Καστρί ο καιρός ήταν συννεφιασμένος. Το βράδυ είχε βρέξει και το χώμα ήταν νοτισμένο. Ο «σύμβουλος» ήταν ξεκάθαρος. Θα έπρεπε να δρομολογηθεί με σύνεση και μέθοδο η προσφυγή σε νέες κάλπες. Η ισχνή αυτοδυναμία των 152 βουλευτών θα δημιουργούσε και δεν θα έλυνε προβλήματα. Με τον εκλογικό νόμο Παυλόπουλου το ΠΑΣΟΚ θα κέρδιζε επιπλέον πέντε με έξι βουλευτές. «Πότε τις βλέπεις;» ρώτησε ο νέος πρωθυπουργός. «Απρίλιο» απάντησε μονολεκτικά ο άλλος. Μετά την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. «Συμφωνείς με τον υποψήφιο που προτείνω;» ρώτησε πάλι ο Γ. Παπανδρέου. «Θα δεχτεί;» απάντησε ο σύμβουλος. «Ο Δήμας θα δεχτεί. Δεν έχει κανέναν λόγο να μη δεχτεί και η Νέα Δημοκρατία δεν έχει κανέναν λόγο να μην τον ψηφίσει».

Η ανατριχίλα

Ο Κώστας Μητσοτάκης κουνούσε τους ώμους του ακατάπαυστα, σημάδι νευρικότητας, πιθανόν και ανασφάλειας. Η «Ντόρα του» είχε φτάσει επιτέλους στην πηγή, αλλά μένει ακόμη πολύς δρόμος έως ότου τα καταφέρει να γευτεί το νέκταρ της κομματικής –και αργότερα ποιος ξέρει– εξουσίας. Η «Ντόρα του» ξεκινά με ένα 30% επιρροή στη ΝΔ. Σε ένα συνέδριο όπως αυτό που δρομολογείται όλα είναι πιθανά και άρα επίφοβα. Το ζήτημα είναι να συγκροτηθούν ανίερες συμμαχίες, και σε αυτά είναι μανούλα. Το ξέρει το παραμυθάκι που θα σερβίρει. Πρώτος στόχος ο Αβραμόπουλος. Δεύτερος ο Νικήτας Κακλαμάνης. Τρίτος στόχος ο Καρατζαφέρης. Ναι, ο Καρατζαφέρης! Ο καλός ο καπετάνιος στην αναμπουμπούλα φαίνεται. Στα 91 του χρόνια θα δώσει αυτή την τελευταία μάχη του και γαία πυρί μειχθήτω. Ζήτησε το καφεδάκι του και ο Μανούσος έσπευσε να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Θυμήθηκε τις εκλογές του ’93. Έφερε στο μυαλό του τα πρόσωπα των πολιτικών του αντιπάλων εκείνης της περιόδου. Τους έβλεπε σε slow motion να χαμογελούν χαιρέκακα. Κούνησε τον ώμο του, ήπιε μια γουλιά κι έπιασε το ακουστικό. «Δημήτρη… καλημέρα. Πρέπει να τα πούμε. Εγώ θα στηρίξω τις επιλογές σου, αλλά πρώτα πρέπει να παίξουμε με ανοικτά χαρτιά. Συμφωνείς, φαντάζομαι…».
Σε λίγες ημέρες θα άρχιζε η δίκη των αστυνομικών που δολοφόνησαν τον Αλέξη Γρηγορόπουλο στα Εξάρχεια. Η ανεργία στην Ελλάδα ξεπέρασε το 11%. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, οι ακάλυπτες επιταγές ξεπέρασαν το ιστορικό ρεκόρ του Αυγούστου. Τελικά ο τζίρος από τον Τουρισμό μειώθηκε κατά 25%. Η Λούκα Κατσέλη κούνησε το κεφάλι της. «Άντε, πάμε στο Προεδρικό. Μας περιμένουν» είπε και σηκώθηκε.

* Το παραπάνω ανάγνωσμα ανήκει στην κατηγορία της νουβέλας πολιτικής φαντασίας. Εμπεριέχει βεβαίως στοιχεία πραγματικότητας αλλά εξαντλεί και τα περιθώρια πολιτικής ακροβασίας.

n.georgiadis1@yahoo.com

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 09, 2009

Αν σκεφτοσαστε να ψηφισετε Γιωργακη, μαθετε εδω, τι σας (μας) περιμενει



Ο Γιωργακης θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός στην ιστορία, που εκλέγεται, παρότι οι δεδηλωμένες θέσεις του θεωρούνται επώδυνες για το συντηρητικό μέρος της κοινωνίας και τοπικά για συγκεκριμένες περιφέρειες (Μακεδονία – Θράκη)

Είναι ίσως η πρώτη φορά μεταπολεμικά που ένα κόμμα είναι σε τροχιά εξουσίας (έστω και αν δεν έχει ανακοινώσει ολοκληρωμένο πρόγραμμα), βασιζόμενο σε απόλυτη ειλικρίνεια για τις ενέργειες που πρόκειται να κάνει. Για πρώτη φορά λοιπόν, συνοψίζουμε ισχύουσες δηλώσεις στελεχών της Μεγάλης Δημοκρατικής Παράταξης και του ηγέτη της προκειμένου να έχουμε μια εικόνα των πυλώνων διακυβέρνησης από τον Γεώργιο Παπανδρέου.

Διεθνείς σχέσεις: Επαναφορά στους παραδοσιακούς συμμάχους (ΝΑΤΟ)

Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν έκρυψε ποτέ τη διαφωνία του στα ανοίγματα με Ρωσία και Κίνα, ενώ εξέφρασε ανοιχτά την υποστήριξη του στο σχέδιο Ανάν. Ο ΓΑΠ αναμένεται να επαναδιαπραγματευτεί το θέμα του αγωγού καθότι συνδέεται άμεσα με το θέμα της Θράκης (όπως θα δούμε παρακάτω) ενώ έχει δηλώσει ανοιχτά ότι θα επιχειρήσει να ακυρώσει τις συμφωνίες για τον ΟΛΠ με την Κίνα. Η συμφωνία για το λιμάνι του ΟΛΘ όπως αποκαλύψαμε, ακυρώθηκε με πρόσχημα τα επεισόδια του Δεκέμβρη. Χαρακτηριστικό της αποφασιστικότητας του ΓΑΠ είναι και η πρόσφατη συνάντηση του με τον Κινέζο πρωθυπουργό κατά την οποία αναφέρθηκε μόνο σε θέματα “πράσινης ανάπτυξης” αποφεύγοντας οποιαδήποτε μνεία στα μνημόνια ΕλληνοΚινεζικής συνεργασίας. Ο πρόεδρος του κινήματος προτιμά τη Νατοϊκή εύνοια αντί όποιων οικονομικών απολαβών μέσω των συμφωνιών με εχθρικές προς το ΝΑΤΟ χώρες.

Η στήριξη στο σχέδιο Ανάν είναι καθέδραν δεδομένη. Δεν είναι τυχαία η αμεσότητα με την οποία ο ΓΑΠ εκδήλωσε τη στήριξη του αφού είναι αδύνατον να πρόλαβε να διαβάσει τις χιλιάδες σελίδες του σχεδίου μέσα σε λίγες ώρες. Η συμβολική αυτή στήριξη ήταν δείγμα εμπιστοσύνης στις επιταγές ΗΠΑ – Βρετανίας έστω και αν παρέβει τις δημοκρατικές διαδικασίες. Ο ΓΑΠ θα στηρίξει εκ νέου την επαναφορά του σχεδίου στα πλαίσια Δυτικοστρεφούς πολιτικής έστω και αν ο λαός δείχνει να μην κατανοεί τη σκοπιμότητα αυτή. O ΓΑΠ άλλωστε δεν έχει κρύψει την απέχθεια του στις πιέσεις της “πλειοψηφίας”:

Oι πολιτικοί, δεν είναι εδώ για να εκφράζουν τον μέσο όρο ούτε για να σύρονται από τις πλειοψηφίες. Aλίμονο. Tότε θα κάναμε μια καλή δημοσκόπηση για κάθε θέμα μικρό ή μεγάλο και θα είχαμε τις λύσεις. (Γιώργος Α. Παπανδρέου, ΚΛΙΚ 1999)

H πολιτική των αγωγών και της προσέγγισης με τη Ρωσία θα αλλάξει άρδην με την παρουσία του ΓΑΠ στο τιμόνι της χώρας. Σε αυτό συμβάλλουν και οι θέσεις που έχει διατυπώσει ο ΓΑΠ αλλά και επιφανή στελέχη του ΠΑΣΟΚ για το μέλλον της Θράκης και των κατοίκων της.

“Κοσσοβοποίηση” της Θράκης

Η λήξη της στρατηγικής συμμαχίας με τη Ρωσία είναι επιτακτική απαίτηση των συμμάχων που ο ΓΑΠ δείχνει να συμμερίζεται, ακόμα και αν αυτή η απόφαση στερήσει οικονομικούς πόρους από τη χώρα. Η γεωστρατηγική θέση της Θράκης όμως είναι πολύτιμη για την προώθηση των Ρωσικών συμφερόντων γεγονός που οι σύμμαχοι θέλουν να αποτρέψουν με μια σίγουρη και μόνιμη λύση. Λύση που δεν θα στηρίζεται στις διαθέσεις της εκάστοτε Ελληνικής πολιτικής ηγεσίας αλλά θα ελέγχεται από τη συμμαχία στα πρότυπα του Κοσσυφοπεδίου. Γι’ αυτό και υπάρχει η σχετική κινητικότητα στη μειονότητα αλλά και οι γενναίες δηλώσεις του ΓΑΠ και των στελεχών του στο πρόσφατο παρελθόν:

Δήλωση Γιώργου Παπανδρέου (ΥΠΕΞ) στον Θωμά Σάρα (επ. Πατρίδες 1999):
“Προσωπικά πιστεύω ότι είναι καλύτερα να έχουμε μερικά στρέμματα γηs λιγότερα από εκείνα που μαs ανήκουν, και να κοιμόμαστε τα βράδια ήσυχοι και ασφαλείs, παρά να έχουμε ότι μαs ανήκει και να μην μπορούμε να κλείσουμε μάτι από τον κίνδυνο κάποιαs ξαφνικήs επίθεσηs κακόβουλων γειτόνων εναντίον μαs.”

Αντρίκια και ξεκάθαρη δήλωση του Γιώργου Παπανδρέου που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Όπως άλλωστε ξεκάθαρες οι δηλώσεις του για την ύπαρξη “Τουρκικής μειονότητας” στη Θράκη. Πρακτικά λοιπόν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ ετοιμάζουν το ιδεολογικό υπόβαθρο κατά τα πρότυπα του Κοσόβου:

Τσετίν Μαντατζή (Βουλευτής ΠΑΣΟΚ Ξάνθης): «Η τουρκική μειονότητα της Θράκης» που είναι «αναπόσπαστο κομμάτι του μεγάλου τουρκικού έθνους»
Αχμέτ Χατζηοσμάν (Ομοίως): Κατά τα πρότυπα του Κοσσυφοπεδίου μαζί με τον κύριο Μαντατζή και την κυρία Καραχασάν προετοιμάζουν την πολιτιστική γενοκτονία των γηγενών Πομάκων, όπως οι Κοσσοβάροι προετοίμασαν την εξόντωση των Ρομά, των Τουρκόφωνων και άλλων μειονοτήτων ώστε να διεκδικήσουν συμπαγή παρουσία που εγγυάται ανεξαρτησία και αλλαγή συνόρων.

Η στήριξη της ηγεσίας του κινήματος είναι ξεκάθαρη δεδομένου ότι επέτρεψε στους δύο βουλευτές να εγκαλέσουν το ιστορικό στέλεχος Α. Κακλαμάνη ακόμα και σε αντιπολιτευτική επερώτηση για την πολιτιστική γενοκτονία των Πομάκων, υπέρ των Τουρκικών μεθοδεύσεων. Έκτοτε, τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έπαψαν να αχολούνται με οτιδήποτε αμφισβητεί την ομοιογένεια της μειονότητας που θεωρείται de facto “Τουρκική”.

Να μη λησμονούμε ότι ο ΓΑΠ ήταν από τους πρωτεργάτες στήριξης των Νατοϊκών βομβαρδισμών στο Κοσσυφοπέδιο, όπου με αριστοτεχνικό τρόπο (στα πρότυπα της Γερμανικής διπλωματίας) απέκρυψε τις πραγματικές προθέσεις της συμμαχίας για αλλαγή συνόρων λέγοντας:

“Γιατί το κάναμε αυτό; Το κάναμε γιατί ακριβώς θεωρούσαμε ότι γύρω από την οποιαδήποτε μειονότητα δεν μπορούν να γίνουν αλλαγές συνόρων. Ασχέτως του πως θα ονομαστεί ο ένας, είτε έτσι, είτε αλλιώς, αυτό το πρόβλημα δεν μπορεί να εγερθεί, η αλλαγή των συνόρων δεν μπορεί να εγερθεί γύρω από το θέμα της μειονότητας.(1999)”

Τώρα γνωρίζουμε βέβαια όλοι ότι υπάρχει αλλαγή συνόρων. Άρα οι δηλώσεις του τότε ΥΠΕΞ ήταν ένα αριστοτεχνικό εφεύρημα για να αμβλύνει τις αντιδράσεις. Η χρήση των μειονοτήτων μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει σε αλλαγή συνόρων. Οι ίδιες δηλώσεις μπορούν να έχουν εφαρμογή και σε περίπτωση που υπάρξει συμμαχική απαίτηση για εκχώρηση Εθνικής κυριαρχίας προς όφελος της συμμαχίας. Γι’ αυτό και η καλλιέργεια μειονοτήτων ώστε να μην εξαναγκασθούμε σε πιο επώδυνες καταστάσεις όπως η Σερβία σε περίπτωση σύγκρουσης συμμαχικών – εθνικών συμφερόντων.

Σκόπια – Σλαβική Μειονότητα

Στο ίδιο μήκος κύματος είναι και οι δηλώσεις του ιδίου και συνεργατών του για την ύπαρξη Μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα. Δυστυχώς η πλειοψηφία των Ελλήνων δε μπορεί να εκτιμήσει την ειλικρίνεια των θέσεων, εξαναγκάζοντας σε απομάκρυνση βασικών συμβούλων (όπως ο κύριος Βαλλιανάτος) για ψηφοθηρικούς λόγους. Η αναγνωριση αλλά ιδιαίτερα ο επαναπατρισμός Σλάβων Μακεδόνων όπως με θάρρος δήλωσε ο Ανδρέας Λοβέρδος είναι σε απόλυτη σύμπνοια με τις σαφείς δηλώσεις του ΓΑΠ το 1999: “παρά να τη σπρώξουμε με την άρνησή τηs αποδοχήs μαs στα σλαβόφωνα κράτη τηs περιοχήs, όπωs η Βουλγαρία και η Σερβία” αναφερόμενος στην άρνηση αναγνώρισης του γειτονικού κράτους.

Σήμερα βέβαια γνωρίζουμε ότι το κρατίδιο των Σκοπίων είναι κόκκινο πανί τόσο για τη Σερβία όσο και για τη Βουλγαρία, αλλά βρήκε στοργική αγκαλιά στις ΗΠΑ. Ο ΓΑΠ βεβαίως γνώριζε αυτή την εξέλιξη αλλά για λόγους ανωριμότητας του Ελληνικού λαού συνέχισε την πολιτική του “κομμουνιστικού μπαμπούλα” – Σλαβικού άξονα. Η επερχόμενη λοιπόν αναγνώριση και επαναπατρισμός της μειονότητας εγγυάται την έμπρακτη προάσπιση των συμμαχικών συμφερόντων, υπό την αιγίδα της ηγετικής φυσιογνωμίας του Γεωργίου Παπανδρέου. Ο Παπανδρέου άλλωστε δεν συμφώνησε ποτέ του με το Βέτο που άσκησε η Ελλάδα για την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ αφού θεώρησε την πράξη εχθρική προς τη συμμαχία.

Οικονομία – Ανάπτυξη – Απασχόληση

Η Άρνηση του Γιώργου να τραβήξει το σκοινί στο θέμα Siemens σημειοδοτεί την προσπάθεια εξισορρόπησης Γερμανικών – Αμερικανικών συμφερόντων στην Ελληνική οικονομία. Ενώ για τους Αμερικάνους η Ελλάδα είναι η απόληξη ενός κακού σπυριού στα Βαλκάνια, για τους Γερμανούς ήταν η ιδανική αγελάδα για άρμεγμα των πόρων της ΕΕ υπό μορφή δανεισμού και υπερτιμολογήσεων από Γερμανικές εταιρείες. Το σύστημα Σημίτη λοιπόν είχε δομηθεί έτσι ώστε να διευκολύνει τις εκροές δημοσίου χρήματος προς τα Γερμανικά ταμεία. Γύρω από αυτό είχε στηθεί ένα οργανωμένο παρακράτος που ξεκινούσε από τρομοκρατικές ομάδες, κοινό έγκλημα και εκδοτικά συμφέροντα προκειμένου να μην υπάρξει αντίδραση σε κανένα επίπεδο.

Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν είχε σχέση με τα υψηλότερα κλιμάκια του παρακράτους. Χρησιμοποίησε μόνο τη λούμπεν εκδοχή του για να εμποδίσει τη μαζική εκδήλωση αντιδράσεων κατά τους βομβαρδισμούς του Κοσσυφοπεδίου. Αντίθετα ο Γιώργος Παπανδρέου έχει εκδηλωθεί ανοιχτά υπέρ του νέου πυλώνα της Αμερικάνικης οικονομίας, την “πράσινη ανάπτυξη” ως πυρήνα της νέας οικονομικής πολιτικής. Το επιβεβαίωσε με την πρόσφατη ομιλία του στην Αρχαία Ολυμπία όπου ξεκαθάρισε την εισαγωγή “εναλλακτικών καλλιεργειών” οι οποίες θα είναι φιλικότερες προς το περιβάλλον και θα απαιτούν λίγότερους φυσικούς πόρους.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είναι λοιπόν ξεκάθαρος και ειλικρινής ασχέτως εάν δεν μιλάει ευθέως για γενετικά τροποποιημένους σπόρους, αφου όποιος έχει μελετήσει τα βασικά στοιχεία της “Πράσινης Ανάπτυξης” γνωρίζει ακριβώς τι είναι το “εναλλακτικό”.

Μπορεί στην Αμερική η επιβολή της Πράσινης Ανάπτυξης να συνάντησε ισχυρότατες αντιδράσεις και να χαρακτηρίστηκε ως η πρώτη εκλογική απάτη του Ομπάμα, στην Ελλάδα όμως θα βρει πρόσφορο έδαφος:

Ο Έλληνας αγρότης είναι εξαθλιωμένος, δεν στηρίζεται στην επιτυχία της καλλιέργειας αλλά στις επιδοτήσεις – ελεημοσύνες. Πεθαίνει από τα φυτοφάρμακα αδιαμαρτύρητα, χρησιμοποιεί αφειδώς καρκινογόνα λιπάσματα. Δεν έχει λοιπόν κανένα λόγο να αντισταθεί, είναι έτοιμος να φυτέψει οτιδήποτε θα του αποφέρει έσοδα χωρίς πολλές ερωτήσεις.

Η στόχευση λοιπόν του ΓΑΠ είναι απολύτως ρεαλιστική και κατάλληλη για την Ελληνική πραγματικότητα. Οι Αμερικανοί άλλωστε θέλουν διακαώς μια αγροτική χώρα της ΕΕ να “ανοίξει την πόρτα” σε αυτό το νέο εξαγώγιμο Αμερικανικό προϊόν που μπορεί να αποβεί σωτήριο για την Αμερικανική οικονομία. Η διατήρηση Σημίτη στο κόμμα δεν κόβει τις γέφυρες με τους Γερμανούς ενώ κρατά στη ζωή τον παρακρατικό μηχανισμό που έχει απομείνει μετά την υπόθεση των “16″ και είναι αρκετά ισχυρός αφού Σέχτες, ΕΑ κλπ δεν έχουν διαλυθεί. Με αυτό τον τρόπο, ο ΓΑΠ θα εξασφαλίσει και την ανοχή της ΕΕ στην προσέγγιση με τις ΗΠΑ, δίνοντας τους μια ιδιότυπη αμνηστεία που θα περιλαμβάνει και τα εδώ φυσικά πρόσωπα των σκανδάλων. Επιπλέον, το παρακράτος είναι πάντα χρήσιμο σε μια εξουσία ακόμα και αν ο λαός είναι έρμαιο παραπληροφόρησης και αποχαύνωσης.

Έχοντας λοιπόν εξασφαλισμένη ασυλία στους βαρώνους – συνεταίρους των Γερμανών, ο ΓΑΠ εξασφαλίζει τον απόλυτο έλεγχο των μέσων ώστε να ασκήσει την πολιτική του χωρίς πιέσεις. Η αυξανόμενη δύναμη του διαδικτύου μπορεί να αποτελέσει μια απειλή, αλλά η Άννα Διαμαντοπούλου ήταν ξεκάθαρη στην τοποθέτηση της, έχοντας δεδομένη την πρόθεση της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ για “διαφάνεια στο διαδίκτυο” που δεν διαψεύσθηκε.

Ολυμπιακή – Τράπεζες – Λιμάνια – ΟΤΕ

Ο ΓΑΠ ξεκαθάρισε την αμφισβήτηση όλων των συμφωνιών που συνάφθηκαν επί Νέας Δημοκρατίας. Το περιβόητο δείπνο με τους επιχειρηματίες στο σπίτι του Καραμούζη της Eurobank έδωσε το στίγμα δράσης. Για τα λιμάνια αναφερθήκαμε προηγουμένως, ο ΓΑΠ είναι αποφασισμένος να ανακτήσει τον έλεγχο του ΟΛΠ, ενέργεια που δεν φαίνεται δύσκολη αφού και οι Κινέζοι συνειδητοποίησαν ότι η συμφωνία είναι εις βάρος τους λόγω του υπέρογκου τιμήματος (όπως ακριβώς και με τον ΟΛΘ). Μπορεί λοιπόν να είναι εξοργισμένοι από την ανειλικρίνεια του ΓΑΠ κατά την πρόσφατη επίσκεψη αλλά τους δίνεται η μεγάλη ευκαιρία να εξοικονομήσουν κάποια δις Ευρώ που είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν.

Η Ολυμπιακή έχει μνηστήρα από τον κύκλο του ΓΑΠ, τον κυριο Βασιλάκη της Aegean. Ακόμα λοιπόν και να μη μπορέσει ο ΓΑΠ να βάλλει ευθέως τον κύριο Βγενόπουλο, μπορεί κάλλιστα να μεροληπτήσει υπέρ της Aegean καθιστώντας τη λειτουργία της Ολυμπιακής ασύμφορη. Η κόντρα ΓΑΠ – Βγενόπουλου άλλωστε είναι δεδομένη.

O ΟΤΕ είναι ένας πρώτης τάξεως φορέας για να χρηματοδοτηθούν εκλεκτοί του όποιου καθεστώτος, όπως είδαμε επί εποχής Σημίτη. Ο ΓΑΠ το έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει τον έλεγχο αυτής της “χρυσής αγελάδας”, γιατί με το υπάρχον καθεστώς είναι δύσκολο εως αδύνατο να γίνει χρηματοδότηση ημετέρων.

Οι ιδιωτικές τράπεζες με αιχμή τη eurobank (πλην Μαρφιν) ενθουσιάζονται στην προοπτική εκλογής του ΓΑΠ.

Κοινωνία – μετανάστευση


Έχουμε την κατάργηση των κέντρων μεταναστών. Άλλωστε πολλοί από τους τομείς της πράσινης ανάπτυξης θα απαιτήσουν φτηνά εργατικά χέρια χωρίς ουσιαστικά δικαιώματα. Ο ΓΑΠ γνωρίζει πως η εισροή και χρήση λαθραίων μεταναστών αυξάνει τους δείκτες της οικονομίας. Άλλωστε παρά το συνεχές πλιάτσικο των κυβερνήσεων Σημίτη οι δείκτες ευημερούσαν ακριβώς λόγω της κρατικά ανεκτής δουλείας.

Τα κέντρα μεταναστών (παρά τις κακές συνθήκες διαβίωσης) όπως και η Frontex, αναχαιτίζουν την ανεξέλεγκτη ύπαρξη “κρέατος για το κεφάλαιο”, αφού κάθε μετανάστης καταγράφεται και παρακολουθείται, γεγονός που κάνει το ενδεχόμενο τσιμέντωμα του μετά από κάποιο εργατικό ατύχημα δυσκολότερο.

Ο ΓΑΠ όμως το έχει δηλώσει ανοιχτά, ενώ ενδέχεται να πλήξει και τη λειτουργία της Frontex στα πλαίσια της Νατοϊκής συνεργασίας για το Αιγαίο.

Αποτίμηση προγράμματος


Μπορεί κάποιους να ξενίζουν τα ανωτέρω σαν επίσημες θέσεις του κινήματος ή σαν ευφάνταστα σενάρια. Δεν προξενεί εντύπωση. Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να μένουμε “με το στόμα ανοιχτό” από ενέργειες πολιτικών που ούτε καν τις φανταζόμασταν. Πολλοί θα σπεύσουν να πουν περί λαϊκής αντίδρασης.

Δυστυχώς είναι αποξενωμένοι από την πραγματικότητα. Για παράδειγμα στην περίπτωση της Θράκης, οι Χριστιανοί κάτοικοι της μπορεί να είναι πλειοψηφία, είναι όμως μια μικρή πλειοψηφία σε σύγκριση με τους πολίτες που κατοικούν στα αστικά κέντρα και ασχολούνται πρωτίστως με το πορτοφόλι τους. Εάν αυτό γεμίσει όπως έγινε με την Κύπρο ή με τους βομβαρδισμούς στη Σερβία (κάλπαζε τότε το χρηματιστήριο), η κοινωνική αλληλεγγύη ή ηθική πάνε περίπατο.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο Καραμανλής επέστρεψε με τη δέσμευση ότι θα απελευθέρωνε την Κύπρο. Όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά επέτρψε τον πολλαπλασιασμό των κατεχομένων εδαφών. Κανείς όμως δεν ξεσηκώθηκε, ούτε οι ίδιοι οι πρόσφυγες.

Πόσο μάλλον τώρα, που ο Γεώργιος Παπανδρέου ΔΕΝ ΨΕΥΔΕΤΑΙ και είναι ειλικρινέστατος για τις απόψεις και τις επιδιώξεις του. Ουδείς θα έχει δικαίωμα να του καταλογίσει οτιδήποτε. Θα είναι ο πρώτος πρωθυπουργός στην ιστορία που εκλέγεται παρότι οι δεδηλωμένες θέσεις του θεωρούνται επώδυνες ηθικά (για το συντηρητικό μέρος της κοινωνίας) και τοπικά για συγκεκριμένες περιφέρειες (Μακεδονία – Θράκη).

Είναι όμως απόλυτα εφαρμόσιμες και εναρμονισμένες με τις σύγχρονες επιταγές του Καπιταλιστικού συστήματος. Εξασφαλίζουν τις υποχρεώσεις που έχει η Ελλάδα απέναντι στο ΝΑΤΟ, ενώ ικανοποιούν τον “χαλαρό πυρήνα” της ΕΕ χωρίς να προκαλούν τη Γερμανία. Κλείνουν τις πόρτες σε Ρωσία – Κίνα και απομακρύνουν το ενδεχόμενο Ελληνοτουρκικού πολέμου, αφού η Ελλάδα θα μπορεί χωρίς ταμπού να συνδυαλλαγεί και να προσφέρει στους συμμάχους και γείτονες ανταποδοτικά οφέλη με αντάλλαγμα την Ειρήνη.
Ένα μεγάλο μπράβο στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ που δεν υπαναχώρησε σε κανένα από τα πιστεύω του χάριν της πρόσκαιρης δημοφιλίας. Ο χρόνος δείχνει να τον δικαιώνει, είναι ίσως ο μόνος που αφουγκράστηκε έγκαιρα τις κυρίαρχες τάσεις της κοινωνίας. Ο Καραμανλής ακόμα πιστεύει ότι η αστική πλειοψηφία συγκινείται με ρομαντισμούς πατριωτικού χαρακτήρα. Ρωτήστε την κυρία Γιαννάκου να σας πει.

Αναδημοσιευση απο το http://eglimatikotita.blogspot.com/ Δευτέρα, 7 Σεπτέμβριου 2009

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 08, 2009

Στις συμπληγάδες των ιδεολογημάτων...



Αναδημοσίευση από το περιοδικό «στρατηγική»
του Χρύσανθου Λαζαρίδη

Σε μια προεκλογική περίοδο αξίζει να αναρωτηθούμε τι ακριβώς σημαίνουν οι έννοιες που ακούμε συνέχεια δίπλα μας: «προοδευτικός», «συντηρητικός», «φιλελεύθερος» κ.λπ.

Φαίνονται, ίσως, προφανείς. Όμως, δεν είναι.

Και η κατανόησή τους είναι κρίσιμη, διότι αρκετοί ψηφοφόροι πλέον (13-15% του συνολικού εκλογικού σώματος τους υπολογίζουν οι δημοσκόποι), θα διαλέξουν τι θα κάνουν ανάλογα με το νόημα που δίνουν στις έννοιες αυτές, εκείνες που επιλέγουν ως προτάγματα για τον εαυτό τους, και τον τρόπο που αξιολογούν τα υπάρχοντα κόμματα ανάλογα με τα προτάγματα που οι ίδιοι υιοθετούν.

Αξίζει, λοιπόν, να εξετάσουμε πιο προσεκτικά αυτές τις έννοιες…

Η μεγάλη ψευδαίσθηση της «προόδου»

Πρώτον ο όρος «προοδευτικός»: Προϋποθέτει ότι ο χρόνος κινείται προς μια κατεύθυνση μόνο. Αυτοί που επικαλούνται την «πρόοδο» ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν προς τα πού κινείται η ιστορία. Και πού θα «καταλήξει» ακόμα...

Αλλά αυτό είναι η πιο επικίνδυνη ψευδαίσθηση: Διότι απλούστατα, η ιστορία πάντα διαψεύδει όσους νομίζουν ότι την ελέγχουν ή ότι γνωρίζουν τις «σιδερένιες νομοτέλειές» της.

Το ίδιο ισχύει για την έννοια «σύγχρονος» ή «εκσυγχρονισμός»: για παράδειγμα, μέχρι πριν είκοσι πέντε χρόνια, «προοδευτικός» θεωρείτο ο οπαδός του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Αυτά τα καθεστώτα θεωρούνταν ότι συνόψιζαν το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας. Ύστερα κατέρρευσαν με πάταγο. Οι κοινωνίες που αναδείχθηκαν από τα ερείπια τους έφεραν βαριά τραύματα και σοβαρές αναπηρίες που έκαναν χρόνια να ξεπεράσουν. Κι όμως για δεκαετίες, εκατομμύρια μορφωμένοι άνθρωποι (ιδιαίτερα διανοούμενοι) πίστεψαν ότι αυτές οι κοινωνίες ήταν η «αναπόφευκτη πρόοδος» της ανθρωπότητας... Τι είναι λοιπόν, σήμερα «προοδευτικό» και τι «αντιδραστικό»;

Υπάρχει κι άλλο παράδειγμα: Μέχρι πριν λίγα χρόνια θεωρείτο «σύγχρονο» (κι οπωσδήποτε «εκσυγχρονιστικό») ο,τιδήποτε οδηγούσε στην απορρύθμιση των αγορών (από τον έλεγχο του κράτους). Αυτή η διευρυνόμενη εκστρατεία «απορρύθμισης» οδήγησε στην χρηματοπιστωτική κρίση των τελευταίων δύο χρόνων, που γονάτισε την παγκόσμια οικονομία. Και σήμερα έχει ήδη αντιστραφεί η τάση: οδηγούμαστε σε αναζήτηση νέων ρυθμιστικών κανόνων, εθνικών και διεθνών, καθώς και σε νέες, έστω και προσωρινές, κρατικοποιήσεις μεγάλων επιχειρηματικών κολοσσών.

Τι είναι λοιπόν «σύγχρονο» πλέον, και τι αναχρονιστικό;

Η έννοια του «προοδευτικού» (που καταχράστηκε η αριστερά) και του «εκσυγχρονιστικού» (που καταχράστηκε η κεντροδεξιά και η φιλελεύθερων αποκλίσεων κεντροαριστερά) εμπεριέχει την αυταπάτη ότι γνωρίζουμε «το βέλος του χρόνου»: Προς τα πού κινούνται τα πράγματα «νομοτελειακά»...

Όμως τα πράγματα συχνά κινούνται με αντιφάσεις, με άλματα και ασυνέχειες, ακόμα και κυκλικά. Αν εκλάβουμε την κυκλική διακύμανση ως «ιστορική τάση», κινδυνεύουμε να κάνουμε πολύ σοβαρά λάθη.

Συνήθως γνωρίζουμε τι είναι «αναχρονιστικό» ή «αντιδραστικό» -τι έχει παλιώσει ή φρενάρει την προσαρμογή στις νέες συνθήκες- αλλά δεν γνωρίζουμε τι είναι «εκσυγχρονιστικό» και «προοδευτικό». Γνωρίζουμε τι έχουμε αφήσει στο παρελθόν, αλλά δεν ξέρουμε με την ίδια βεβαιότητα που οδηγεί το μέλλον.

Κυκλικές διακυμάνσεις και ιστορικές τάσεις


Πολλές φορές, μάλιστα, ούτε για το τι αποτελεί οριστικά παρελθόν μπορούμε να είμαστε σίγουροι: για παράδειγμα στη δεκαετία του '30, ο ολοκληρωτισμός κέρδιζε έδαφος παντού. Λόγω της «μεγάλης κρίσης» του 1929 στις ΗΠΑ και των σεισμικών επιπτώσεών της στον υπόλοιπο κόσμο, ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα κέρδιζαν την εξουσία (ή σημαντική επιρροή), σε πολλές χώρες, ενώ και ο κομμουνισμός ενισχυόταν από την άλλη πλευρά, καθώς η πρόβλεψή του για την «αναπόφευκτη κατάρρευση του καπιταλισμού» φαινόταν να επαληθεύεται.

Έτσι οι φιλελεύθερες δημοκρατίες έμοιαζαν να συντρίβονται. Παρ' όλα αυτά ο ολοκληρωτισμός ηττήθηκε τελικά παντού, και οι φιλελεύθερες δημοκρατίες επικράτησαν διεθνώς.

Η «κοινωνία των εθνών» δημιουργήθηκε το 1919 με τη βεβαιότητα ότι αν εγκαθιδρύονταν δημοκρατικά καθεστώτα παντού και εντάσσονταν σε ένα διεθνές όργανο συνεργασίας μεταξύ τους με βάση κανόνες δικαίου, ο κόσμος θα οδηγείτο σε μόνιμη και σταθερή διεθνή ειρήνη. Τρείς δεκαετίες αργότερα -μετά από τη «μεγάλη κρίση» στη δεκαετία του '30 και τον εφιαλτικό παγκόσμιο πόλεμο στη δεκαετία του '40- ο κόσμος βρέθηκε μοιρασμένος σε δύο στρατόπεδο, που το καθένα τους είχε διακηρύξει ως τελικό του στόχο την εξαφάνιση του άλλου.

Αυτό που έμοιαζε «αδιαμφισβήτητη πρόοδος» και «ιστορικό άλμα της ανθρωπότητας προς τα μπρος», τρεις δεκαετίες αργότερα έμοιαζε αφελές ιδεολόγημα, που ουδείς έδειχνε διάθεση να υπερασπιστεί.

Από τη δεκαετία του '50 ως τη δεκαετία του '70 ο κρατικός παρεμβατισμός στην οικονομία της αγοράς, κυριαρχούσε παντού. Ελάχιστοι τον αμφισβητούσαν. Στη δεκαετία του '70, μετά από τριπλή κρίση που συντάραξε τη διεθνή οικονομία (κατάρρευση του συστήματος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών το 1971-73 και δύο πετρελαϊκές κρίσεις, το 1973 και το 1979), εμφανίστηκε το φαινόμενο του στασιμοπληθωρισμού, κλονίστηκαν όλες οι οικονομίες κι άρχισε να κερδίζει έδαφος μια νεοφιλελεύθερη αντίληψη αποδέσμευσης των οικονομιών από τον ασφυκτικό έλεγχο του κρατισμού.

Στη δεκαετία του '90, μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», η κυριαρχία των αγορών έγινε παγκόσμια «θρησκεία». Η απορρύθμιση προχώρησε ως οδοστρωτήρας παντού. Οι δυνάμεις των αγορών που απελευθερώθηκαν προκάλεσαν την ευφορία μιας εκρηκτικής και «αδιατάρακτης ανόδου». Το όνειρο κατέληξε σε εφιάλτη με τη μεγάλη χρηματοοικονομική κρίση του 2008...

Υπάρχει, λοιπόν, μια κυκλική διακύμανση στην επικράτηση αντίθετων αντιλήψεων και οικονομικών μοντέλων διεθνώς:

*
'Αλλοτε κερδίζουν έδαφος φιλελεύθερες κι άλλοτε κρατικιστικές απόψεις.
*
'Αλλοτε οι κοινωνίες τείνουν να συσπειρωθούν γύρω από εθνικά κράτη κι αυτά να δημιουργούν ισχυρούς συνασπισμούς για να προστατευθούν, κι άλλοτε συμβαίνει το αντίθετο: αποδυναμώνονται τα εθνικά κράτη και προσχωρούν σε χαλαρές ενώσεις διεθνούς δικαίου, με την ελπίδα ότι αυτό θα φέρει την παγκόσμια σταθερότητα και την αιώνια ειρήνη.
*
'Αλλοτε επικρατούν τάσεις συγκέντρωσης της ισχύος (πολιτικής, στρατιωτικής και επιχειρηματικής) σε μεγάλα σύνολα που διαθέτουν «αποτελεσματικότητα» λόγω του μεγέθους τους (οικονομίες κλίμακος κ.λπ.) κι άλλοτε κυριαρχεί το σπάσιμο σε μικρότερα μεγέθη που μοιάζουν αποτελεσματικότερα λόγω της ευελιξίας τους και της μεγαλύτερης προσαρμοστικότητάς τους σε ένα ρευστό περιβάλλον.

Ακόμα και στην αισθητική, άλλοτε κυριαρχούν οι «τετραγωνισμένες» μορφές κι άλλοτε οι «στρογγυλεμένες», άλλοτε η μινιμαλιστική γραμμή κι άλλοτε η περίτεχνα δουλεμένη λεπτομέρεια.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχει μια αίσθηση μακροχρόνιας «προόδου». Ξέρουμε ότι ο ηλεκτρισμός είναι πρόοδος σε σχέση με τον ατμό. Κι ότι οι μηχανές εσωτερικής καύσεως είναι ανώτερες των ατμομηχανών. Ξέρουμε ότι κοινωνίες που αναδιανέμουν ευημερία με κάποιο τρόπο, είναι σταθερότερες, πιο δίκαιες και πιο αναπτυξιακά δυναμικές από κοινωνίες μεγάλων και αξεπέραστων αντιθέσεων στο εσωτερικό τους. Όπως ξέρουμε ότι οικονομίες που καταστρέφουν το περιβάλλον είναι υποδεέστερες εκείνων που το προστατεύουν, το συντηρούν και το βελτιώνουν.

Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι υπάρχουν μακροχρόνιες τάσεις που επιτρέπουν να διακρίνουμε την πρόοδο από την οπισθοδρόμηση και το σύγχρονο από το αναχρονιστικό. Αλλά υπάρχουν και κυκλικές διακυμάνσεις που εμφανίζουν κάθε φορά ως «προοδευτική» ή «εκσυγχρονιστική», τη «μόδα», τις πολιτικές κι αισθητικές αντιλήψεις που επικρατούν προσωρινά σε κάθε φάση...

Συμπληρωματικά, όχι αντίπαλα


Εδώ έχουν σημασία δύο πράγματα:

*
Πρώτον, να διακρίνουμε την μακροχρόνια (ιστορική) «τάση», από την (εκάστοτε) «μόδα». Αυτό που αποτελεί σταθερό «βέλος του χρόνου», από την εκάστοτε «κυκλική διακύμανση» αντιλήψεων. Αυτό που είναι η μόνιμη «φορά» της ιστορίας απ' αυτό που είναι το προσωρινό «καπρίτσιο» της συγκυρίας.
*
Δεύτερον, να ισορροπήσουμε ανάμεσα σε διαφορετικά προτάγματα, διαφορετικές προτεραιότητες, διαφορετικές αξιακές κλίμακες. Κι όχι να παρασυρόμαστε από το ένα άκρο του «εκκρεμούς» στο αντίθετο, και να αλλάζουμε κατεύθυνση μετά από πολύ οδυνηρές κρίσεις.

*
Στην οικονομία, όταν επικρατούν αντιλήψεις κρατικιστικές, να μην αφήνουμε την τάση για έλεγχο να οδηγήσει σε ακρότητες που πνίγουν την δημιουργικότητα της οικονομίας. Αλλά κι αντιστρόφως, όταν κυριαρχούν φιλελεύθερες αντιλήψεις, να μην αφήσουμε την τάση για απελευθέρωση των αγορών, να οδηγήσει στη χαοτική διάλυσή τους.
*
Στο δίκαιο, όταν επικρατούν τάσεις για απελευθέρωση του ατόμου από την κρατική κηδεμονία, να μην οδηγηθούμε σε άκρα που υπονομεύουν τη δημόσια ασφάλεια. Και αντιθέτως, όταν επικρατούν αντιλήψεις που δίνουν προτεραιότητα στην δημόσια ασφάλεια, να μην αφήσουμε την κρατική «προστασία» να πνίξει την κοινωνία.
*
Στη διεθνή πολιτική, όταν επικρατούν τάσεις αποδυνάμωσης του εθνικού κράτους, εν ονόματι της «παγκόσμιας σύγκλισης», να μην επιτρέψουμε την αποδόμηση των εθνικών κοινωνιών, που είναι προϋποθέσεις δημοκρατίας. Κι όταν επικρατεί η αντίθετη τάση, ενίσχυσης των εθνικών κρατών, να μην επιτρέψουμε την δημιουργία «περίκλειστων φρουρίων», μέσα στα οποία ασφυκτιούν οι κοινωνίες κι ωθούνται σε αμοιβαία καταστροφή.
*
Στην τέχνη, όταν επικρατούν μινιμαλιστικές τάσεις να μη φτάνουμε στο σημείο της αμορφίας, όπου η «εκφραστική λιτότητα» της τέχνης γίνεται άναρθρη κραυγή. Γιατί το «άμορφο» δεν είναι «όμορφο»! Κι αντιθέτως, όταν επικρατούν τάσεις στροφής στην εικαστική λεπτομέρεια, να μην φτάνουμε στο άλλο άκρο, όπου η εξαιρετικά «δουλεμένη μορφή» πνίγει το περιεχόμενο της, κι όπου η εκφραστική δεινότητα της τέχνης γίνεται «φλυαρία» που σκοτώνει την αλήθεια της.

Δύο «αντίθετα», το ένα προϋπόθεση του άλλου!


Αυτό όμως μας αναγάγει σε μια άλλη προσέγγιση που δεν είναι ούτε «προοδευτική» ούτε η «συντηρητική», είναι ισορροπημένη. Κατανοεί την ανάγκη σύνθεσης -ή μάλλον συνεχών ανά-συνθέσεων- ανάμεσα σε δύο διαφορετικές τάσεις των σύγχρονων κοινωνιών:

*
την τάση συνεχούς προσαρμογής σε νέα δεδομένα (ακόμα κι όταν η προσαρμογή αυτή γίνεται σε πρόσκαιρες μόδες, όχι σε ιστορικές τάσεις) και
*
στην αντίθετη προδιάθεση κάθε κοινωνίας να διατηρήσει ένα πυρήνα αντιλήψεων και σχέσεων που παραμένει σταθερός, για να μην αποσυντεθεί ολόκληρο το οικοδόμημα.

Η πρώτη τάση (συνεχούς προσαρμογής) συνήθως εκλαμβάνεται ως «προοδευτικότητα». Η δεύτερη τάση (διατήρησης ενός ελάχιστου πυρήνα συνέχειας με το παρελθόν) συνήθως εκλαμβάνεται ως «συντηρητισμός».

Το πού θα επιλέξει κάποιος να ενταχθεί κάθε φορά, είναι ασφαλώς προσωπική του υπόθεση. Όμως η κοινωνία έχει μακροχρόνια ανάγκη και τις δύο αυτές τάσεις.

Για να προχωρήσει μια κοινωνία προσαρμοζόμενη συνεχώς στις νέες συνθήκες πρέπει να διατηρεί την ισορροπία και την ενότητά της. Χρειάζεται, λοιπόν, ένα ελάχιστον σταθερότητας κι ευστάθειας: για να είναι «προοδευτική», χρειάζεται ένα ελάχιστο συντηρητισμού.

Κι αντιστρόφως: για να διατηρεί την σταθερότητά της χρειάζεται να προσαρμόζεται συνεχώς στις νέες συνθήκες. Για να είναι «συντηρητική», χρειάζεται ένα ελάχιστο «προοδευτικότητας».

Οι πιο ρηξικέλευθοι οπαδοί των μεγάλων αλλαγών χρειάζονται κάποια συντηρητικά ανακλαστικά, για να μην εκτροχιαστούν. Κι οι πιο σταθεροί υπέρμαχοι των παραδοσιακών αξιών, χρειάζονται κάποια προοδευτική διορατικότητα, για να επιβιώσουν σ' ένα μεταβαλλόμενο κόσμο.

Αυτή η προσέγγιση είναι διαφορετική και υπερβατική, γιατί επιτρέπει να δούμε την «πρόοδο» και τη «συντήρηση» ως μακροχρόνια συμπληρωματικά στοιχεία προκοπής μιας κοινωνίας. Όχι ως αντίπαλα προτάγματα που οφείλει να επικρατήσει το ένα σε βάρος του άλλου.

Όταν θα ακούτε τους πύρινους λόγους της προεκλογικής εκστρατείας, ίσως είναι χρήσιμο να θυμάστε αυτές τις σκέψεις...

Οι μοιραίοι του μεσαίου χώρου




Tου Κωστα Ιορδανιδη

Ο συντηρητικός πολίτης αισθάνεται από τη φύση του αμηχανία σε κάθε απόπειρα αιφνιδιασμού. Εχει ανεπτυγμένο αίσθημα τάξεως, αντίληψη ευθύνης ενίοτε περιοριστική ακόμη και απαραιτήτων ενδεχομένως ελιγμών. Με δύο λόγια ζει σε έναν μικρόκοσμο ύφους και συμπεριφοράς ή αυτό τουλάχιστον υποστηρίζουν οι πάσης φύσεως νεωτεριστές αντίπαλοί του.

Ο συντηρητικός αυτός ψηφοφόρος, που συγκροτεί τη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη της χώρας -35% ακόμη και στις χειρότερες συνθήκες- αιφνιδιάστηκε δυσάρεστα από την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες που αποφάσισε ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κ. Καραμανλής είναι πολιτικός που αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη συμπάθεια από τους οπαδούς της Ν. Δ. και όχι μόνον. Είναι επίσης αληθές ότι κατά την άσκηση των καθηκόντων του συνάντησε τεράστιες δυσκολίες - όχι εξ αιτίας μόνον των υπαρκτών προβλημάτων της χώρας αλλά κυρίως λόγω της ασυναρτησίας των στελεχών, των βουλευτών και υπουργών του κόμματός του. Σε αυτά αναλώθηκε το προσωπικό πολιτικό κεφάλαιό του. Δεν είναι βέβαια και ο ίδιος άμοιρος ευθυνών.

Αντίδραση και προς την κατάσταση αυτή ήταν και η απόφαση του κ. Καραμανλή να ζητήσει την επίσπευση των εκλογών, αγνοώντας το αίσθημα του συντηρητικού πολίτη, βουλευτών, υπουργών και της κομματικής βάσεως της Ν. Δ.

Ο κ. Καραμανλής ενήργησε ως «μοναχικός» ηγέτης, πλην όμως αδιαμφισβήτητος, κατά την άποψή του, από τους συντηρητικούς ψηφοφόρους, που εκόντες άκοντες θα τον ακολουθήσουν όλοι, διότι άλλως θα κατισχύσει το ΠΑΣΟΚ. Ισως η αισιοδοξία του ως προς το θέμα αυτό να είναι υπερβολική. Η σκληρότατη κριτική που διατύπωσε ο κ. Μιχάλης Λιάπης προσέδωσε στην προεκλογικό αγώνα εναντίον του ΠΑΣΟΚ και μια διάσταση εσωκομματικής διαμάχης. Η δυσαρέσκεια της βάσεως διετυπώθη επωνύμως. Ηταν μία εξέλιξη που δεν ανέμενε ο πρωθυπουργός.

Ενα άλλο θέμα που προκαλεί ερεθισμό στη βάση του κόμματος είναι ότι η πρόταση περί προώρων εκλογών διατυπώθηκε από μια εξαιρετικά ολιγομελή ομάδα «μεσαίου χώρου», στην οποία ο πολιτικός όρος «δεξιά» είναι απεχθής. Είναι μία ομάς υπεροπτική, ενίοτε θορυβώδης, ιδιοτελής, δήθεν «φιλελευθέρων» αντιλήψεων. Είναι οι μοιραίοι της Ν. Δ.

Εναντι όλων αυτών των αρνητικών παραμέτρων ο κ. Καραμανλής αντιτάσσει το προσωπικό του κύρος, με την πεποίθηση ότι θα υπερψηφισθεί από τους παραδοσιακούς συντηρητικούς πολίτες, έστω και δίχως ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Ενδεχομένως να επαληθευθούν οι προσδοκίες του.

Αλλά και ως προς το θέμα αυτό υπάρχει δυσμενής εξέλιξη. Το κόμμα του κ. Καρατζαφέρη μπορεί να μην είναι αισθητικώς ελκυστικό. Αλλά και οι συντηρητικοί πολίτες προέρχονται από στρώματα λαϊκά και ανταποκρίνονται σε σαφή συνθήματα και εκτονωτικά του πολιτικού πάθους από το οποίο διέπονται. Στροφή προς τον ΛΑΟΣ είναι η εκδίκηση της «δεξιάς» στις αντιλήψεις του «μεσαίου χώρου.»

Στην προεκλογική περίοδο θα ακουστούν διάφορες γενικότητες περί οικονομίας, κράτους και δημοσίας διοικήσεως. Στην ουσία η σύγκρουση θα είναι μεταξύ του κ. Κώστα Καραμανλή και του κ. Γιώργου Παπανδρέου. Το ερώτημα είναι εάν η προοπτική ανόδου του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία θα λειτουργήσει ως φόβητρο, συσπειρώνοντας τελικώς την συντηρητική παράταξη.

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 03, 2009

Η Πιθανοφάνεια της Κεντροδεξιάς



Η Βαλκανιοποίηση της Κεντροδεξιάς

Με τον όρο Βαλκανιοποίηση τείνουμε να ορίζουμε τον κατακερματισμό ενός «σώματος» σε μικρότερα τμήματα διαρκώς αλληλο-αντικρουόμενα. Έτσι κ σήμερα παρατηρούμε το «σώμα» της Κεντροδεξιάς να παρουσιάζει πολλαπλές ομαδοποιήσεις οι οποίες βρίσκονται σε μια διαρκή κατάσταση μεταξύ τους αντιπολίτευσης , χαρακτηριζόμενες είτε από πρόσκαιρες στοχευμένες συμμαχίες κατά ενός, είτε από μια συνεχή διαμάχη «όλοι εναντίον όλων». Η παρούσα κατάσταση τείνει να μετατραπεί σε ένα ιδιότυπο status quo, παγιώνοντας δηλαδή μια συνεχή προσπάθεια έλεγχου της παράταξης από αυτές τις ομαδοποιήσεις.

Αν λοιπόν προσπαθούσαμε να διακρίνουμε το ποιες είναι αυτές οι ομαδοποιήσεις, θα τις διακρίναμε στις εξής πέντε:

Μια με επίκεντρο έναν εύθραυστο «Καραμανλισμό», η οποία βάλλεται κ βάλλει κατά πάντων. Με πρωτεργάτη τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, βρίσκεται στο «τιμόνι» όχι της παράταξης, αλλά της χώρας, κ προσπαθεί να επιβάλει την ηγεμονία τής σε όλο το εύρος της Κεντροδεξιάς.
Μια πιο ατλαντική κ φιλελεύθερη, που κινείται γύρω από το περιβάλλον της οικογένειας Μητσοτάκη, η οποία δείχνει αυτή την περίοδο αποδυναμωμένη, αλλά σε μία περίπτωση εκλογικής μη αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας μελλοντικά θα ενδυναμωθεί κ θα διεκδικήσει ηγεμονεύουσα θέση εντός της παράταξης.
Μια άκρως δυναμική με κέντρο το ΛΑΟΣ, που υπό τον Γ. Καρατζαφέρη εκφράζει την καθαρά Λαϊκή – «Αβερωφική» – πλευρά της παράταξης , η οποία ναι μεν προτάσσει την ενδοπαραταξιακή συνεργασία, αλλά παράλληλα βάλλει τόσο ενάντια στο περιβάλλον Καραμανλή, όσο κ στο περιβάλλον Μητσοτάκη.
Τις τρεις παραπάνω κ κυριότερες ομαδοποιήσεις έρχεται κ συμπληρώνει μια τέταρτη, η οποία δεν είναι ομοιογενής κ εκφράζεται μέσα από τις προσπάθειες κορυφαίων στελεχών της Νέας Δημοκρατίας να επιβάλουν τις δικές τους τάσεις μέσα στην παράταξη, προτείνοντας διαφορετικές απόψεις για την έξοδο από αυτό το ιδιάζον status quo. Πρέπει δε να αναφέρουμε ότι αυτή η τέταρτη ομαδοποίηση δείχνει τα δικά της σημάδια «βαλκανιοποίησης», αφού τα δομικά της μέρη δεν διακατέχονται από σύμπνοια, αλλά από αντιζηλία.
Ενώ μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σχηματίζεται κ μια πέμπτη ομαδοποίηση με εξίσου μεγάλη διασπορά θέσεων κ απόψεων με την προηγούμενη, όπου εκφράζει τους δυσαρεστημένους της ενδοπαραταξιακής σύγκρουσης, οι οποίοι είτε ασπάζονται τον ησυχασμό της αποχής από τα πράγματα (Τατούλης, Μανώλης, Πολύδωρας), είτε συμμετέχουν σε μικρότερους πολιτικούς εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς (Δράση, ΦΙΣ, Δημοκρατικοί).

Η Ηγεμονία της Κεντροδεξιάς

Παρά όμως το «βαλκανοποιημένο» ενδοπαραταξιακό τοπίο μπορούμε να ισχυριστούμε ότι σήμερα η Κεντροδεξιά ηγεμονεύει του πολιτικού σκηνικού της χώρας, αφού τόσο η διακυβέρνησή της, όσο κ η αντιπολίτευση προέρχονται από τον ίδιο χώρο. Την ίδια στιγμή δηλαδή που οι ομαδοποιήσεις της Κεντροδεξιάς αναλώνονται σε ζητήματα μικροπολιτικής, οι πολιτικοί σχηματισμοί της ευρύτερης Αριστεράς δείχνουν ανήμποροι τόσο να επωφεληθούν από την ενδοπαραταξιακή σύγκρουση, όσο κ να θέσουν την πολιτική ατζέντα.
Πιο συγκεκριμένα, το ΠΑΣΟΚ, ως το έταιρο κόμμα εξουσίας δεν φαίνεται να επιδοκιμάζεται από τους πολίτες της χώρας για τις θέσεις ή της προτάσεις του, αλλά η όποια δυνητική εκλογική του νίκη αποτελεί απότοκος της ενδοπαραταξιακής σύγκρουσης της Κεντροδεξιάς. Και αυτό αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στο αποτέλεσμα των τελευταίων ευρωεκλογών, όπου ναι μεν το ΠΑΣΟΚ βγήκε πρώτο, αλλά συρρικνώνοντας την εκλογική του δυναμική. Από την άλλη, το ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει σε μία ατέρμονα εσωκομματική κατάσταση αυτογνωσίας, η οποία ψαλιδίζει την εκλογική προοπτική του σε ένα μελλοντικό εξωκοινοβουλευτικό περιβάλλον, ενώ οι Οικολόγοι – Πράσινοι χαρακτηρίζονται ως τώρα από μία παθητική στάση στα πράγματα μετριάζοντας δραματικά τις αρχικές προσδοκίες του εκλογικού σώματος.
Έτσι έχουμε από τη μία μια κεντροδεξιά κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας κ από την άλλη μια δυναμική κεντροδεξιά αντιπολίτευση η οποία εκφράζεται άλλοτε κοινοβουλευτικά κυρίως μέσω του ΛΑΟΣ ή των ανεξάρτητων «ησυχαστών» κ άλλοτε εξωκοινοβουλευτικά από το χώρο των επιχειρηματιών (ΣΕΒ) ή ανενεργών πολιτικών της παράταξης.

Καταλήγουμε λοιπόν να ομιλούμε για μια Ηγεμονία της Κεντροδεξιάς στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Η Πιθανοφάνεια της Κεντροδεξιάς


Αν αναλογιστούμε όλα τα παραπάνω, το πώς δηλαδή καταφέρνει η «βαλκανοποιημένη» Κεντροδεξιά να ηγεμονεύει του εγχώριου πολιτικού τοπίου, αλλά κ τον διάχυτο προβληματισμό που έχει δημιουργηθεί τον τελευταίο καιρό στην ελληνική πολιτική σκηνή γύρω από την οριοθέτηση ενδεχόμενων πρόωρων εκλογών με αφορμή την προεδρική εκλογή του Μαρτίου, θα οδηγηθούμε σε μια σειρά ζητημάτων γύρω από την πιθανοφάνεια της Κεντροδεξιάς σε μια μελλοντική εκλογική διαδικασία.

Πόσο καλά ταιριάζουν οι πιθανότητες εκλογικής νίκης της Κεντροδεξιάς σύμφωνα με τα πολιτικά δεδομένα του σήμερα;

Έχοντας από την μία, μία Νέα Δημοκρατία βεβαρημένη με σωρεία σκανδάλων κ με ασφυκτικά χρονικά κ πολιτικά περιθώρια για εφαρμογή έστω κ καθυστερημένα μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών, κ από την άλλη ένα ολοένα κ περισσότερο ενισχυμένο ΛΑΟΣ να αντισταθμίζει το έλλειμμα της πρώτης, η εκλογική νίκη θα φάνταζε πραγματοποιήσιμη. Με τη συνεχή όμως άρνηση του επιτελείου Καραμανλή για συνεργασία σε ζητήματα που ήδη άρετε από την ατζέντα Καρατζαφέρη, αυτή φαντάζει πολύ δύσκολη.
Αυτή η συνεχιζόμενη κ ολοένα διογκώμενη ενδοπαραταξιακή σύγκρουση απογοητεύει τους υποστηρικτές της Κεντροδεξιάς. Απογοήτευση που τους οδήγησε σε αποχή από τις πρόσφατες Ευρωεκλογές κ που κανείς δεν μας βεβαιώνει ότι δεν θα τους ξανά οδηγήσει σε αποχή από μελλοντικές εκλογές.

Ενώ, αν συνυπολογίσουμε τον κατακερματισμό της παράταξης σε μικρά ή μεγάλα κόμματα τότε η ηγεμονία της Κεντροδεξιάς θα μετουσιωθεί σε ανάλογη διασπορά εκλογικών αποτελεσμάτων που θα οδηγήσει σε εκλογική νίκη της Κεντροαριστεράς, καθώς με τα σημερινά δεδομένα φαντάζει αδύνατο κάθε ενδεχόμενο μεταξύ τους εκλογικής ή κυβερνητικής συνεργασίας.


Πόσο καλά εκφράζει σήμερα η Νέα Δημοκρατία την Κεντροδεξιά;

Από δημιουργίας της η Νέα Δημοκρατία ακροβατούσε ανάμεσα σε δύο πολιτικές, μία συντηρητική κ μία φιλελεύθερη, αυτό που πέτυχε ο ιδρυτής της Κων/ινος Καραμανλής ήταν η ισορροπία κ αυτό συνεχίζει να προσπαθεί μέχρι σήμερα ο ανιψιός του κ σημερινός Πρωθυπουργός της χώρας Κώστας Καραμανλής.

Η Νέα Δημοκρατία έγινε κόμμα συνώνυμο της Μεταπολίτευσης κ του ομαλού εξευρωπαϊσμού της χώρας. Σήμερα 35 χρόνια μετά, η Νέα Δημοκρατία βαρύνεται από τα ίδια προβλήματα που δημιούργησε σε βάθος χρόνου η Μεταπολίτευση. Η Μεταπολίτευση κέρδισε, κατά κοινή ομολογία, το μεγάλο στοίχημα της μακροπολιτικής σταθερότητας, δεν κατάφερε όμως να κερδίσει τη μάχη της ποιότητας των θεσμών κ προπάντων της αποτελεσματικότητας των λειτουργιών της δημοκρατίας που μορφοποιήθηκε μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος. Δημιούργησε μια παρατεταμένη περίοδο αποσταθεροποίησης και ανασφάλειας. Μια περίοδο κρίσης στους θεσμούς, στην οικονομία, στις αξίες. Οι θεσμοί, που η Μεταπολίτευση επανέφερε, δοκιμάστηκαν από τη διαπλοκή, τη διαφθορά, την ασυδοσία, τις ανεπαρκείς πολιτικές που διακινδύνευσαν την ασφάλειά, τα εισοδήματά, την υγεία κ την προοπτική των πολιτών.

Η Νέα Δημοκρατία έχει πάψει να προηγείται των γεγονότων πλέον κ δεν δείχνει ικανή – αν κ κυβέρνηση – να ορίσει την πολιτική ατζέντα του σήμερα. Αντίθετα δείχνει να βρίσκεται στο μέσον μιας σύγχυσης. Σύγχυση που οδηγεί σε πτώση της ποιότητα του κυβερνητικού έργου, αλλά κ σε μία αδιαφορία που περιθωριοποιεί ικανά στελέχη κ παράγοντες της πολιτικής κ κοινωνικής ζωής.

Η Νέα Δημοκρατία αδρανοποιημένη από την ενδοπαραταξιακή σύγκρουση κ τον ατομικισμό των στελεχών της έχει πάψει προ πολλού να εκφράζει την Κεντροδεξιά στην Ελλάδα.

Κυριακή, Αυγούστου 09, 2009

Η Λύτρωση του Σκορπιού



« Τιμή σ’αυτόν που λέει ότι είναι Τούρκος »

«Τιμή σ’αυτόν που λέει ότι είναι Τούρκος», αναφέρει ο εθνικός ύμνος της γείτονος. «Σ’αυτόν που λέει ότι είναι» και όχι σ’αυτόν που είναι ! Και τούτο γιατί η Τουρκία είναι ένα αμάγαλμα 50 διαφορετικών εθνοτήτων. Τούρκοι, Κούρδοι, Άραβες, Έλληνες, Λάζοι, Τσέτες, Κιργάσιοι, Αρμένιοι, Ουζμπέκοι, Εβραίοι, Πομάκοι, Τουρκμένοι, Ασσύριοι, Πέρσες, Ρομά, Αζέροι, Γεωργιανοί, Τσερκέζοι, Κιζήλ-Μπάσηδες, Γορούκοι, Αφσάροι, Δερβίσες και τόσοι άλλοι συνθέτουν ένα εντυπωσιακό μωσαϊκό εθνοτήτων.
«Η Δημοκρατία της Τουρκίας δεν μπορεί να είναι η γη των σεΐχηδων, των δερβίσηδων, των οπαδών και των υποτακτικών τους» συνήθιζε να λέει ο Μουσταφά Κεμάλ, Ο πατέρας της σύγχρονής Τουρκίας, του οποίου το μεγάλο όραμα ήταν η ενοποίηση της αταίριαστης κληρονομιάς της χώρας του, απότοκος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Προσπάθησε δε, να το επιτύχει ακρωτηριάζοντας ακόμη και την πανίσχυρη μουσουλμανική ιεραρχία, αντιτάσσοντας έναν κώδικα δημόσιας διοίκησης, βασισμένο στο ελβετικό πρότυπο (εμπνεύσεως Ιωάννου Καποδίστρια), τον οποίο επέβαλλε μετά την ίδρυση του σύγχρονου τουρκικού κράτους το 1923.
Αρκετές ήταν οι στιγμές στην τουρκική ιστορία, όπου η εθνική ανομοιογένεια έστρεψε την χώρα σε πόλεμο με τον ίδιο της τον εαυτό. Η γενοκτονία 1,5 εκατ. Αρμενίων το 1915, οι διώξεις των Ελλήνων της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου, το ολοκαύτωμα 1 εκατ. Ελλήνων της Μικράς Ασίας (Ιωνία, Καππαδοκία, Πόντος, Ρωμανία) και ο συνεχιζόμενος έως σήμερα ακήρυχτος πόλεμος στις νοτιοανατολικές επαρχίες ενάντια στους Κούρδους. Κατόπιν τέτοιων ενεργειών πώς να μη μένει αγεφύρωτο το χάσμα που έχει δημιουργήσει η έχθρα και χωρίζει Τούρκους με Κούρδους, Αρμενίους και εμάς. Αλλά ούτε και με τους υπόλοιπους γείτονές της τα πηγαίνει καλά η Τουρκία.
Οι Σύριοι δεν έχουν ξεχάσει τη σφαγή της Αλεξανδρέττας, όταν παραχωρήθηκε στην Τουρκία το 1939, τη στιγμή που η Συρία οδηγήτο στην ανεξαρτητοποίηση. Το εχθρικό κλίμα δε, ήρθε να οξύνει η νέα εθνοκάθαρση των τελευταίων 30 χρόνων εις βάρος 4 εκατ. Αράβων της Κιλικίας και της Αντιόχειας και η ολοκλήρωση συστήματος φραγμάτων στο τουρκικό τμήμα του Ευφράτη, που δύναται να οδηγήσει σε καθολικό έλεγχο των υδάτων του ζωοφόρου για τον Συριακό βορρά ποταμού από μέρος της Τουρκίας. Χαρακτηριστικό της αντιπαλότητας των δύο χωρών υπήρξε το γενικευμένο συνοριακό επεισόδιο λίγες μόνο μέρες πριν την κρίση των Ιμίων.
Διώξεις όμως δέχτηκαν και οι Αλεβήδες, 12 εκατ. περίπου Τούρκοι πολίτες, μουσουλμάνοι με πλούσιο ελληνικό “χρώμα”, αφού εξαναγκάζονται δια της βίας να θρησκεύονται σύμφωνα με τα σουννίτικα πρότυπα. Δεν δίστασαν μάλιστα να ισοπεδώσουν αλεβήτικα χωριά σ’ολόκληρη τη Μικρά Ασία, για να τους «στοιβάξουν» στα αστικά κέντρα, χειραγωγώντας τους κατ’αυτόν τον τρόπο ευκολότερα.

Η ταυτότητα των Τούρκων

Όταν οι πρώτοι Τούρκοι εισέβαλαν στην Μικρά Ασία ήταν πολύ λίγοι σε σχέση με το γηγενή ελληνίζοντα πληθυσμό. Γρήγορα όμως, ο τουρκικός λαός απαρτίστηκε από Έλληνες, οι οποίοι μετά από μία μακροχρόνια διαδικασία αλλοιώσεων και μεταλλαγών, κατέληξαν να προσχωρήσουν στον Τουρκισμό. Η εθνογέννεση των Τούρκων αποτέλεσε, ταυτοχρόνως, και την εξωτερίκευση του αρνητικού της δικής μας ψυχής. Η Ελληνίδα ψυχή, αφού γέννησε και χάρισε στην Οικουμένη το Φως του Απόλλωνος ανακυκλώθηκε στην χθόνια αμορφία της Ανατολής παράγοντας τον «Τούρκο», το τέκνο του Σκότους της Εκάτης.
Οι Τούρκοι, ως σάρκα από τη σάρκα μας, κατειλημμένοι από τη μανία για εξουσία και κυριαρχία, έχτισαν μία αχανή αυτοκρατορία, όπου οι ρόλοι ήταν καθορισμένοι με ακρίβεια και ακαμψία. Όσο λοιπόν, αυτή επεκτεινόταν, τόσο εκείνοι αποκτούσαν μια πλατιά πρακτική βάση να στηρίζουν τη φιγούρα του κυρίαρχου πολεμιστή. Όταν όμως ξεκίνησε η βαθμιαία συρρίκνωσή της η βάση αυτή άρχισε να υφίσταται ρωγμές. Ρήγματα που οδήγησαν στην διαμόρφωση μιας ιδιαίτερης κατάστασης στα βάθη της τουρκικής ψυχής, όπου έμελλε να αποτελέσει την οδυνηρότερη των εμπειριών. Στην καρδιά της αυτοκρατορίας τους, στην Μ. Ασία, τα χριστιανικά έθνη των Ελλήνων και των Αρμενίων παρά την αντιξοότητα των συνθηκών, προόδευσαν και σταδιακά ανήλθαν στην κορυφή της οικονομικής ηγεσίας της. Αποδεικνύοντας στους Τούρκους εμπράκτως ότι τα ιδεώδη της εξουσίας και της κυριαρχίας δεν είναι στην πραγματικότητα η αληθινή δύναμη, αλλά οι περιφρονημένες αξίες των ραγιάδων είναι εκείνες που εγκλείουν την πραγματική δύναμη.
Στις αρχές του 20ου αιώνα στη Μ. Ασία τα έθνη των ραγιάδων θριάμβευαν από κάθε άποψη. Η εμπειρία αυτής της μετατροπής, των ραγιάδων σε πραγματικούς κυρίαρχους, έθετε σε αναθεώρηση τις βάσεις του εξουσιασμού και της κυριαρχίας της τουρκικής ψυχής. Οι δύστυχοι οι Τούρκοι όμως δεν μπορούσαν να στρίψουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Απάντησαν, λοιπόν, με τα προγράμματα των Νεότουρκων, τα οποία προέβλεπαν δίχως ενδοιασμό την ολοκληρωτική εξόντωση των χριστιανικών εθνών της Μ. Ασίας.
Η εποχή εκείνη ήταν που θεμελίωσε τη σημερινή έχθρα των δύο λαών. Τότε ο Έλληνας είδε στον Τούρκο τον αποτρόπαιο εχθρό και όχι τον χαμένο εξ αίματος αδελφό, όπως είναι στην πραγματικότητα. Οι νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν μετά τα ολοκαυτώματα Ελλήνων και Αρμενίων (1 εκατ. και 1,5 εκατ. αντίστοιχα) οδήγησαν την τουρκική ταυτότητα σε κρίση. Η έννοια «Τούρκος» υπάρχει μόνο σε σχέση με τον «ραγιά», αφού ο ραγιάς παύει να υφίσταται, τότε και ο Τούρκος παύει να υπάρχει.
Διότι, όπως η Εκάτη δεν υφίσταται δίχως τον Απόλλωνα, έτσι και ο Τούρκος δεν υφίσταται χωρίς το ραγιά. Επειδή δεν ριζώνει σε πραγματικές αξίες, δεν είναι αυτόφωτος και αυτάρκης, όπως ακριβώς η Ημισέληνος. Ο Τούρκος δύναται να αναπνέει μόνο στο μέτρο άσκησης του πάθους του για εξουσιασμό, γι’αυτό θεωρείται εξαρτημένος και ετερόφωτος. Δεν είναι ικανός να ζει ήσυχα και ειρηνικά από την ικανοποίηση των δικών του έργων, πρέπει συνεχώς να κυριαρχεί και να εξουσιάζει. Η ύπαρξή του εξαρτάται από τον ραγιά. Αντιθέτως, ο ραγιάς δεν γνωρίζει εξάρτηση απ’τον δυνάστη του. Αυτή είναι η κατάσταση που έχει οδηγηθεί η τουρκική ψυχή ζώντας συνεχώς με την αίσθηση της ασφυξίας. Όσο δεν θα υπάρχουν οι παλιοί «πατροπαράδοτοι» ραγιάδες, πρέπει στην θέση τους κάποιες ομάδες μέσα στην ίδια την χώρα να γίνουν ραγιάδες. Γι’αυτό σήμερα γινόμαστε μάρτυρες της διαμάχης Κούρδων και Τούρκων (ενός έθνους αδελφού των Τούρκων και ιστορικά ισχυρό σύμμαχο). Οι Αλεβήδες, οι Κρυπτοχριστιανοί, οι Πόντιοι, οι Λάζοι, οι Άραβες, οι πάσης φύσεως αριστεροί, η νεολαία των πόλεων, η φιλελεύθερη διανόηση, τα κατώτερα λαϊκά στρώματα, γίνονται οι σύγχρονοι ραγιάδες στην Τουρκία.
Η τάση του αδυσώπητου εξουσιασμού δημιούργησε αυτήν την κατάσταση στην τουρκική ψυχή, αναγνωρίζοντάς την ως την απόλυτη και καθοριστική αξία. Αυτή η κατάσταση είναι ο δημιουργός της πλέον κτηνώδους κρατικής εξουσίας, η οποία υποθάλπει ένα πανίσχυρο παρα-κράτος σ'όλα τα μήκη και πλάτη της Ανατολίας – κατά πολύ ανώτερο και σκληρότερο από εκείνο της Νοτ. Ιταλίας – για να μπορεί να παρεισφρύει ακόμη και σε περιοχές που η κρατική εξουσία φαντάζει ακατόρθωτο να εφαρμοστεί και να ποδηγετεί κάθε εν δυνάμει “ραγιά” που δεν ανταποκρίνεται στα πρέπει του άκαμπτου κεμαλισμού. Υπό αυτές τις συνθήκες η συντριπτική πλειοψηφία των Τούρκων έχει πάψει να λειτουργεί σύμφωνα με τα ιδεώδη του Τουρκισμού , αποξενωμένοι από τις διάφορες εκφάνσεις του, αναζητώντες την πατρογονική “ελληνική” τους ρίζα.
Η τάση επέκτασης του τουρκικού κράτους συνδέεται άρρηκτα με το υπαρξιακό πρόβλημα της τουρκικής ψυχής, έχοντας μεγάλη δύναμη και βαθιές ρίζες. Δεν είναι μια απλή πολιτική επιλογή, αλλά βρίσκεται συνδεδεμένη με τα προβλήματα και τις αξεπέραστες αντιφάσεις, που προκαλείται από το γεγονός ότι το θεμέλιο της τουρκικής ταυτότητας, η υπερηφάνεια και το «μεγαλείο», είναι η λατρεία της δύναμης και της κυριαρχίας.

Η σημερινή κατάσταση


Σήμερα όμως, ο αρχέγονος συνδετικός κρίκος που λυσσαλέα προσπάθησε να πριονίσει ο Αττατούρκ πριν από 80 και πλέον έτη – η μουσουλμανική θρησκεία – παίρνει εκδίκηση. Αυτή την στιγμή λειτουργούν στην Τουρκία πάνω από 58000 τζαμιά – σχεδόν ένα για 350 κατοίκους, όταν αντιστοιχεί ένα νοσοκομείο για κάθε 60000 κατοίκους! – χιλιάδες μουσουλμανικά σχολεία (Ιμαμ Χατίμπ) και περίπου 4000 κρατικές σχολές μελέτης του Κορανίου – πόσες είναι άραγε οι ιδιωτικές;–, ενώ η συμμετοχή στην προσευχή της Παρασκευής υπερβαίνει εκείνη του Ιράν!
Ο ερχομός του ΑΚΡ – το μετριοπαθές Ισλαμικό Κόμμα του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν – στα πράγματα, το οποίο πρεσβεύει την επαναξιολόγηση του ευρωπαϊκού ονείρου και της δυτικότροπης πορείας που χάραξε ο Αττατουρκ, επιδιώκει την επαναφορά στις παραδοσιακές αξίες και τους ρόλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο κ. Ερντογάν αποτελεί πιστό της Ελληνοτουρκικής Φιλίας και του οράματος των “Φετουλατζήδων” για μία νέο-οθωμανική αυτοκρατορία, εκτηνώμενη από την Αδριατική και το Ιόνιο έως το Βόρειο Ιράκ και τη Συρία, όπου Τούρκοι, Έλληνες, Κούρδοι και άλλες 80 εθνότητες ή θρησκευτικές μειονότητες θα συνυπάρχουν ως “άλλοι” Οθωμανοί Πολίτες ενός σύγχρονου κράτους εκκοσμικευμένου ισλαμικού χαρακτήρα, χωρισμένου σε θρησκευτικά «μιλέτια», υπακούοντας στις επιδιώξεις ενός νέου μετα-κεμαλικού εθνικού ιδεολογήματος. Η Τουρκία στις αρχές 21ου αι. ως χώρα δείχνει έτοιμη να περάσει στην νέα εποχή και να μεταλλαχθεί σε κάτι καινούργιο, όπως το έπραξε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα με το πέρασμα από το οθωμανικό κοινοτικό μόρφωμα στο εθνικιστικό κεμαλικό.
Σίγουρα η παρουσία του κ. Ερντογάν στην εξουσία έχει μετριάσει κάπως την αδιαλλαξία και τον αυταρχισμό του κεμαλισμού, που πλέον εκπροσωπείται μονάχα από το παρα-κράτος και την στρατιωτική ηγεσία. Οι κεμαλιστές έπειτα από 80 χρόνια εξουσίας χάνουν τον έλεγχο των εσωτερικών εξελίξεων. Ο Πρωθυπουργός νιώθει πλέον πιο ισχυρός απέναντι στους κεμαλιστές στρατηγούς, τόσο η υπόθεση Εργένεκον όσο και η συνταγματική αναθεώρηση, οδηγούν σε μια περαιτέρω ενδυνάμωση της πολιτικής του κ. Ερντογάν, ο οποίος χρησιμοποιεί ακόμη και την ΕΕ για να αλώσει ταχύτερα το κεμαλικό καθεστώς. Η πολιτική φιλίας που προσπάθησε να εντατικοποιήσει στις αρχές της θητείας του ο κ. Ερντογάν αποτέλεσε σωσίβια λέμβο γι’αυτόν. Το βαθύ κράτος όμως του κεμαλισμού με τις συνεχόμενες προκλήσεις πέτυχε την μετατροπή της «Ελληνοτουρκικής Φιλίας» σε πολιτική μηδενικού κόστους και μηδενικού ρίσκου για την Τουρκία. Κατάσταση ιδιαίτερα επικίνδυνη για την Ελλάδα, αφού η αστάθεια της γείτονος αναζητεί τέτοιου είδους λύσεις. Ο κ. Ερντογάν γνωρίζει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να προσφέρει πολλά, άλλωστε και ο ίδιος δεν επιθυμεί την ένταξη της χώρας του στην ΕΕ, αλλά όσο είναι αρκετό για να υπερισχύσει στο εσωτερικό, εκμεταλλευόμενος τις αλλαγές που θα επιφέρουν οι διαδικασίες ένταξης στην Ένωση.
Η Ουάσιγκτον από την άλλη της νέας Ομπάμα εποχής ενισχύει την αναβάθμιση της Τουρκίας ως νέα πολυπολιτισμική περιφερειακή δύναμη, χρησιμοποιώντας τον φιλελεύθερο προσανατολισμό του ισλαμιστή ηγέτη για να ελέγξει αποτελεσματικότερα τόσο την ΕΕ (πολιτικά, ενεργειακά), όσο και την ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου και της Μέσης Ανατολής (Ιράκ, Ιράν). Ενώ, την ίδια στιγμή , στόχο της Μόσχας αποτελεί η εξουδετέρωση κάθε προσπάθειας τουρκικής επιρροής στους μουσουλμανικούς και τουρκογενείς πληθυσμούς της Κεντρικής Ασίας ή κάθε απόπειρα τουρκικού ελέγχου των δρόμων του «μαύρου χρυσού» των Κασπιανών Πετρελαίων (Nabucco).

Η στάση της Ελλάδος

Κάπου εκεί μες στο συμφερτό των εξελίξεων βρίσκεται η χώρα μας, ως άμεσος αποδέκτης των κραδασμών των καθεστωτικών αλλαγών της γείτονος. Η κυβέρνηση Καραμανλή κράτησε μία μάλλον μετριοπαθή πολιτική κατά τις διαπραγματεύσεις εισόδου της Τουρκίας στην Ένωση , το 2005. Ενώ, θα μπορούσε να πιέσει τον κ. Ερντογάν σ’όλα τα ανοιχτά πεδία μεταξύ των δύο χωρών (υφαλοκρυπίδα, casus belli, κυπριακό, Θράκη, Χάλκη κα), κερδίζοντας έστω το ελάχιστο δυνατό (και να μείνει στην ιστορία). Αντιθέτως, επέλεξε την οδό της μετριοπάθειας και εν πλήρη αρμονία οι δύο «κουμπάροι» οδήγησαν εκ του ασφαλούς την Τουρκία στην είσοδό της σε καθεστώς ενταξιακών διαπραγματεύσεων μ’ ένα χρονικό ορίζοντα 15ετίας. Η χείρα βοηθείας του κ. Καραμανλή προς τον κ. Ερντογάν πιθανόν να στηρίζεται στη βούληση του Έλληνα Πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα είναι εκείνος ο “ζωτικός κρίκος” που συνδέει την Τουρκία με την Δύση. Στηρίζοντας τον κ. Ερντογάν, θα επέτρεπε να γίνει εκείνος κύριος των εσωτερικών εξελίξεων της γείτονος, αλώνοντας την κεμαλική στρατοκρατία μια για πάντα, εγκαθιστώντας ένα νέο καθεστώς βασισμένο στις αρχές της καλής γειτονίας με τις χώρες που την περιβάλλουν. Και εδώ τίθεται το ερώτημα τι έχει να κερδίσει η Ελλάς υπό αυτήν την προοπτική, βάση επιλογών του κ. Καραμανλή;
Λογικά ο κ. πρωθυπουργός πιστεύει στο λύσιμο των διακρατικών ζητημάτων με τη γείτονα μέσω των πιέσεων της ΕΕ που θα δεχθεί, προς χάριν της εναρμόνισή της με τα πανευρωπαϊκά πρότυπα. Εν ολίγοις, δεν εκβιάζει καταστάσεις και γεγονότα, δείχνοντας καλή πίστη στον πανδαμάτορα χρόνο, όπου το 15ετές πέρασμα που θα αμβλύνει τις όποιες διαφορές και αντιπαλότητες μεταξύ των δύο χώρων.
Σίγουρα, μια Ελλάδα εγκλωβισμένη στα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα που διακυβεύονται στην γείτονα δεν δείχνει ικανή να διαχειριστεί τις ολοένα και πιο κρίσιμες καταστάσεις που δημιουργούνται. Γι’αυτό πρέπει να οριστούν, αρχικά, οι θέσεις και οι αξιώσεις της Ελλάδος έναντι της Τουρκίας και κατόπιν να χαρακτεί η πολιτική επίτευξής των.
Παραδείγματος χάριν, στο Κυπριακό ενώ βρισκόμαστε εν μέσω διμερών διαπραγματεύσεων Χριστόφια – Ταλάτ, η εκλογή του κόμματος “Εθνικής Ενότητας” του Ντ. Ερόγλου φαίνεται να εντατικοποιεί τα πράγματα. Πιο συγκεκριμένα, μετά την εκλογή Ερόγλου το σύνολο των πολιτικών κομμάτων της ΤΔΒΚ προσπαθούν να επισπεύσουν τις διαδικασίες και τον διάλογο, ορίζοντας ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα διμερών διαπραγματεύσεων, υπό το πρόσχημα ότι οι συνεχείς διαπραγματεύσεις θα οδηγήσουν σε μία ατέρμονα διαδικασία, η οποία δεν ευνοεί την Τουρκοκυπριακή πλευρά. Την ίδια στιγμή όμως αναγνωρίζουν και κατανοούν ότι αυτά τα οποία διεκδικούν είναι λογικό να μην τα δεχτεί η Ελληνοκυπριακή πλευρά (ζήτημα αποζημιώσεων, στρατός κατοχής, δύο ισότιμοι εταίροι στον ΟΗΕ, μη εμπλοκή ΕΕ), ενώ Τούρκοι ακαδημαϊκοί και θεωρητικοί παραδέχονται ότι ένα δεύτερο ΟΧΙ σε κάποιο νέο σχέδιο επίλυσης θα οδηγήσει είτε στην “κοσοβοποίηση” της ΤΔΒΚ, είτε στην απορρόφησή της από την Τουρκία. Λύση η οποία είναι σύμφωνη με το νέο δόγμα Νταβούτογλου - Ερντογάν και επιτρέπει στην Τουρκία να διατηρήσει τα γεωπολιτικά της ερείσματα στην Ανατολική Μεσόγειο (άξονας Αλεξ/τα – Ασκελόν).
Από την άλλη, κοινή εκτίμηση είναι ότι η κλιμάκωση των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, που αποσκοπεί σε διμερείς διαπραγματεύσεις με απώτερη επιδίωξη μια συνολική διευθέτηση μέσω διεθνούς διαιτησίας. Αυτή η συνεχιζόμενη επιδίωξη της Τουρκίας για διμερή διάλογο προς επίλυση των διαφορών της με τους γείτονές της (πρακτική που εφαρμόζει την ίδια χρονική στιγμή με Συρία, Αρμενία, Βουλγαρία και Ιρακινό Κουρδιστάν) δείχνει ότι δεν αναγνωρίζει το υπάρχον status quo και επιζητά μια αναθεώρηση των διεθνών συνθηκών και συγκεκριμένα εκείνη της “Λοζάνης”. Ένα θέμα εξόχως σημαντικό, διότι καταδεικνύει ότι η Τουρκία μεταλλάσσεται σε ένα κράτος πλήρως αναθεωρητικό, τόσο στο εσωτερικό της με την επιδιωκόμενη άλωση του Κεμαλισμού, όσο κ στο εξωτερικό αναθεωρώντας όσα ο Κεμαλισμός είχε παγιώσει για πάνω από 80 χρόνια. Γεγονός πολύ επικίνδυνο για την ευρύτερη περιοχή, γιατί αν αυτό ισχύει, τότε η Τουρκία πρέπει να λογίζεται ως κράτος που υποθάλπει την βία και επιδιώκει την αλλαγή των συνόρων.
Η στρατηγική εξημέρωσης του θηρίου έχει πλέον χρεοκοπήσει. Η Τουρκία όσο διαλλακτική δείχνει, άλλο τόσο ανυποχώρητη είναι στα μεταξύ μας ζητήματα. Επομένως, το «θηρίο» κρίνεται ανεπίδεκτο μαθήσεως. Οι Ευρωπαίοι δεν δείχνουν διατεθειμένοι να λάβουν έναν επιπλέον ρόλο «θηριοδαμαστή» - «γητευτή», πόσο μάλλον εμείς. Κατ’ αυτόν τον τρόπο κρίνεται απίθανο να υλοποιηθούν οι προσδοκίες μας περί “αλλαγής” μέσω της άλωσης των κεμαλιστών. Μιας και η πλευρά των ισλαμιστών βλέπουμε ότι τελικά εξάγει την όλη αναθεωρητική τής πολιτική και στο εξωτερικό, επιδιώκοντας τόσο την αναθεώρηση της Συνθήκης της Λοζάνης, όσο και την ενίσχυση της παρουσίας της στην Κύπρο.

Η Λύτρωση του Σκορπιού

Οι Κεμαλικό “Βαθύ Κράτος” αν και επιθυμούσε διακαώς την πρόσδεση της γείτονος στο δυτικό κόσμο, γνώριζε ότι περισσότερη Δύση (ΝΑΤΟ,ΕΕ) θα ισοδυναμούσε με έντονες τριβές στο εσωτερικό της χώρας, που μπορεί να οδηγούσαν ακόμη και στην αποσύνθεση! Ο κ. Ερντογάν το γνωρίζει αυτό και γι'αυτό θέλησε να εκμεταλλευτεί την ενταξιακή διαδικασία, ούτως ώστε με τις μεταβολές που θα προκαλέσει στο εσωτερικό της γείτονος να «ξεκοκκαλίσει» μακροχρόνια την κεμαλική Τουρκία, οδηγώντας την στην αυτο-μετάλλαξή της. Η προσπάθεια όμως αποδόμησης του κεμαλικού καθεστώτος ενέχει κινδύνους όχι μόνο για την γείτονα, αλλά και για όλη την περιοχή.
Έτσι η Τουρκία όσο ισχυρή δείχνει ανοίγοντας το ένα μέτωπο μετά το άλλο, προβάλλοντας συνεχώς τον δυναμισμό της, άλλο τόσο όταν πια δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί στον πολυμετωπικό της αγώνα και οι εχθροί της θα γίνονται λιγότερο διαλλακτικοί, σαν το σκορπιό και αυτή, που δείχνει άτρωτος και πολεμικός, όταν ανήμπορος πια να αμυνθεί στον εχθρό, αυτοκτονεί. Κάθε υποχώρηση ή πιο διαλλακτική ενέργεια θα την οδηγεί όλο και πιο κοντά στη Λύτρωση του Σκορπιού, την αυτοχειρία – την αυτοδιάλυσή της. Και μεις δεν έχουμε παρά να περιμένουμε, προετοιμασμένοι για όλα, να έλθει η ώρα …

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2009

Μεταπολίτευση μας τελείωσε…


Το καθεστώς της μεταπολίτευσης συμπληρώνει ήδη μια τριακονταπενταετία.
Καιρός να συνταξιοδοτηθεί.
Όχι γιατί το έπιασε το «όριο ηλικίας»…
Όχι γιατί «χορτάσαμε δημοκρατία»…
Αλλά γιατί – καιρός να το πούμε – η «καλύτερη, μακροβιότερη και σταθερότερη κοινοβουλευτική δημοκρατία που είχαμε ποτέ στην Ελλάδα» ήταν ανάπηρη!
Μέχρι τώρα αυτό ήταν «κοινό μυστικό».

Τώρα πλέον δεν κρύβεται…

Ένα καθεστώς διακρίνεται από τα ιδεολογικά του προτάγματα, τους διαχωρισμούς που εμπεδώνει, το μηχανισμό που κυριαρχεί στο κράτος και τη βασική οικονομική αναπαραγωγή του (το οικονομικό «μοντέλο» του).
Όσο λειτουργούν όλα αυτά (και αυτοτροφοδοτούνται μεταξύ τους), η διακυβέρνηση μπορεί να αλλάζει χέρια, αλλά το καθεστώς νομιμοποιείται, αναπαράγεται, ενσωματώνει την κοινωνία και παραμένει σταθερό.
Όταν κάποια απo αυτά παύουν να λειτουργούν, το καθεστώς αποσταθεροποιείται.

Όταν η αποσταθεροποίηση προχωρήσει, τότε κάποια στιγμή το καθεστώς καταρρέει, ειρηνικά ή βίαια, με ή χωρίς εξωτερικές περιπέτειες, με μικρότερη ή μεγαλύτερη κοινωνική αναταραχή.
* Το καθεστώς της Μεταπολίτευσης έχει ως πρόταγμα την εμπέδωση της δημοκρατίας και την ευρωπαϊκή ένταξη. Όπως ακριβώς, το προδικτατορικό καθεστώς είχε ως πρόταγμα τη «σωτηρία του έθνους από τον κομμουνισμό» στα πλαίσια των ατλαντικών θεσμών.
* Το καθεστώς της Μεταπολίτευσης διαχωρίζει τους πολίτες σε «προοδευτικούς- δημοκράτες» και «εχθρούς της δημοκρατίας» (συντηρητικούς, ακροδεξιούς κλπ.). Όπως ακριβώς το προηγούμενο καθεστώς χώριζε τους πολίτες σε «εθνικόφρονες» και κομμουνιστές ή «συνοδοιπόρους αυτών».
* Το καθεστώς της Μεταπολίτευσης στηρίζεται σε μηχανισμούς που ποδηγητούν την κοινή γνώμη, όπως ο Τύπος κυρίως (βοηθητικώς τα συνδικάτα, τα Πανεπιστήμια κλπ.) και τα εξωθεσμικά κέντρα της διαπλοκής που ελέγχουν τον Τύπο. Όπως ακριβώς το προηγούμενο καθεστώς στηριζόταν στο παρακράτος της δεξιάς και τα ερείσματά του στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας.
* Το καθεστώς της Μεταπολίτευσης αναπαράχθηκε οικονομικά μοιράζοντας κοινωνικές παροχές με δανεικά, δηλαδή ανακατανέμοντας πόρους από τις μελλοντικές γενιές στην παρούσα. Όπως ακριβώς το προηγούμενο καθεστώς αναπαραγόταν οικονομικά ανακατανέμοντας πλούτο μέσα από την αντιπαροχή (υπεραξίες αστικής γης) και υποκινώντας ανάπτυξη μέσα από την κατανάλωση.
* Ο οικονομικός μηχανισμός της Μεταπολίτευσης επλήγη ανεπανόρθωτα πρόσφατα από τη διεθνή οικονομική κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα δάνεια που, για την εξυπηρέτησή τους, σωρεύουν νέα, μεγαλύτερα δάνεια, μόλις μας τελείωσαν. Όπως ακριβώς ο οικονομικός μηχανισμός του προηγούμενου καθεστώτος επλήγη ανεπανόρθωτα με τη παρατεταμένη διεθνή κρίση της δεκαετίας του Ά70 (κατάρρευση των Συνθηκών Μπρέττον Γούντς το 1971-73 και δύο αλλεπάλληλες πετρελαϊκές κρίσεις 1973 και 1979).
* Τυπικά κέντρο της εξουσίας στο καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι ο Πρωθυπουργός (πρωθυπουργικο-κεντρικό σύστημα). Όπως ακριβώς τυπικά κέντρο εξουσίας – με ρυθμιστικό ρόλο – ήταν το Παλάτι στο προηγούμενο καθεστώς.
Μετά τα μέσα της δεκαετίας του Ά90, ωστόσο, τα κέντρα της διαπλοκής αυτονομήθηκαν και κυριάρχησαν, εξέλεξαν δικό τους Πρωθυπουργό το 1996 και του άσκησαν ασφυκτικό έλεγχο έκτοτε. Έφτασαν ως το σημείο να του στέλνουν δημόσια «μηνύματα αποδοκιμασίας» το 2002 (θυμηθείτε τις «τρείς προειδοποιητικές επιστολές» προς Σημίτη από εκδότη-διευθυντή μεγάλης και «έγκριτης» εφημερίδας). Όπως ακριβώς μετά το 1965 τα παρακρατικά κέντρα στο στρατό αυτονομήθηκαν από το Παλάτι και τελικώς ανέτρεψαν το πολίτευμα (21 Απριλίου του 1967) και τον ίδιο τον τότε Βασιλιά (13 Δεκεμβρίου του 1967)
* Μετά το 2004 ο εκλεγμένος Πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής βρίσκεται σε μόνιμη κόντρα με τα εξωθεσμικά κέντρα, πράγμα που οδηγεί σε μόνιμη πολιτική αρρυθμία και προϊούσα αδυναμία διακυβέρνησης. Όπως ακριβώς το 1964-65, ο τότε εκλεγμένος Πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου βρισκόταν σε μόνιμη σύγκρουση με το παρακράτος, με αποτέλεσμα αλλεπάλληλες κρίσεις που οδήγησαν τελικώς στην ανατροπή του. Όπως ακριβώς και πριν απΆ αυτόν, το 1963, ο προηγούμενος Πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ήλθε σε σύγκρουση και με τα Ανάκτορα και με το παρακράτος (θυμηθείτε το περίφημο εκείνο, «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο»), προσπάθησε να αλλάξει το Σύνταγμα (και το πολίτευμα), αλλά δεν πρόλαβε.

Σήμερα ένας άλλος Κωνσταντίνος Καραμανλής κι ένας άλλος Γιώργος Παπανδρέου βρίσκονται επίσης σε μόνιμη αντιπαράθεση με τα εξωθεσμικά κέντρα. Ο πρώτος, ως Πρωθυπουργός είναι ο κύριος στόχος τους. Αλλά και δεύτερος έχει υποστεί τις δηλητηριώδεις βολές τους…
Μοναδική λύση είναι η «φυγή προς τα μπρός». Μια «νέα Μεταπολίτευση», με αλλαγή των συσχετισμών και των θεσμών και των ιδεολογικών προταγμάτων και των πολιτικών προτεραιοτήτων.
Αυτή η αλλαγή έχει αρχίσει ήδη να ωριμάζει μέσα στην κοινωνία. Σήμερα όλοι μιλάνε για θέματα – όπως η λαθρομετανάστευση - που πριν τις ευρωεκλογές δεν τολμούσε να αγγίξει κανείς…

Το καθεστώς της Μεταπολίτευσης καταρρέει ήδη.

Αν δεν αλλάξει από τα πάνω, θα διαλυθεί από τα κάτω.

Αν δεν παραμεριστεί με σαρωτικές μεταρρυθμίσεις θα καταρρεύσει μέσα από οδυνηρή κρίση (εσωτερική ή εξωτερική).

Ευθύνη του Πρωθυπουργού, να πάρει τις πρωτοβουλίες και του αρχηγού της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να τον στηρίξει.

Όποιος τολμήσει τη νέα Μεταπολίτευση θα κυβερνήσει τη χώρα για χρόνια. Γιατί σήμερα η χώρα δεν κυβερνάται.

Όποιος διστάσει, ή παίξει μικροκομματικά παιγνίδια, θα χαθεί οριστικά.

Τόσο απλά…

Ν.Ζ.

Τρίτη, Ιουνίου 16, 2009

Με αφορμή τις Ευρωεκλογές κατι απο το 2006...



Down the path to “nowhere”

An approach to the European Reality

The EU is in confusion; No one can ignore this. The “indigestible” admission of 10 new member states, the European’s constitution fiasco and the reactions for the integration of Turkey, in combination with the continuous “sinking” of the European Economy, are leading it with mathematic precision, to split. The big and rapid changes of the last three years in the EU have led to the creation of a new political map of Europe. The two “NO’s” in the corresponding referendums of France and Holland, regarding the European constitution, genuinely constitute historical turn-points for the future of the Union and not only: The political leadership in two countries of the narrow European core, which supported vigorously the approval of European constitution against the popular will was entirely defeated. Therefore, the phenomenon of divergence of European populations from their elected leaderships is also obvious. This phenomenon has created a “crack” – that may turn out to be disastrous - between electoral bodies and the political elite. A “crack” which if it does end soon, it will cause a very serious crisis in the representation of the entire Europe.

The Elite of Brussels presented itself with an extortion sense and totalitarian attempt in guidance of the European populations, and any parallelism with propagandistic and “Goebbelic” type practices would mean nothing in front of this deficiency of Democracy. The Euro-bureaucracy was presented shrug of the Democracy, indicating a decorative role for the populations of Europe, a ratification of pre-determined decisions.

The European Union model (one of the most socially cruel in the western world) is in crisis, particularly its core, the Euro-zone. The main responsible party of this crisis is the directorate of the EU, which is not as many believe, Brussels, but the European Central Bank (ECB). The incontrollable ECB has only one aim: the fighting of the financial inflation and not the economic recession - obeying obviously biddable in the commands of the Treaty of Maastricht. So it adopts policies that worsen the already high unemployment, in order to reduce the already low inflation. The ECB applies an extreme Monetarism as it has not been applied never and nowhere before in the world. The Pact of Stability has suppressed any kind of financial flexibility while the European leaderships are trying to decrease the deficits even in periods of long lasting and deep recession. The ECB is applying the most inflexible monetary policy, is keeping the interest-rates stagnant when the economies of Euro-zone are infested by the recession. Despite the calls so much from the OECD, as much as from IMF, the ECB does not only decrease the interest-rates, but it threatens that it will increase them. In this way any kind of political blend is suppressed, and any effort of confrontation of circular fluctuations, with the Pact of Stability. So actually the “abusive” monetarism is materialised into practice, exceeding even the monetarism of Milton Friedman. Consequently, the “NOs” of French and Dutch population are not a clue of refusal of the European Completion, but a refusal of the “immaterial” technocracy of Brussels’ Elite and the Euros-bureaucracy.

A Consequence of this crisis is the appearance of split tendencies of European Centre-left parties. Particularly, the Socialist Coalitions of France, Germany and Italy are in danger of dissolution (here we should not be deceived by the hard electoral victory of this last one - with only 25000 votes- in the previous elections of April '06, something that for sure does not quarantine the smooth governing of the neighbour country). When in 1989 the arrangement of Real Socialism collapsed, the communistic parties were isolated, while the Centre-left adhered in European Ideal. Thus a bureaucracy was constituted in Brussels. A bureaucracy with a social democratic political logic but with an absolutely blurred economic philosophy, who in her effort to accelerate the unification of Europe, it delivered the “Euro” in the exclusive jurisdiction of central banks, who adhered it, in the most extreme monetarism. It was created so, a political elite based in the most contradictory ideological bases and the most contradictory policy. This elite evangelized a reallocation of social resources while it was reducing continuously the resources for redistribution. And while it was defended the social state it tolerated the application of monetary policy that increased continuously the unemployment. The Centre-left parties so, approaching what suffered the Communists in 1989; the collapse of their entire ideological building in which they based their political influence and their hegemony in the European societies.

The mass enlargement of the EU with ten new states and with other six almost in brink (Croatia, Turkey, Bulgaria, Romania, Ukraine, Bardaska) not only boycotts the vision of Completion, but it contributes the creation of a Europe with two speeds. On the one side the French -German axis and on the other side all the other states in a role of outcast.

We find itself, therefore, in front of the start of transient period of 2-3 years, where the changes will become so fast that we might not retain them. In Europe, it is forecasted, that many Centre-left parties are going to split while the stands of Centre-right parties are going to be strengthened. It is also obvious that USA and Britain will become much more distant from Europe, while the ethnocentric priorities will come back in the limelight in parallel with the recede of the federalist opinions.

Those changes however, will not lead to suspension of the union of Europe, but they will give an alteration in process of convergence of national states and national priorities, but not in the prospect of suppression or their weakening. The role of the national leaderships and national governments will be again sovereign, while on the contrary the role of cross-national Euro-bureaucracy will recede. The countries-members which are ready to promote themselves to the essential reformation in their interior and also able to support afterwards them in European level, will acquire advantage. Precedence as well, will acquire all the countries that will be ready to practise active national diplomacy in Europe, with intention the redefinition of unification in base of national convergences or in international level, in order to upgrade their national translocation in Europe.

It only remains to be seen which will be the first country of Union that will raise the “flag” of sedition against the Euro-bureaucracy and technocratic elite of Brussels, denouncing her hard antisocial monetarist policy, withdrawing from Euro-zone and the “clamp” of EMU, proposing at the same time, the suppression of Maastricht and also the Pact of Stability, the abandonment of idea of federal state and the aid of effort of increase the EUs rhythm of growth.
If Europe wants to increase those rhythms of growth, it should acquire elasticity in the employment market in combination with policies that will give the possibility to citizens to acquire skills and qualifications, which are essential for their work. It should release the markets of products and capital, to advance very fast in the opening of markets of telecommunications, electricity and financial services, which should be accompanied by tax motives for the creation of market of financing capital (venture capital). Meanwhile, if the tax competition between the member-states be promoted, it will press the public wastefulness’ and deficits, strengthening thus the enterprises, contracting finally the increase of businesses.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση & η θέση της Ελλάδος

Κάποτε η Ελλάς έχασε την χρυσή ευκαιρία εισδοχής ως ισότιμο μέλος των Εξ της Ρώμης το 1957. Η έλλειψη διορατικότητας της τότε εξουσίας στέρησε από την Ελλάδα από το να είναι σήμερα ευρωπαϊκή δύναμη μεγάλου βεληνεκούς. Ακολούθως, το 1959 οι Επιμηθείς της εποχής έκαναν το λάθος αντί να εισάγουν την χώρα ως ισότιμο μέλος στην νεόκοπη τότε ΕΟΚ προτίμησαν την είσοδό της από την πόρτα υπηρεσίας, δηλαδή τη Συμφωνία Σύνδεσης, αθεράπευτα «ραγιάδες», πιστοί στο σύμπλεγμα της Ουράς. Από τότε βεβαίως πέρασαν πολλά χρόνια, η Ελλάς εισήλθε στην ΕΕ, δυτικοποιήθηκε πλήρως, ακολούθησε κάθε «φρέσκο» νεωτερισμό, εισήλθε από τους πρώτους στην ΟΝΕ και σήμερα βρίσκεται μετά από μία 50ετή Επιμηθεϊκή πολιτική στο σημείο να κρίνεται αναγκαία η απώλεση εδαφών και η εκχώρηση μέρους της Εθνικής μας Κυριαρχίας για το «καλό» της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης (σύμφωνα με την Πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, κ. Μπενάκη).

Τι έφταιξε και η Ελλάς βρίσκεται κλειδωμένη στην ΚΑΠ, τον Ευρωστρατό, το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και την ΟΝΕ; Μα, η πολιτική των Επιμηθέων της παλαιάς γενιάς· άοσμη και γκρίζα, δίχως πρωτοβουλίες και διεκδικήσεις, αλλά μονίμως ουραγοί, ως άλλοι δουλοπάροικοι περιμένουν να τους «πετάξει» ο «καλός» αφέντης το κάτι τις του, αν και ούτε αυτό το ελάχιστο καταφέρνουν να αξιοποιήσουν τις περισσότερες φορές, με αποτέλεσμα να το ξαναπαίρνει πίσω ο αφέντης.

Σήμερα, η ΕΕ βρίσκεται σε σύγχυση· η «δύσπεπτη» εισδοχή 10 νέων κρατών μελών, το «κάζο» του Ευρωσυντάγματος και οι αντιδράσεις για την ένταξη της Τουρκίας, σε συνδυασμό με την ολοένα καταβαράθρωση της Ευρωπαϊκής Οικονομίας, την οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε διάσπαση. Είναι αλήθεια, ότι οι μεγάλες και ταχείες αλλαγές των τελευταίων τριών χρόνων στην ΕΕ, έχουν οδηγήσει στην δημιουργία ενός νέου πολιτικού χάρτη στην Ευρώπη. Τα δύο ΌΧΙ στα αντίστοιχα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας, για το ευρωσύνταγμα, αποτελούν αληθινά ιστορικές καμπές για το μέλλον της Ένωσης και όχι μόνο… Σε δύο χώρες του στενού ευρωπαϊκού πυρήνα, ολόκληρη η πολιτική ηγεσία υπεστήριξε σθεναρά την έγκριση του ευρωσυντάγματος ενάντια στη λαϊκή βούληση, και ηττήθηκε. Παρατηρείται, λοιπόν, το φαινόμενο απομάκρυνσης των λαών της Ευρώπης από τις εκλεγμένες ηγεσίες τους. Δημιουργήθηκε ένα «ρήγμα» - που ίσως αποβεί και ολέθριο – ανάμεσα στο εκλογικό σώμα και τις πολιτικές ελίτ, το οποίο αν δεν κλείσει σύντομα δύναται να προκαλέσει πολύ σοβαρή κρίση εκπροσώπησης σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Η Ελίτ των Βρυξελλών εμφανίστηκε με εκβιαστική λογική και μία ολοκληρωτικού τύπου απόπειρα χειραγώγησης των ευρωπαϊκών λαών, κάθε παραληρισμός με «γκεμπελικού» τύπου πρακτικές θα ωχριούσε μπροστά στο έλλειμμα δημοκρατίας. Η ευρω-γραφειοκρατία εμφανίστηκε απαξιωτική προς τη Δημοκρατία, έδειξε ότι επιφυλάσσει για τους λαούς της Ευρώπης έναν διακοσμητικό ρόλο επικύρωσης προ-ειλλημμένων αποφάσεων.

Το μοντέλο της ΕΕ βρίσκεται σε κρίση, ιδιαιτέρως ο πυρήνας της, η ΟΝΕ. Αποτελεί το πλέον ανάλγητο κοινωνικά στον δυτικό κόσμο. Κύριος υπεύθυνος δεν είναι άλλος από το Διευθυντήριο της Ένωσης, το οποίο δεν είναι όπως πολλοί νομίζουν οι Βρυξέλλες, αλλά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η ανεξέλεγκτη πλέον ΕΚΤ δεν έχει παρά μόνο έναν σκοπό, την πάση θυσία καταπολέμηση του πληθωρισμού – υπακούοντας πειθήνια στις επιταγές του Συμφώνου του Μάαστριχτ – και όχι της ύφεσης. Υιοθετεί πολιτικές που επιδεινώνουν την ήδη υψηλή ανεργία για να κατεβάσει τον ήδη χαμηλό πληθωρισμό, η κοινωνική αναλγησία στο μεγαλείο της. Η ΕΚΤ εφαρμόζει την μονεταριστική ορθοδοξία όπως δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ και πουθενά στον κόσμο. Το Σύμφωνο Σταθερότητας έχει καταργήσει κάθε δημοσιονομική ευελιξία. Προσπαθούν οι ευρωπαϊκές ηγεσίες να μειώσουν τα ελλείμματα ακόμη και σε περιόδους χρόνιας και βαθιάς ύφεσης. Η ΕΚΤ εφαρμόζοντας την πλέον άκαμπτη νομισματική πολιτική, κρατά τα επιτόκια στάσιμα όταν οι οικονομίες της Ευρω-ζώνης μαστίζονται από ύφεση. Παρά τις εκλήσεις τόσο του ΟΟΣΑ, όσο και του ΔΝΤ, η ΕΚΤ όχι μόνο δεν μειώνει τα επιτόκια, αλλά απειλεί ότι θα τα αυξήσει. Έχει καταργηθεί κάθε μίγμα πολιτικής, κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης των κυκλικών διακυμάνσεων, με το Σύμφωνο Σταθερότητας. Έχει υλοποιηθεί στην πράξη ο πλέον «χονδροκομμένος» μονεταρισμός, ξεπερνώντας και αυτόν του Μίλτον Φρίντμαν. Επομένως, τα ΌΧΙ των λαών της Γαλλίας και της Ολλανδίας δεν ήταν ένδειξη άρνησης στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση, αλλά στην «άυλη» τεχνοκρατία της Ελίτ των Βρυξελλών και την ευρω-γραφειοκρατία.

Συνέπεια αυτής της κρίσης δε, υπήρξε η εμφάνιση τάσης διάσπασης των κομμάτων της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς. Ειδικά, οι Σοσιαλιστικοί Συνασπισμοί σε Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία κινδυνεύουν ακόμη και με διάλυση (δεν πρέπει να ξεγελάει η για μόλις 25000 ψήφους νίκη της τελευταίας στις εκλογές του Απριλίου ’06, τίποτα δεν εγγυάται την ομαλή διακυβέρνηση της γείτονος). Όταν το 1989 κατέρρευσε το καθεστώς του υπαρκτού σοσιαλισμού, τα Κομμουνιστικά Κόμματα απομονώθηκαν, ενώ η Κεντροαριστερά προσχώρησε στο Ευρωπαϊκό Ιδεώδες (βλέπε εν Ελλάδι την κίνηση των Εκσυγχρονιστών Σημίτη). Έτσι συγκροτήθηκε μια γραφειοκρατία στις Βρυξέλλες, με σοσιαλδημοκρατική πολιτική λογική και απολύτως θολή οικονομική φιλοσοφία, η οποία στην προσπάθειά της να επιταχύνει την ενοποίηση της Ευρώπης, παρέδωσε το «ευρώ» στην αποκλειστική δικαιοδοσία των κεντρικών τραπεζών, οι οποίες προσχώρησαν στον πιο ακραίο μονεταρισμό. Δημιουργήθηκε μία πολιτική ελίτ με τις πιο αντιφατικές ιδεολογικές βάσεις και την πλέον αντιφατική πολιτική. Ευαγγελιζόταν αναδιανομή των κοινωνικών πόρων και συρρίκνωνε συνεχώς τους πόρους προς αναδιανομή. Υπερασπιζόταν το κοινωνικό κράτος και ανεχόταν την εφαρμογή νομισματικής πολιτικής που αύξανε συνεχώς την ανεργία. Οι Κεντροαριστεροί κοντεύουν να πάθουν ότι έπαθαν οι Κομμουνιστές το 1989· κατάρρευση ολόκληρου του ιδεολογικού τους οικοδομήματος στο οποίο στήριζαν την πολιτική επιρροή τους και την ηγεμονία τους στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Επίσης, η μαζική διεύρυνση της ΕΕ με 10 νέα κράτη και άλλα τόσα σχεδόν στα πρόθυρα (Κροατία, Τουρκία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ουκρανία, Βαρδαρία), όχι μόνο μποϋκοτάρει το όραμα της Ολοκλήρωσης, αλλά συμβάλει στην δημιουργία μίας Ευρώπης δύο ταχυτήτων, από τη μία ο γαλλογερμανικός άξονας και από την άλλη οι παρίες.

Παρασκευή, Ιουνίου 12, 2009

Αλεπού η Κολοβή



Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος του Αισώπου που πιστεύω ότι ταιριάζει στην πολιτική. Σύμφωνα με το μύθο αυτό, μια αλεπού με κομμένη ουρά παραινούσε κ τις άλλες αλεπούδες να κόψουν τις ουρές τους, γιατί δεν τις ωφελούν σε τίποτα κ είναι περιττό βάρος γι’ αυτές. Ο μύθος της «Κολοβής Αλεπούς» ταιριάζει σε εκείνους που δίνουν συμβουλές στους άλλους όχι για να τους ευνοήσουν, αλλά για να κερδίσουν οι ίδιοι. Κάπως έτσι δεν γίνεται κ στην πολιτική;

Πολλά ειπώθηκαν όλες αυτές τις μέρες για το υψηλό ποσοστό αποχής (48%) των Ευρωεκλογών. Γιατί όμως κανείς δεν εμπιστεύεται την πολιτική; Οι πολίτες έχασαν την εμπιστοσύνη τους, γιατί οι πολιτικοί δεν είναι ειλικρινείς. Τόσο οι πολιτικοί, όσο κ τα κόμματα έκαναν τον κόσμο να νιώθει αποστροφή για την πολιτική. Ποιός πιστεύει πως υπάρχουν πολιτικοί που όσα υποστηρίζουν είναι αληθινά ή ενδιαφέρονται πραγματικά για προβλήματα των πολιτών κ δεν του αποπροσανατολίζουν με την προπαγάνδα τους;

Κάποτε είπε ένας πολίτης σε έναν «παλαίμαχο» πολιτικό: «Πρέπει να ιδρυθούν νέα κόμματα, που να λένε στον κόσμο την αλήθεια, να διαλύουν τους μύθους κ τις ψευδαισθήσεις κ να εμποδίζουν τη δημιουργία νέων μύθων κ ψευδαισθήσεων» κ εκείνος απάντησε επί λέξει: «έτσι δεν πολιτεύεστε !»

Όταν στα περισσότερα κόμματα ισχύει, αντί για δικαιοσύνη, το μαρξιστικό «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», τότε δεν λειτουργεί η δημοκρατία, αλλά μια μορφή ολοκληρωτισμού.

Στη δημοκρατία όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό. Η κρίση κ η αρχή είναι του πολίτη κ όχι των κομματικών στελεχών. Οι πολίτες όσον αφορά τα κόμματα ούτε οπαδοί τους είναι, ούτε ψηφοφόροι τους. Δεν είναι υποχρεωμένοι να κουβαλούν την ψήφο κάποιου κόμματος εσαεί. Έχουν το δικαίωμα να κρίνουν ελεύθερα κ να μετέχουν στην εξουσία. Μετέχουν αρχής κ κρίσεως, που έλεγαν κ οι προγονοί μας.

Δεν είναι η εξουσία των κομμάτων, αλλά των πολιτών. Τα πολιτικά κόμματα αντί να μετατρέπουν τους πολίτες σε οπαδούς τους πρέπει να τους υπηρετούν. Διαφορετικά εκείνοι θα τιμωρούν την αλαζονεία τους, με το μόνο τρόπο που μπορούν, δια της αποχής. Κ ας δίνουν άλλες ερμηνείες τα πολιτικά κόμματα στην αποδοκιμασία των πολιτών. Τα ψέματα συνήθως ξεγελούν είτε πολλούς για λίγο είτε λίγους για πολύ. Μα δεν μπορούν να ξεγελούν τους πάντες για πάντα.

Είναι το λιγότερο απαράδεκτο κάποια κόμματα να λαμβάνουν προκαταβολικά την κρατική επιχορήγηση ως κ το 2016 για να προπαγανδίζουν τις «μη θέσεις» τους ή το «μη έργο» τους. Κανείς δεν είναι τόσο αφελής για να πιστέψει ότι τα χρήματα αυτά ξοδεύονται χάριν των πολιτών ! Απόδειξη η αποχή του 48%.

Η αποχή δεν είναι αδιαφορία μόνον. Αδιαφορία ίσως είναι κ το να ψηφίζεις κανείς μηχανιστικά από συνήθεια κ χωρίς αίσθημα ευθύνης. Η αποχή είναι υπεύθυνη στάση αποδοκιμασίας των κομμάτων, αρκεί να μην εκχυδαΐζεται με ψευτοδιλήμματα «ωχαδελφισμου» (πχ. παραλία ή κάλπη;).

ΥΓ. Για τους 1εκ απέχοντες υποστηρικτές του κυβερνόντος κόμματος