Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, Μαΐου 19, 2011

Μεγάλο κράτος, Μικρή Ελλάδα

Δημήτρης Φύσσας

http://angelapagano.files.wordpress.com/2011/05/system-failure1.jpg 

 

Το μαγαζί «Ελλάδα» βαράει διάλυση μπροστά στα μάτια μας, διάλυση που δε βλέπω τι θα μπορούσε να την ανακόψει. Δεν αναφέρομαι σε πολιτικοκοινωνικά όπως η Κερατέα, το μεταναστευτικό, η σχέση με την ΠΓΔΜ κλπ (όλα αυτά είναι επιφαινόμενα), αλλά σε οικονομικά ζητήματα (που είναι η ουσία)- και μάλιστα στη χρεοκοπία. Το Μνημόνιο ήταν μια ευκαιρία για μια κάποια αρχή, ένα πρώτο νοικοκύρεμα. Ένα χρόνο και κάτι μετά, είναι φανερό ότι το μαγαζί «Ελλάδα» δεν τραβάει άλλο. Το Μνημόνιο δεν εκπληρώθηκε στο σύνολό του, δε διευρύνθηκε, δεν προχώρησε- αντιθέτως υπονομεύτηκε. Μόνο στους αθρόους διορισμούς στο Δημόσιο φαίνεται να έχει υπάρξει μείωση, καθώς και μια ελαφρότατη κάμψη του πληθωρισμού. Συνολικά όμως η κατάσταση δεν είναι καλύτερη: η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι ο παρίας της Ευρώπης.

Το Μνημόνο εφαρμόστηκε στους αδύνατους και δεν εφαρμόστηκε στους δυνατούς. Οι συντεχνίες διατηρήθηκαν, οι πολιτικοί δε χάσανε τίποτα (διεκδικούνε κιόλας, ενώ εξακολουθούν να διατηρούν από δεν ξέρω πόσους δημόσιους υπάλληλους ο καθένας!), η ορθόδοξη εκκλησία δεν πληρώνει τίποτα (ζητάει κιόλας εξαίρεση από το πλαφόν των διορισμών!), οι υπάλληλοι στη Βουλή και στην Προεδρία της Δημοκρατίας συνεχίζουν να τα παίρνουν χοντρά, οι δικαστές ζητάνε επίσης περισσότερα (επειδή, λέει, δουλεύουν κατ΄ οίκον- στην έδρα όμως κάθε πότε ανεβαίνουν;), τα εφάπαξ και οι μισθοί των ΔΕΚΟ συνεχίζουν πλησίστια, οι εξοπλισμοί καλά κρατούν, το σκάνδαλο της ύπαρξης της ΕΡΤ διαιωνίζεται, οι επιχειρηματίες που κάνουν μπίζνες με το Δημόσιο διατηρούν τα υπερκέρδη τους, οι μονοπωλιακές κοινωνικές ομάδες διατηρούν λίγο πολύ τα προνόμιά τους, οι συνδικαλιστικές ενώσεις το ίδιο (ΕΣΗΕΑ, ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ κλπ), τα λαδώματα εξακολουθούν να είναι καθεστώς σε νοσοκομεία / εφορείες / πολεοδομίες / άδειες οδήγησης κλπ, τα κόμματα χρηματοδοτούνται πάντα από τον προϋπολογισμό, η δημόσια περιουσία παραμένει άχρηστη (μάλιστα κάθε απόπειρα πώλησής της επισύρει θρήνους), διάφορες επιχορηγήσεις δίνονται από τον προϋπολογισμό δεξιά κι αριστερά κλπ κλπ.

Ουδείς από το κατεστημένο των ισχυρών έδωσε το καλό παράδειγμα. Δεν είδα έναν πολιτικό, μητροπολίτη ή στέλεχος ΔΕΚΟ να πει «παραιτούμαι από όλες μου τις προσόδους, θα ζήσω με 1.500 €/μήνα, λόγω κρίσης». Όχι μόνο δεν έγινε αυτό, μα όλα εξακολουθούν να συγκαλύπτονται και να γίνονται όπως πριν. Οι τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης Καραμανλή παραγράφτηκαν. Ο Εφραίμ ξαναγυρίζει στο πασαλίκι του μετά Βαϊων και κλάδων. Ο Τσουκάτος, που στο κάτω κάτω παραδέχτηκε ότι πήρε χρήματα, δε διώχτηκε. Η Βουλή συνεχίζει ν΄ απορρίπτει αιτήσεις για άρση ασυλίας βουλευτών, των οποίων το ειδικό καθεστώς (ετεροδικία - παραγραφή αδικημάτων διατηρείται, με ελάχιστα φτιασιδώματα). Τα ελλείμματα σε Δήμους που τους είχε διοικήσει το ΚΚΕ παλιότερα (Βύρωνας) ή πρόσφατα (Νίκαια) δεν είδα ποτέ να διερευνήθηκαν. Κι ούτε κανένα πλούσιο είδα να κάνει δωρεά στον κρατικό προϋπολογισμό.

Εκείνος ο πολύπαθος ιδιωτικός τομέας, που τόσο κατηγορείται από το κατεστημένο, συνεχίζει να είναι πάντα στην απέξω: οι ιδιωτικοί υπάλληλοι και εργάτες, οι περισσότεροι αυτοαπασχολούμενοι, οι απολυμένοι, οι μετανάστες, οι ανύπαντρες μανάδες, οι επιχειρηματίες που προσπαθούν δίχως να έχουν σχέση με το Δημόσιο, οι μη επιδοτούμενοι αγρότες, οι συνταξιούχοι, τα στελέχη των επιχειρήσεων, οι άνεργοι νέοι που έχουν ιδέες αλλά ήδη μεταναστεύουν: μάλιστα απ΄αυτές τις ομάδες κυρίως αντλήθηκαν τα προσθετα έσοδα του Μνημονίου. Από κοντά και οι κατώτεροι, μη προνομιούχοι δημόσιοι υπάλληλοι (γιατί υπάρχουν και τέτοιοι, κακοπληρωμένοι και με μειώσεις μισθού). Και φυσικά οι άνθρωποι του κατεστημένου, για να είναι σίγουροι, συνεχίζουν να κατηγορούν και να στραγγαλίζουν τον ιδιωτικό τομέα, που ούτε χρήματα τρώει, ούτε προνόμια έχει, ενώ ζει στην αβεβαιότητα της γραφειοκρατίας, της υπερφορολόγησης, της χρεοκοπίας και της απόλυσης (επαναλαμβάνω: εξαιρώ όσες επιχειρήσεις μπιζνάρουνμε το Δημόσιο). Το κατεστημένο ελπίζει ότι τη στιγμή της τελικής διάλυσης -όταν οι κεντρόφυγες τάσεις θ΄ απελευθερωθούν και ο κόσμος, πεινασμένος και άνεργος και αγανακτισμένος, θα κατέβει στους δρόμους- ελπίζει λοιπόν ότι ο κόσμος θα στραφεί εναντίον των «κακών πλουσίων». Μόνο που δε θα έχουν βουλιάξει αυτοί την Ελλάδα.

Επειδή λοιπόν οι κατεστημένες δυνάμεις δε μπορούν/ δε θέλουν / δεν τολμάνε να πάνε μπροστά, ενώ παράλληλα διατηρούν τις κυρίαρχες θέσεις τους στην οικονομία, την πολιτική και την κοινωνία, δεν μπορούν να κάνουν οτιδήποτε αληθινά σωστικό. Προτιμάνε να κρατήσουν τα προνόμια τους, τις παροχές, τις αργομισθίες, τις παχυλές αμοιβές, τη μονιμότητα, τη μη σύνδεση μισθού - παραγωγικότητας κλπ, έστω κι αν αυτό οδηγήσει στη διάλυση της ελληνικής οικονομίας - κοινωνίας, παρά να παραιτηθούν απ΄όλα αυτά που τους χαρακτηρίζουν. Δε βλέπουν ότι με τη διάλυση της ελληνικής οικονομίας και τη συνακόλουθη διακοπή των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ακόμα και με την αποπομπή μας από το ευρώ, όλοι τους θα χάσουν τα προνόμια που έχουν. Δε βλέπουν ότι η (πιθανότατη) λαίλαπα που έρχεται θα συμπαρασύρει και τους ίδιους.

Όσοι πάλι είμαστε εκτός συστήματος, βλέπουμε την επερχόμενη καταστροφή, αλλά δεν μπορούμε να την αποτρέψουμε. Δεν έχουμε δύναμη στα χέρια μας. Τι πρόταση να υποβάλεις, τι λύση να προτείνεις, τι πιθανή προοπτική να διατυπώσεις; Τι προσφέρει το να γράφεις και να σε βρίζουν οι εκφραστές του κατεστημένου; ΄Ολοι οι Έλληνες θα έπρεπε να έχουμε προκρίνει την Ελλάδα, εννοώ την ελληνική κοινωνία, έναντι του Δημοσίου. Αυτό δεν έγινε. Τώρα πια, τα επίχειρα έρχονται.

Η Ευρώπη, πάλι, μάς έχει χεσμένους (δικαίως) γιατί αυτοχειριαστήκαμε: καταφέραμε και δημιουργήσαμε ένα σύστημα που τώρα τρώει (και χωνεύει) τη ίδια τη συλλογική έννοια «Ελλάδα». Η Ευρώπη ήταν παλιά η τελευταία μας ελπίδα, μα η Ελλάδα δε μετράει για τη Δύση όσο και όπως μέτραγε κάποτε, ώστε να μας στηρίζουν βρέξει χιονίσει. Οι μόνοι που θα μπορούσαμε να έχουμε εκπονήσει «σχέδιο Μάρσαλ» ήμασταν εμείς οι ίδιοι- και δεν το κάναμε.

Όσο για τα περί ενίσχυσης των ακραίων τάσεων στο πολιτικό φάσμα, όσο και τα περί «κυβέρνησης συνασπισμού των κομμάτων εξουσίας», εγώ τ΄ ακούω βερεσέ. Το πρόβλημά μας δεν είναι ποιοι θα κυβερνάνε, είναι τι πολιτική θα εφαρμόζουν. Και τα μείζονα ελληνικά πολιτικά κόμματα (από το ΚΚΕ μέχρι τη Νέα Δημοκρατία) είναι κρατικιστικά, έχουν στο κεφάλι τους ένα μεγάλο κράτος (δηλαδή: έχουν ευθύνη για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση). Δε θέλουν να καταλάβουν ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κράτος, τόσο μικρότερη είναι η Ελλάδα. Οι δε εκσυγχρονιστικές δυνάμεις είναι άτολμες, κατακερματισμένες σε διάφορους σχηματισμούς ή παλιά κόμματα και χωρίς ευρύ ακροατήριο. Και τώρα πια, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι ενώνονταν και βγαίναν μπροστά, δεν προλαβαίνουν να κάνουν τίποτα.

Όπως επίσης ακούω βερεσέ τις θεωρίες συνωμοσίας. Καγχάζω όταν ακούω τους πολιτικούς να κατηγορούν τις αγορές: ας διαχειριζόσουνα καλύτερα τα δημοσιονομικά, ώστε να μην έχεις ανάγκη τις αγορές ή, αν τις έχεις, να δανείζεσαι με χαμηλά επιτόκια. Καγχάζω όταν ακούω τις επιθέσεις εναντίον της τρόικας και του Μνημονίου: ας τα ΄φερνες βόλτα σωστά, ώστε να μην έχεις ανάγκη τους ad hoc μηχανισμούς στήριξης. Καγχάζω όταν ακούω το Μίκη Θεοδωράκη και τόσους άλλους να λένε (με τις παραλλαγές του ο καθένας) ότι οι ξένοι μάς εκδικούνται / μάς ζηλεύουνε / μάς υπονομεύουνε / μάς κάνουν πειραματόζωα κλπ κλπ, επειδή εμείς είμαστε Έλληνες με 4.000 χρόνια ιστορία, ενώ αυτοί είναι Φράγκοι / ανθέλληνες / (παραλλαγή:) ανθέλληνες Εβραίοι / εχθροί της ορθοδοξίας / φιλότουρκοι κλπ κλπ. Εμείς συνεχίζουμε να καταναλώνουμε ιστορία (και μάλσιτα στην ελληνική εκδοχή της Αιωνίου Ελλάδος), ενώ ο υπόλοιπος κόσμος ζει κατά βάση στο παρόν.

Τέλος, βερεσέ ακούω και τα περί καπιταλισμού και κρίσης. Πρώτο, άλλη αιτία είχε η κρίση στην Αργεντινή (εκεί μάλιστα έμοιαζε, κάπως, με τι δική μας)∙ επίσης, άλλη στις ΗΠΑ, άλλη στην Ισλανδία, άλλη στην Ιρλανδία κι άλλη στην Πορτογαλία (και σ΄αυτές τις χώρες, μάλιστα, φαίνεται πως μπήκε το νερό στ΄ αυλάκι για το ξεπέρασμά της). Και δεύτερο, ούτε έχουν όλες οι καπιταλιστικές χώρες κρίση. Καπιταλισμό έχει και η Ολλανδία και ο Καναδάς και η Ιαπωνία μια η Κύπρος και η Τουρκία και η Δανία και η Πολωνία και το Ισραήλ και η Ινδονησία και η Σλοβενία και η Φινλανδία: κρίση όμως δεν έχουνε. Εμείς εδώ έχουμε και παραέχουμε κι είναι δική μας, καταδική μας. Ελληνικότατη.

Ταυτίσαμε την Ελλάδα με το Δημόσιο και τώρα πια αυτό είναι αργά ν΄ αλλάξει. Μάθαμε, αντί να δουλεύουμε και ν΄αναπτύσσουμε πρωτοβουλίες, να μπαίνουμε στο Δημόσιο και να το αρμέγουμε. Τώρα λοιπόν, αγκαλιά με το Δημόσιο που τη στραγγαλίζει, η Ελλάδα, όπως την ξέραμε, τελειώνει. Τουλάχιστον όμως να θυμόμαστε τις αληθινές αιτίες αυτού του τέλους, όχι εκείνες που θα παπαγαλίζουν οι οραματιστές της δήθεν «παλιάς καλής εποχής».

Βάλαμε το ίδιο το Δημόσιο να εφαρμόσει το Μνημόνιο, δηλαδή να μειώσει και να εξυγιάνει τον εαυτό του- κάτι που φυσικά δε θα μπορούσε να γίνει. Βάλαμε δηλαδή το λύκο να φυλάει τα πρόβατα. Μου φαίνεται σχεδόν βέβαιο ότι στο όχι μακρινό χρονικό διάστημα θ΄ ακολουθήσει χρεοκοπία και, συνακόλουθα, κατάσταση ζούγκλας στην κοινωνία μας. Μακάρι να διαψευστώ, αλλά δεν το νομίζω.

 

Τρίτη, Μαΐου 17, 2011

Ας τα δούμε όλα από την αρχή

Του Πασχου Mανδραβελη

Δεν είναι δέκα τα πράγματα που πρέπει να γίνουν για να σωθεί η χώρα. Ούτε καν εκατόν δέκα. Είναι χιλιάδες κι όλα αλληλένδετα. Γι’ αυτό οι κουβέντες δεν καταλήγουν πουθενά. Η συζήτηση μοιάζει με φαύλο κύκλο. Ναι: η (μη) λειτουργία της Δικαιοσύνης είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του τόπου. Για να έχουμε όμως αδέκαστους δικαστές πρέπει να τους αμείβουμε καλά. Για να πληρώνουμε πολλά λεφτά, πρέπει η εφορία να τα μαζεύει. Για να τα μαζεύει πρέπει οι φοροφυγάδες να ξέρουν ότι η Δικαιοσύνη θα τους τιμωρήσει και συνεπώς θα λειτουργεί. Η Δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, λεφτά δεν μαζεύονται, άρα αδιέξοδο...

Αδιέξοδο; Μα δεν λέμε ότι «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα»; Πώς γίνεται και η δική μας δημοκρατία σε κάθε πρόβλημα βρίσκει τοίχο; Πώς γίνεται να μην έχουμε λύσει ούτε καν το πρόβλημα των σκουπιδιών της Αθήνας; Πώς γίνεται να έχουμε μάχες στους δρόμους για ένα πρόβλημα που αντιμετώπισαν όλες οι δυτικές πόλεις και το έλυσαν χωρίς μολότοφ και ΜΑΤ;

Μήπως, τελικά, είμαστε ένα Ιράκ (χωρίς –προς το παρόν, τουλάχιστον– τις αυτοσχέδιες βόμβες) όπου η δημοκρατία δεν ανθεί όσο κι αν την υμνούμε;

Μήπως μάς πρέπει τελικά ένας ανατολίτικου τύπου «αριστοκρατικός δεσποτισμός» για να μπορούμε να συμβιώνουμε; Το τελευταίο ακούγεται σαν νεολογισμός, αλλά είναι μια άποψη που συγκεκαλυμμένα καλλιεργείται χρόνια, είτε διά κάποιας «κυβέρνησης αρίστων, που θα μάς βγάλει από το τέλμα», είτε διά της ευχής «να υπάρξει ένας Πούτιν και στην Ελλάδα».

Σύγχυση δικαιωμάτων

Το βασικότερο πρόβλημα της Ελλάδας είναι ότι δεν έχει μάθει να λύνει προβλήματα. Δεν έχει κατανοήσει τον δημοκρατικό κανόνα, το μόνο εργαλείο που έχουν οι άλλες χώρες της Δύσης για να προκόβουν. Υπάρχει σύγχυση μεταξύ των ατομικών δικαιωμάτων και του δικαιώματος της πλειοψηφίας να αποφασίζει. Υπάρχει σύγχυση μεταξύ της παράνομης βίας των πολιτών και της νόμιμης βίας του κράτους· μεταξύ του κοινωνικού συμβολαίου και του κράτους πρόνοιας· μεταξύ ενημέρωσης και εξουσίας· μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτά τα δικαιώματα.

Υπάρχει σύγχυση λέξεων και συνεπώς εννοιών. Στην Ελλάδα κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα του διαλόγου ένας χύδην μεταμοντερνισμός του τύπου «ο αστυνόμος είναι όργανο, το μπουζούκι είναι όργανο, άρα ο αστυνόμος είναι μπουζούκι». Αυτός διαχέει τη σύγχυση και δεν αφήνει τους πολίτες να ξεκαθαρίζουν προτεραιότητες, λύσεις και το κόστος. Αυτό που επίσης δεν κατανοήσαμε είναι ότι δεν υπάρχουν λύσεις χωρίς κόστος. Κάθε λύση έχει κάποιο κόστος, απλώς πρέπει να βρούμε εκείνες τις λύσεις όπου το όφελος θα είναι μεγαλύτερο από το κόστος.

Παιδεία και παίδεμα

Η αποσαφήνιση όλων αυτών χρειάζεται παιδεία· όχι μόνο σχολειά αλλά παίδεμα, διάβασμα, ενημέρωση, προβληματισμό. Ακόμη κι αυτή την έννοια της παιδείας δεν την έχουμε αποσαφηνίσει. Δεν είναι μόνο ότι τη θεωρούμε κάτι σαν αναγκαίο κακό πριν από την πρόσληψη στο Δημόσιο (εξ ου και ο μοναδικός στην οικουμένη όρος «αδιόριστοι καθηγητές») αλλά δεν κατανοούμε ότι η Παιδεία προϋποθέτει τον παιδεμό. Δεν υπάρχει αυτό που λέμε «δημοκρατική παιδεία». Το διάβασμα πριν γίνει ευχαρίστηση είναι καταναγκασμός. Η σχέση διδασκόντων - διδασκομένων είναι από τη φύση της εξουσιαστική. Κάποιος μιλάει και κάποιοι ακούν. Ενας βαθμολογεί και πολλοί βαθμολογούνται. Κάποιος (μεγαλύτερος) αποφασίζει και κάποιοι (μικρότεροι) υφίστανται τις αποφάσεις του.

Γι’ αυτό ας αφήσουμε πίσω μας τις ανοησίες του Μάη (ναι, η ελευθερία είναι σημαντική, αλλά για να πραγματωθεί απαιτείται να υπάρχει η «τυραννία της πλειοψηφίας») κι ας γυρίσουμε στην αρχή. Να ξεσκονίσουμε τα κιτάπια για το Κοινωνικό Συμβόλαιο, τις πραγματείες περί διακυβέρνησης, το «Περί ελευθερίας» του Τζον Στιούαρτ Μιλ. Να κάνουμε τη συζήτηση που πιθανότατα οι μεγαλοϊδεατισμοί του παρελθόντος δεν μάς επέτρεψαν να κάνουμε ώς τώρα. Να καταλάβουμε τι σημαίνει η έννοια πολίτης: γιατί σε μια δημοκρατία είναι το σημαντικότερο αξίωμα, αλλά και γιατί έχει τις περισσότερες υποχρεώσεις.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι η δημοκρατία είναι ιερή διότι είναι ο μόνος μηχανισμός που έχουμε για να διευθετούμε αναίμακτα τις κοινωνικές και τις προσωπικές αντιθέσεις. Οφείλουμε να καταλάβουμε ότι νόμος δεν είναι το δίκιο κανενός, αλλά η έκφραση της πλειοψηφίας. Οτι τα ατομικά δικαιώματα είναι ιερά και απαράγραπτα, αλλά δεν είναι όλα τα δικαιώματα ατομικά· αλλά ούτε και οι επιθυμίες είναι δικαιώματα. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν επιβουλεύεται μόνο το κράτος τα δικαιώματά μας αλλά και οργανωμένες ομάδες που αυτοπροσδιορίζονται ως εκφραστές λαού, χωρίς κανείς να τους το έχει ζητήσει και χωρίς καμιά διαδικασία νομιμοποίησης.

Συμβόλαιο ανταλλαγής

Οφείλουμε επίσης να καταλάβουμε ότι το κοινωνικό συμβόλαιο είναι μια ανταλλαγή: δώσαμε το μονοπώλιο της βίας στο κράτος για να έχουμε το δικαίωμα στην ασφάλεια. Οτι το δικαίωμα στην ασφάλεια δεν απειλείται μόνο από το κράτος και τις οικονομικές ελίτ. Απειλείται και από οργανωμένες ομάδες που δικαιολογούν τις βιαιοπραγίες τους με κάποια μελλοντικά και πανύψηλα ιδανικά. Οτι ο λόγος δεν είναι βία και η βία δεν είναι λόγος. Οτι ο όρος «συμβολική βία» είναι σχήμα οξύμωρο. Οτι δικτατορία και δημοκρατία δεν είναι το ίδιο πράγμα και ότι το καθήκον αντίστασης στην πρώτη δεν σημαίνει ότι πρέπει να κάνουμε μπάχαλο την δεύτερη. Οτι ο δημόσιος χώρος αξίζει προστασίας, όχι μόνο από τα συμφέροντα αλλά και από τους πολίτες.

Αυτήν τη στιγμή ο καρκίνος στη χώρα είναι καθολικός. Δεν υπάρχει τομέας, ούτε θεσμός που να μην έχει προσβληθεί. Πριν τελευτήσει η κοινωνία –η οποία δεν είναι μόνο οι άνθρωποί αλλά και οι δεσμοί και οι κανόνες που ενώνουν και κανοναρχούν τις πράξεις των ανθρώπων– πρέπει να ανακαλύψουμε τον δημοκρατικό κανόνα. Αυτός έχει δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Εχει ασφάλεια αλλά και τιμωρία για την παραβίαση αυτού του κανόνα.

Αφού τα σιγουρέψουμε όλα αυτά, μπορούμε να προχωρήσουμε στις επιμέρους παθογένειες. Δεν υπάρχει πρόβλημα που δεν μπορεί να λυθεί. Δεν υπάρχει πρόβλημα που λύνεται για πάντα. Δεν υπάρχει πρόβλημα που λύνεται χωρίς συμβιβασμούς. Δεν υπάρχει λύση χωρίς κόστος. Δεν υπάρχει «πάρε» χωρίς «δώσε». Και δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα.

Μόλις κατακτήσουμε τον δημοκρατικό κανόνα, όχι δέκα, αλλά δέκα χιλιάδες προβλήματα μπορούμε να επιλύσουμε.

Οι περιπέτειες του εκσυγχρονισμού

H χώρα έζησε ένα μεγάλο διάστημα με ένα παραλήρημα λαϊκιστικής υστερίας. Πολλοί επείσθησαν ότι μπορεί να υπάρχει πλούτος χωρίς εργασία, μπέρδεψαν την εθνική ανεξαρτησία με την ανέξοδη ρητορεία, κάποιοι επιχειρηματολόγησαν ότι οι υποδομές για την ανάπτυξη είτε είναι κόλπο των καπιταλιστών για να αυξήσουν τα κέρδη τους ή ότι ήταν για τους κουτόφραγκους· εμείς, τέλος πάντων, δεν τις χρειαζόμασταν. Πολλοί ζούσαν σε ένα παραμυθένιο κόσμο. Mε ελπίδες και δράκους. Oι αποτυχίες μας ποτέ δεν εξηγήθηκαν ως προϊόν δικής μας αμέλειας ή αδιαφορίας, αλλά πάντα ήταν αποτελέσματα διεργασιών σκοτεινών δυνάμεων με ακόμη πιο σκοτεινά κίνητρα. H μόνη εμφανής εξήγηση για τα δεινά μας –πάντα στα πλαίσια του παραμυθιού– ήταν η ζήλια. Kάποια αόρατα κέντρα μας ζήλευαν και μας υπονόμευαν.

Τα νεοελληνικά παραμύθια ανακυκλώθηκαν τόσο πολύ που έγιναν σκληρά δόγματα. O ελληνικός ανορθολογισμός έγινε κυρίαρχη ιδεολογία. Oι εχέφρονες βαφτίστηκαν ενεργούμενα τρίτων· φυσικά «εχθρών της χώρας».

Σιγά σιγά όμως το παραμύθι έχασε την εξηγητική του ικανότητα. Mε όρους εθνικής ανεξαρτησίας δεν μπορούσε να γίνει κατανοητό γιατί δεν έχουμε εθνική οδό. Mε όρους ιμπεριαλισμού του κεφαλαίου δεν μπορούσε να εξηγηθεί η χαμηλή παραγωγικότητα στον δημόσιο τομέα. Tο κατά Tόμας Kουν «παράδειγμα» που έχουμε φτιάξει για την εξήγηση της νεοελληνικής πραγματικότητας έχει πλέον εμφανή σημάδια κρίσης. Eίμαστε στη φάση αλλαγής «παραδείγματος».

Tα σημάδια αυτής της μετάβασης ήταν εμφανή από τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Oι Ελληνες άρχισαν να διαισθάνονται τη σαπίλα στο Bασίλειο της Δανιμαρκίας. O κ. Σημίτης εξελέγη το 1996 και το 2000 ως φορέας ελπίδας για την ορθολογικοποίηση και επαναδυτικοποίηση της χώρας. Ομως, απέτυχε. Oι πολυδιάστατες ισορροπίες που προσπάθησε να κρατήσει και με το κόμμα του και με τα ποικίλα συμφέροντα (τα οποία κρατούν δέσμια τη χώρα) υπονόμευσαν αυτό που προσπάθησε να ενσαρκώσει ο κ. Σημίτης. Tην ελπίδα εκσυγχρονισμού της Eλλάδας.

Η αποτυχία του εκσυγχρονισμού φάνηκε ότι χρειάστηκαν μόλις πέντε χρόνια για να ξηλωθεί το οικοδόμημα. Ακόμη και το κορυφαίο επίτευγμά του, η ένταξη της χώρας στην ΟΝΕ, είναι σήμερα υπό αίρεση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο εκσυγχρονισμός δεν έγινε ποτέ κυρίαρχο αίτημα της χώρας, ούτε καν του ΠΑΣΟΚ. Στηρίχθηκε μεν από τα μεγάλα Μέσα Ενημέρωσης, αλλά δεν δουλεύτηκε μέσα στην κοινωνία. Δεν έγινε κτήμα της μεγάλης μάζας και γι’ αυτό δεν υπήρξαν κοινωνικές αντιστάσεις στο ξήλωμα των ελλιπών –αλλά εκσυγχρονιστικών, οπωσδήποτε– μέτρων κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία. Δεν υπήρξε η πολιτική παιδεία σε βάθος με αποτέλεσμα να επαναληφθεί αυτό που έγραφε από το 2002 ο κ. Γιάννης Βούλγαρης: «Η Ελλάδα, πιεζόμενη από την ανάγκη να μη χάσει το τρένο του εκσυγχρονισμού, αποδεικνυόταν δεκτική των εκσυγχρονιστικών τάσεων που έρχονταν από τη Δύση. Αφομοίωνε όμως τις πιο “εύκολες” επιφανειακές και καταναλωτικές όψεις του εκσυγχρονισμού, παρά τα “δυσκολότερα” και απαιτητικότερα παραγωγικά και κοινωνικά μοντέλα...».

Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι σε σταυροδρόμι. Ο κίνδυνος της χρεοκοπίας θα την αναγκάζει να κάνει εκσυγχρονιστικά άλματα. Αν όμως αυτά γίνουν μόνο και μόνο για να μη φύγουμε από το τρένο της Δύσης, αν δεν αλλάξουμε, πραγματικά, παραγωγικό μοντέλο και τρόπο θεώρησης της κοινωνίας, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι εδώ θα είμαστε...

Συναίνεση Υπάρχει

Δημοσιεύτηκε στο Βήμα στις 15 Μαϊου 2011, στην ενότητα Νέες Εποχές με θέμα "Μπορεί να υπάρξει πολιτική συναίνεση;"





του Αρίστου Δοξιάδη

Το πολιτικό προσωπικό της χώρας συναινεί σε πολλά πράγματα, και μάλιστα καθόλου αυτονόητα στην υπόλοιπη Ευρώπη. Για παράδειγμα, στο να υπάρχουν χωριστά ασφαλιστικά ταμεία για κάθε επάγγελμα και κάθε ΔΕΚΟ, με διαφορετικούς όρους συνταξιοδότησης. Για τα πιο ευγενή επαγγέλματα, οι συντάξεις να πληρώνονται από τους φορολογούμενους και τους δανειστές του κράτους. Συναινεί οτι τα ευγενή ταμεία δεν πρέπει να μειώσουν τις παροχές τους όσο το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ.

Συναινεί οτι οι όλοι οι έλληνες γιατροί θα πρέπει να ζουν αξιοπρεπώς από το επάγγελμα τους. Το γεγονός οτι οι γιατροί είναι υπερδιπλάσιοι από όσους χρειαζόμαστε για πολύ καλή κάλυψη των αναγκών υγείας δεν αλλάζει το στόχο, απλώς διαμορφώνει τα μέσα: υπερσυνταγογράφηση, ‘προμήθειες’, φακελάκι .

Συναινεί οτι η καταγραφή, η μέτρηση και οι συστηματικές οικονομικές αναφορές είναι τουλάχιστο άχρηστος μπελάς αν όχι ευθέως απειλητικές, τόσο στο δημόσιο τομέα, όσο και στην εποπτεία του κράτους πάνω στους ιδιώτες.

Συναινεί οτι δεν υπάρχει επιτακτική ανάγκη να βελτιωθεί το δημόσιο σχολείο, το οποίο είναι βολικό πεδίο για συμβολικές αντιπαραθέσεις των κομμάτων. Τα πραγματικά εφόδια για τη ζωή θα τα βρεις στο φροντιστήριο, στο ιδιωτικό σχολείο και στο πανεπιστήμιο του εξωτερικού – αν οι γονείς σου ανήκουν στο ανώτερο πολιτικό προσωπικό οποιουδήποτε κόμματος.

Συναινεί οτι πουθενά στη χώρα δεν μπορεί να εγκατασταθεί μεγάλη βιομηχανική μονάδα, αλλά οτι παντού μπορούν να χτιστούν αυθαίρετες κατοικίες. Οτι η ενεργειακή πολιτική της χώρας δεν χαράζεται από το κράτος, αλλά από τη ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ. Οτι η διαχείριση των απορριμμάτων δεν σχεδιάζεται από τη κυβέρνηση, ούτε από την Περιφέρεια, ούτε από κάθε δήμο για τα δικά του απόβλητα – αλλά από την ελεύθερη βούληση του κάθε καταναλωτή, δημοτικού συμβούλου και εργολάβου.

Σε αυτά και σε πολλά άλλα θέματα οικονομικής διακυβέρνησης και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων η συναίνεση είναι ευρύτατη, από τον ΛΑΟΣ ως το ΚΚΕ, διαχρονική, και πέρα από διακηρυγμένες ιδεολογίες. Εδράζεται μεν σε γενικά στοιχεία της κοινωνίας, όπως η μικροιδιοκτησία και ο ατομισμός, αλλά οφελεί ιδιαίτερα συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, που είναι ο πυρήνας σχεδόν κάθε κομματικής βάσης: τους μισθωτούς του δημοσίου και των ΔΕΚΟ, και τους ελεύθερους επαγγελματίες (δικηγόρους και γενικά επιστήμονες, όχι υδραυλικούς και κουλουράδες).

Οι διαφορές της ελληνικής διακυβέρνησης από τα κυρίαρχα πρότυπα της ευρωζώνης είναι τεράστιες. Η δική μας συναίνεση είναι για κατακερματισμό και προσόδους. Η δική τους είναι για γενικούς κανόνες και παραγωγή έργου. Στο ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος έχουν όλοι περίπου ίση πρόσβαση, και οι πιο αδύναμοι περισσότερη, και στη ρύθμιση της οικονομίας η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας είναι βασικός στόχος.

Το Μνημόνιο λοιπόν, που προωθεί τη συνταγή των ευρωπαίων εταίρων για έξοδο από την κρίση, δεν έχει στόχο μόνο να συμμαζέψει τα δημοσιονομικά, αλλά και να αλλάξει τους θεσμούς της οικονομίας ώστε να μοιάζουν περισσότερο με το δικό τους πρότυπο: εξ ού και οι μετρήσεις στο δημόσιο, οι ενιαίοι κανόνες στις συντάξεις και στην υγεία, οι μηχανισμοί διανομής που παρακολουθούν την παραγωγή αξίας. Γιατί η ευρωζώνη δεν μπορεί να αντέξει τόσο διαφορετικά θεσμικά μορφώματα στο εσωτερικό της. Σε αυτή την πτυχή του Μνημονίου αντιστέκεται πεισματικά το πολιτικό προσωπικό, ενώ στις οριζόντιες περικοπές και στην αύξηση του ΦΠΑ δεν δίστασε και πολύ.

Από μια διακυβέρνηση πιο ευρωπαϊκού τύπου θα είχαν να κερδίσουν άλλες κοινωνικές ομάδες: οι εξωστρεφείς επιχειρηματίες (λίγοι μεγάλοι και πολλοί μικροί), οι μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα, οι σημερινοί άνεργοι, οι συνταξιούχοι των μαζικών ταμείων, όλοι όσοι δεν θα γλιτώσουν από τη φτώχεια με παραθυράκια και ειδικές ρυθμίσεις. Φυσικά υπάρχουν μεγάλες αντιθέσεις στο εσωτερικό αυτού του συνόλου, αλλά από τις συγκρούσεις και τις συνθέσεις, στο ευρωπαϊκό πρότυπο δεν καταρρέει η οικονομία και δεν διαλύεται η κοινωνική συνοχή – τουλάχιστο μέχρι τώρα.

Σήμερα διακυβεύονται δυό ζητήματα αλληλένδετα: ο τύπος της οικονομικής διακυβέρνησης, και η σχέση της Ελλάδας με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Αν το πολιτικό προσωπικό επιμείνει στη δική του συναίνεση, κάποια στιγμή θα αποφασίσει οτι η δραχμή είναι καλύτερη από το ευρώ, γιατί θα μπορεί να τυπώνει όσες θέλει και να συντηρεί τα ελλείμματα. Οι συνεχείς υποτιμησεις θα πλήττουν τους πολλούς, αλλά τα κλειστά επαγγέλματα και οι δημόσιοι υπαλλήλοι θα προστατεύονται με διοικητικά μέτρα. Οι υπόλοιποι θα πρέπει να ζουν όλο και πιο φτωχά, για να συντηρούν τις προνομιούχες ομάδες.

Σε αυτό το σταυροδρόμι είμαστε σήμερα. Για να μείνουμε στο ευρώ, πρέπει να αλλάξουμε τρόπο διακυβέρνησης. Για να τον αλλάξουμε, πρέπει να αποκτήσουν ισχυρή πολιτική έκφραση οι μέχρι σήμερα σιωπηλές ομάδες, αυτές που συμμετέχουν στην παραγωγή. Και να δείξουν στους υπόλοιπους οτι η ελπίδα για τα παιδιά τους βρίσκεται σε μια παραγωγική οικονομία και σε ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος.

Δευτέρα, Μαΐου 16, 2011

Τρεις άξονες για την πολιτική στην εποχή της κρίσης

του Δημήτρη Σκάλκου

@ppol.gr


Είναι πλέον πασιφανές ότι οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τη σημερινή πολυεπίπεδη κρίση που μαστίζει τη χώρα μας. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μία ανήμπορη και μάλλον απρόθυμη κυβέρνηση και σε μία καιροσκοπική και προκλητικά ανεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση, ο τόπος βαδίζει νομοτελειακά σε πολυετές οικονομικό τέλμα, κοινωνική αποδιάρθρωση και διεθνή περιθωριοποίηση.

Ωστόσο, οι απαντήσεις μπορούν και οφείλουν να αναζητηθούν στο πλαίσιο της πολιτικής. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια γι' αυτό είναι η απεμπλοκή της πολιτικής από την καταστροφική ρητορική του λαϊκισμού και η ανανέωση του πολιτικού λόγου με την ανάδειξη σύγχρονων ριζοσπαστικών προτάσεων.

Μία πολιτική υπέρβασης της σημερινής κρίσης πρέπει λοιπόν να κινηθεί γύρω από τρεις κύριους άξονες:

Πρώτο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να απεγκλωβιστεί ο πολιτικός λόγος από τη ρητορική υπέρ ή κατά του «μνημονίου», η οποία συσκοτίζει την ουσία του προβλήματος. Οφείλουμε να αναδείξουμε εκείνες τις πλευρές της κρίσης που, μάλλον εσκεμμένα, παραμένουν στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης. Οφείλουμε να εξηγήσουμε ότι, το διακύβευμα της αυριανής Ελλάδας δεν είναι (μόνο) η άμεση εξασφάλιση της δανειακής ρευστότητας αλλά, πρώτιστα, η αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες και που οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα.

Έχουμε υποχρέωση να πούμε ότι, η δημοσιονομική εγκράτεια δεν είναι αναγκαίο κακό, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση διατηρήσιμης ανάπτυξης. Η μείωση της, πέρα από κάθε λογική, δανειακής μας εξάρτησης δεν αποτελεί αναγκαστική και εξωτερικά επιβαλλόμενη θυσία της σημερινής γενιάς αλλά, αντίθετα, δίκαιη αντιμετώπιση των επόμενων γενεών. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που (φαίνεται να) επιχειρούνται στη λειτουργία των αγορών, δεν αποτελούν άδικη επίθεση στα κεκτημένα κάποιων ομάδων, αλλά αντίθετα είναι αναγκαίες προσαρμογές στη σύγχρονη πραγματικότητα ώστε να αποκτήσει η ελληνική οικονομία ανταγωνιστικότητα και δυναμισμό και η κοινωνική μας πολιτική (επιτέλους!) δικαιοσύνη.

Έτσι λοιπόν, αντί να υπεραμυνόμαστε χωρίς όμως και να πιστεύουμε τις δεσμεύσεις του «μνημονίου» -όπως πρόδηλα εμφανίζεται να το κάνει η κυβέρνηση- αλλά και χωρίς να καταδικάζουμε ανεύθυνα και αφοριστικά το σύνολο του «μνημονίου», όπως με ευκολία πράττει η αντιπολίτευση, καλούμαστε να διαμορφώσουμε μία ρεαλιστική πρόταση για την Ελλάδα του αύριο.

Το «μνημόνιο», πέρα από μία δέσμη δανειακών υποχρεώσεων, πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία συζήτησης και γόνιμης αντιπαράθεσης για την Ελλάδα της επόμενης μέρας. Να οραματιστούμε και να σχεδιάσουμε μία Ελλάδα ανάπτυξης και αλληλεγγύης. Να προωθήσουμε εκείνες τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των αγορών ώστε να παράγονται οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο.

Δεύτερο, οι (όποιες) μεταρρυθμιστικές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να απευθυνθούν σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που στη σημερινή συγκυρία αναδεικνύονται σε προνομιακούς συνομιλητές τους. Πρόκειται για τους «εκτός συστήματος» συμπολίτες μας που δεν απολαμβάνουν προσοδοθηρικά κέρδη και προνόμια που βασίζονται στην ιδιαίτερη σχέση τους με το πελατειακό κομματικό κράτος της μεταπολίτευσης. Να απευθυνθούν σε όλους εκείνους που οι δεσμεύσεις των κατεστημένων πολιτικών κομμάτων αδυνατούν να εκπροσωπήσουν καθώς δεν επιθυμούν να έρθουν σε σύγκρουση με τις συντεχνιακές επαγγελματικές ομάδες που αποτελούν την εκλογική τους βάση και παραδοσιακά τους στηρίζουν.

Το πολιτικό σύστημα οφείλει να ενσωματώσει τους, αποκλεισμένους από την κλειστή αγορά εργασίας, νέους πτυχιούχους αλλά και τους μεγαλύτερους σε ηλικία μακροχρόνια άνεργους, τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που υφίστανται συνεχόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις προκειμένου να χρηματοδοτούνται τα ελλείμματα της αναποτελεσματικής και υπερτροφικής κρατικής μηχανής, τους ελεύθερους επαγγελματίες και μικρο-επιχειρηματίες που ταλαιπωρούνται σε κάθε τους βήμα από την ασφυκτική γραφειοκρατία. Αλλά ακόμη και εκείνους τους ικανούς δημόσιους υπαλλήλους που η έλλειψη αξιολόγησης της απόδοσής τους δεν τους επιτρέπει να αναζητήσουν μία υπηρεσιακή εξέλιξη απέναντι στα μέλη των ισχυρών πολιτικών συντεχνιών και των κομματικών «κολλητών».

Τρίτο, είναι εξαιρετικά κρίσιμο η πολιτική αντιπαράθεση να αφήσει οριστικά πίσω της τον άνευρο, απολιτικό και κρατικιστικό λόγο των δύο γερασμένων μονομάχων της μεταπολίτευσης. Είναι φανερό πως ακόμη και σήμερα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αισθάνονται ανετότερα ακολουθώντας συντηρητικές λογικές και προσπαθώντας να απαντήσουν στα ζητήματα του αύριο με τις επανειλημμένα αποτυχημένες απαντήσεις του χθες. Ωστόσο, οι ιδέες και αξίες της πολιτικής δεν έχασαν τη χρησιμότητά τους. Όμως, οι σημερινές γραμμές διαφοροποίησης δεν βρίσκονται στον απολιθωμένο σχηματικό άξονα «αριστεράς-δεξιάς» αλλά στα επιθυμητά όρια του σύγχρονου κράτους.

Βρίσκονται ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν ένα μικρό, ευέλικτο, ανταποδοτικό και λειτουργικό κράτος που μεγιστοποιεί τα οφέλη της αγοράς και παρέχει σύγχρονες υπηρεσίες και επαρκή κοινωνική προστασία στους ασθενέστερους. Και σε αυτούς που αδυνατούν να απεμπλακούν πολιτικά, ιδεολογικά και ψυχολογικά από τις ξεπερασμένες -αλλά εκλογικά προσοδοφόρες- λογικές του μεγάλου πατερναλιστικού κράτους που ρυθμίζει κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Έχοντας λοιπόν τις παραπάνω παρατηρήσεις κατά νου και σε πείσμα των καιρών αισιοδοξούμε ότι, η κρίση, οι εξωτερικές πιέσεις και η ευρεία συνειδητοποίηση των αδιεξόδων μας μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης αλλαγών για το χρεοκοπημένο πολιτικό μας σύστημα και κατά συνέπεια για τη δυνατότητά μας να αλλάξουμε πραγματικά σελίδα.

Σάββατο, Μαΐου 07, 2011

Η Μια-αλλά Mεγάλη - Αλήθεια

του Πλάτωνα Τήνιου

Ο φιλόσοφος του δικαίου Ronald Dworkin μας θύμισε πρόσφατα την ρήση του Αρχίλοχου «Η αλεπού ξέρει πολλά μικρά πράγματα, όμως ο σκαντζόχοιρος ένα, αλλά μεγάλο» . Τι ξέρει, λοιπόν, ο σκαντζόχοιρος για την Ελληνική οικονομία;




Η Μια-αλλά Mεγάλη - Αλήθεια

Η κρίση χρέους που σήμερα μας βασανίζει δεν είναι παρά σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος. Η κρίση της Ελλάδας είναι συνυφασμένη με όλη την πορεία της μεταπολίτευσης – είναι δηλαδή (με όρους υπολογιστή) hard-wired στο πώς ζούμε. Για να μην επαναληφθεί πρέπει να αλλάξουν ριζικά μια σειρά πράγματα στον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα συλλογικά και οι Έλληνες ατομικά αντιμετωπίζουμε την σχέση μας με την οικονομία και την παραγωγή.

Η συνειδητοποίηση της μιας μεγάλης Αλήθειας δεν αρχίζει με αναδιαπραγμάτευση του χρέους. Αυτή θα έλθει –αν έλθει– ως επιβράβευση και επιστέγασμα της αλλαγής πορείας. Όχι πριν, αλλά μετά και αφού πείσουμε ότι αυτή τη φορά οι αλλαγές δεν είναι –όπως και τις άλλες φορές – απλή βιτρίνα. Αυτό που μετρά δεν είναι η προσπάθεια, αλλά το αποτέλεσμα.

Αλλά και το Μνημόνιο δεν είναι παρά το πρώτο βήμα – αγορασμένο ακριβά με δανεικά. Μας δίνει καιρό για να σχεδιάσουμε την Ζωή μετά το Μνημόνιο. Έχουμε έτσι την πολυτέλεια πριν αλλάξουμε σελίδα, να σκεφτούμε τι θέλουμε να λέει.
Συμβολικό ρόλο στην αλλαγή σελίδας θα έπαιζε και μια ουσιαστική αναθεώρηση του Συντάγματος. Αν πραγματικά εννοούν οι πολιτικές δυνάμεις τις μεγαλοστομίες για αλλαγή, δεν έχουν παρά να συμφωνήσουν μεταξύ τους και – αντί να κρύβονται υποκριτικά πίσω από διατυπώσεις που οι ίδιοι φρόντισαν να διατηρήσουν μόλις το 2007 – να παραδώσουν Σύνταγμα ανοικτό στο μέλλον και όχι φοβικό ανάχωμα σε κάθε συντεχνιακό αίτημα ή προσπάθεια αλλαγής . Αν η πλειοψηφία είναι πράγματι τόσο μεγάλη, όσο και η σύμπνοια στη ρητορική, οι αλλαγές μπορούν να έλθουν σύντομα –όσο σύντομα χρειάζεται για να πείσουν ότι οι αλλαγές είναι οριστικές και οι προθέσεις ειλικρινείς.

Ένα μάθημα: Μπορεί το Κράτος να καταργήσει την αβεβαιότητα;

Στις ΗΠΑ επί χρόνια αυτοί που έπαιζαν με τοξικά προϊόντα αγόραζαν ασφάλιση χρεοκοπίας (CDS) και έτσι θεωρούσαν ότι καλύφθηκαν απέναντι στον κίνδυνο. Μόνο πoυ όλη σχεδόν την ασφάλιση την παρείχε μια μόνο εταιρεία (η ασφαλιστική AIG). Αποτέλεσμα ήταν ότι αντί να διασπείρεται ο κίνδυνος, αυτός στην πραγματικότητα να κάνει ακριβώς το αντίθετο: συγκεντρώθηκε. Ο (υπέρμετρα) φιλόδοξος εγγυητής, οδηγήθηκε ο ίδιος στα πρόθυρα χρεοκοπίας.

Στην Ελλάδα το Κράτος χορηγούσε αφειδώς εγγυήσεις, έδιδε διαβεβαιώσεις και μοίραζε προστασία. Όλοι (και οπωσδήποτε οι εκλεκτοί του) θεωρούσαν ότι ήταν καλυμμένοι. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος να προσαρμοστούν ή να αλλάξουν το σύστημα, παρά μόνο να το ‘θωρακίσουν’ ώστε να το διατηρήσουν τελικά απαράλλακτο. Μόνο που τελικά οι πολλές εγγυήσεις και θωρακίσεις βούλιαξαν –και εδώ– τον εγγυητή.

Τον μηχανισμό αυτό τον βλέπουμε ακόμη σε λειτουργία: Στην παραγωγή, στην εργασία, στις συντάξεις, στην κοινωνική πολιτική, στο περιβάλλον, στην Δικαιοσύνη. Προστατεύοντας τους λίγους τυχερούς, τους επιτρέπει να συνεχίσουν τις ίδιες συμπεριφορές που οδήγησαν σε αδιέξοδο και καταλήγει να κάνει την αλλαγή πορείας όλο και πιο δύσκολη.

Η μεταφορά της ‘μεγάλης αλήθειας’ στην οικονομία έχει να κάνει με την επαναφορά της ευθύνης και υπευθυνότητας στο άτομο και στην σχέση του με τη συλλογικότητα. Σε μια σειρά τομείς πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι (α) το Κράτος αδυνατεί να παρέχει εγγυήσεις, ότι (β) αν δεν αναλάβει την ευθύνη ο ίδιος ο πολίτης ορισμένα πράγματα δεν πρόκειται να γίνουν. Και τέλος ότι (γ) η οικονομική ανάπτυξη συμβαδίζει με την άρση αποκλεισμών και την διεύρυνση της ελευθερίας.

Δέκα ασκήσεις στα νέα οικονομικά


Εμείς οι οικονομολόγοι δεν είμαστε τόσο οικονομικοί, όσο οι φιλόσοφοι:
Το «ένα μεγάλο», πρέπει να οδηγεί σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις- μεσοπρόθεσμους στόχους. Το κάθε μεγάλο ταξίδι ξεκινά με συγκεκριμένα βήματα.
Ακολουθεί μια προσωπική δεκάδα μεγάλων κατευθύνσεων με κάποιες άμεσες κινήσεις για να αρχίσει ο βηματισμός:

- Ριζικός περιορισμός του Κράτους σε αυτά που πραγματικά μπορεί και πρέπει να κάνει. Όλοι – εδώ και χρόνια – συμφωνούν στην θεωρία. Ας αρχίσουμε, λοιπόν, με κάποια άμεσα πρακτικά βήματα:
• Θέσπιση διϋπουργικών κλάδων δημοσίων υπαλλήλων που να μπορούν να μετατίθενται από υπουργείο σε υπουργείο. Αρχή θα πρέπει να γίνει με σώμα οικονομολόγων οι οποίοι θα υπηρετούν σε κάθε υπουργείο και θα καταρτίζουν και παρακολουθούν τον προϋπολογισμό.
• Στόχος σε 3 χρόνια να υπάρχει ένα ενιαίο δημοσιοϋπαλληλικό σώμα με δυνατότητα μετάθεσης υπαλλήλων από υπουργείο σε υπουργείο.
• Κατάργηση της στρατιωτικής θητείας και πώληση ή αξιοποίηση της πλειοψηφίας των στρατοπέδων.
• Κατάργηση υπηρεσιών ή ολόκληρων υπουργείων που δεν έχουν (ή δεν θα έπρεπε να έχουν) πλέον αντικείμενο.
• Εκκαθάριση δικαστικών υποθέσεων με αξιοποίηση δικαστικών εισαγωγής – είτε από την Κύπρο είτε από την συνταξιοδότηση με στόχο τον περιορισμό της αρνησιδικίας – αρχίζοντας από αστικές υποθέσεις.
• Υποχρεωτική επιμόρφωση δικαστικών στα οικονομικά.

- Αξιοποίηση της δυνατότητας συλλογικής αποταμίευσης στις συντάξεις. Το σύστημα συντάξεων έχει στόχο να προετοιμάζει για το μέλλον και όχι να διανέμει προνόμια σε μερικούς κλάδους σε βάρος άλλων. Διαμόρφωση ενός συστήματος που αποσύρει την κρατική εγγύηση/επιδότηση από τις υψηλότερες συντάξεις και το αφήνει να επικεντρωθεί στις χαμηλές εκεί που υπάρχει ανάγκη. Προετοιμάζεται ένα σύστημα ατομικών λογαριασμών ώστε να υπάρχει διαφάνεια και σαφήνεια και να επιτρέπει τον πραγματικό προγραμματισμό ζωής. Άμεσα βήματα:
• Θέσπιση ενιαίου συστήματος είσπραξης εισφορών για όλα τα Ταμεία ασφάλισης. Κατάργηση των συνεισπραττομένων εισφορών πλην αυτής του ΟΑΕΔ. (Στράτευσης,, ΔΛΟΕΜ, ΟΕΚ). Πλήρης Κατάργηση Εργατικής Εστίας, ΟΕΚ.
• (Μεσοπρόθεσμα) Καθορισμός της έννοιας του ‘κλαδικού προνομίου’. Μεταφορά του οικονομικού κόστους της διατήρησης όσων προνομίων είναι να διατηρηθούν στους ίδιους τους ωφελούμενους με ταυτόχρονη αποζημίωση του Δημοσίου.

- Μια πραγματική κοινωνική πολιτική – που ασχολείται με τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα. Η κοινωνική πολιτική πρέπει να δείξει ότι ασχολείται με τα μεγάλα προβλήματα και ότι δεν αποτελεί απλώς πρόσχημα χορήγησης προνομίων. Τώρα με την κρίση χρειάζεται περισσότερο παρά ποτέ:
• Ένα δίχτυ προστασίας και ενεργοποίησης ανέργων που βασίζεται στην εργασία και είναι ανεξάρτητο από τις ανακρίβειες του φόρου εισοδήματος.
• Έλεγχος δαπανών υγείας και πάταξη της διαπλοκής μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού συστήματος. Ένα σύστημα υγείας που προάγει την υγεία και όχι την οικονομική θέση των προμηθευτών και των επαγγελματιών υγείας.
• Διαμόρφωση συστήματος ασφάλισης και παροχής φροντίδας. Θέσπιση νέου υποχρεωτικού κλάδου ασφάλισης μακροχρόνιας φροντίδας ηλικιωμένων με 1% επί των αποδοχών. Πιστοποίηση ιδιωτικών δομών και επαγγελμάτων φροντίδας.

- Άρση αποκλεισμών. Εξασφάλιση συμμετοχής σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού που σήμερα αποκλείονται ή περιορίζονται σε δεύτερους ρόλους. Προστασία του εργαζομένου και όχι της θέσης εργασίας. Πραγματική ισότητα των φύλων, καταπολέμηση της ανεργίας των νέων
• Ευελιξία στην αγορά εργασίας. Δυνατότητα εργασίας με μειωμένο ωράριο για μητέρες, ηλικιωμένους, συνταξιούχους αναπηρίας και όποιον το επιθυμεί.
• Προαγωγή του εθελοντισμού και της εθελοντικής εργασίας ιδίως σε τομείς φροντίδας ή περιβάλλοντος.
• Κουπόνια για βρεφονηπιακή προστασία εξαργυρώσιμα σε δημοτικές ή ιδιωτικές πιστοποιημένες δομές επί ίσοις όροις.
• Ευκαιρίες κοινωνικής ένταξης μεταναστών. Προγράμματα προώθησης της ένταξης. Άνοιγμα της διαδικασίας χορήγησης ιθαγένειας.
• Τζαμί στην Αθήνα και στην Θεσσαλονίκη.

- Επιχειρηματικότητα – Εργασία. Αντί υπερπροστασίας για τους τυχερούς και ασυδοσίας για τους πολλούς, προσαρμογή της προστασίας στο ίδιο επίπεδο για όλους.
• Περιορισμός του μεγάλου αριθμού φόρων στις επιχειρήσεις. Σημασία έχει το συνολικό ποσό που αφαιρείται και όχι πόσες ξεχωριστές ‘επιδρομές’ το εξασφαλίζουν.
• Φορολογική ελάφρυνση των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων με στόχο μεσοπρόθεσμα να μεταβούμε σε φόρο επί της δαπάνης/ κατανάλωσης και όχι εισοδήματος
• Περιορισμός των οριακών συντελεστών του φόρου εισοδήματος σε 3 το πολύ.
• Ριζική απλούστευση του πτωχευτικού κώδικα.
• Αναβάθμιση των θεσμών εκπροσώπησης εργαζομένων – απαίτηση ελάχιστης στήριξης (απαρτίας) για την έναρξη κινητοποιήσεων.

- Περιβάλλον. Αλλαγή της αντίληψης ότι η προστασία του περιβάλλοντος συνίσταται απλώς σε μια σειρά από απαγορεύσεις. Η αναβάθμιση του περιβάλλοντος περνά μέσα από τον μηχανισμό της αγοράς και τα κίνητρα. Η αποκατάσταση της περιβαλλοντικής ισορροπίας ισοδυναμεί με την αναδρομική είσπραξη ποσών/ επιβαρύνσεων και έτσι μπορεί να είναι πηγή μεγάλης δημοσιονομικής συμβολής.
• Εντάξεις στο σχέδιο πόλης περιοχών που είναι ήδη δομημένες.
• Πληρωμή για είσοδο αυτοκινήτων στον δακτύλιο σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο.
• Χρέωση του λιγνίτη στο πραγματικό του κόστους (μαζί με την ρύπανση) και αντανάκλαση αυτού στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.
• Περιβαλλοντικός φόρος στο CO2.
• Ποδήλατα στην Αθήνα!!

- Παιδεία – Εκπαίδευση – Κατάρτιση. Απελευθέρωση εξελίξεων με στόχο την συγκράτηση των φοιτητών στην Ελλάδα και την προσέλκυση ξένων. Η Παιδεία πρέπει να είναι λύση και όχι πρόβλημα.
• Τα αγγλικά αναγνωρίζονται ως επίσημη γλώσσα (χωρίς υποχρέωση μετάφρασης).
• Αγγλόφωνα και γενικότερα ξενόγλωσσα πανεπιστήμια.
• Καθιέρωση κουπονιών για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
• Εξετάσεις που πιστοποιούν τις δεξιότητες και όχι την φοίτηση.

- Πολιτισμός-Δημιουργία
. Η εκβιομηχάνιση στην Δύση οδηγεί σε ένα είδος καταναλωτικής κοινωνίας όπου το κεντρικό ζήτημα θα είναι η αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και η σύζευξη δημιουργικότητας- παραγωγής-κατανάλωσης. Η πολιτιστική παραγωγή μπορεί να καθοδηγεί και να αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της μαζικής κατανάλωσης, φθάνει να αποβάλει την φοβικότητα απέναντι στην δημοφιλία.
• Έμφαση σε δημιουργικές δραστηριότητες και τέχνη στα σχολεία.
• Επέκταση των φοροαπαλλαγών για χορηγίες σε πολιτιστικές δραστηριότητες και εικαστικές πρωτοβουλίες.
• Ο πολιτισμός ως πόλος έλξης για τουρισμό, spin-offs, διακρατικές πρωτοβουλίες (π.χ. Biennale, φεστιβάλ χορού, κλπ).

- Τοπική αυτοδιοίκηση – τοπική υπευθυνότητα. Η αποκέντρωση υπάρχει όχι για να μετακυλύει κόστη και αποφάσεις σε άλλους (NIMBY – Not in my back yard) αλλά για να μπορεί να κατεβάζει το πεδίο λήψης αποφάσεων κοντά στον πολίτη. Η αποκέντρωση σημαίνει πάνω απ’ όλα οικονομική αυτοτέλεια.
• Κατάργηση των κεντρικών πόρων και αντικατάστασή τους με δημοτικούς φόρους επί του εισοδήματος και της περιουσίας.
• Κατάργηση των πάσης φάσης τοπικών μονοπωλίων και περιορισμών.
• Η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να επωμιστεί το μεγαλύτερο τμήμα της πολιτικής κοινωνικής ένταξης.

- Κοινωνικός διάλογος – μια νέα κουλτούρα διαβούλευσης. Ο ‘κοινωνικός διάλογος’ έχει καταντήσει συνώνυμο του συντηρητισμού και της αγκύλωσης. Η Ελληνική κοινωνία έφτασε στο αδιέξοδο γιατί δεν συζητούσε ανοικτά για τα προβλήματά της και επομένως δεν παρήγαγε ιδέες, αφού απέκρυπτε το πρόβλημα. Πρέπει να ανοίξουν τα μυαλά, να ανοίξουν οι ορίζοντες, να δοκιμαστούν οι προθέσεις, να κυκλοφορήσουν οι ιδέες.
• Συμμετοχή των πανεπιστημίων και ερευνητών στο διάλογο σε θέματα της επιστήμης τους και των εφαρμογών της.
• Χορηγίες σε δεξαμενές σκέψης (think tanks) έχουν αντίστοιχη φορολογική μεταχείριση με φιλανθρωπικές χορηγίες.
• Ενθάρρυνση των διεθνών σχέσεων και επαφών των δεξαμενών σκέψης με αναλόγους στην Ευρώπη και ευρύτερα.
• Μεγάλα κεντρικά κυβερνητικά κτίρια σε αναζήτηση χρήσης (π.χ. παλαιό Υπουργείο Παιδείας) στεγάζουν δεξαμενές σκέψεις με συμβολικό ενοίκιο.
• Διαβούλευση με δεξαμενές σκέψεις και πανεπιστήμια σε κοινοβουλευτικές επιτροπές πριν κάθε νομοσχέδιο, αλλά και στον μεσοπρόθεσμο προγραμματισμό.

Ο κατάλογος θα μπορούσε να επεκταθεί, τόσο προσθέτοντας άλλες κατευθύνσεις, όσο και άλλα μέτρα, πολλά εκ των οποίων περισσότερο ρηξικέλευθα από τα παραπάνω. Τα παραπάνω μέτρα – εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων – δεν ακούγονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Έχουν όλα προταθεί, μερικές φορές μελετηθεί αλλά μετά απορρίφθηκαν με το σκεπτικό «Στην Ελλάδα δεν γίνονται αυτά». Αναζήτηση στα συρτάρια ή στα αρχεία αυτών που δεν το βάζουν κάτω θα εντοπίσουν αυτά - αλλά και πολλά άλλα.
Αλλά αυτά είναι για τις αλεπούδες ανάμεσά μας – που ξέρουν πολλά και έξυπνα.
Για τους σκαντζόχοιρους υπάρχει μόνο ένα μάθημα – αλλά μεγάλο.

*Ο Πλάτων Τήνιος είναι οικονομολόγος, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια και σπούδασε στο Καίμπριτζ και στην Οξφόρδη. Διετέλεσε Ειδικός Σύμβουλος του Πρωθυπουργού από το 1996 ως το 2004. Ασχολείται ερευνητικά με την γήρανση του πληθυσμού, την κοινωνική πολιτική και τα δημόσια οικονομικά. Είναι ο συγγραφέας του βιβλίου Ασφαλιστικό: μια μέθοδος ανάγνωσης, εκδόσεις Κριτική 2010.

Τετάρτη, Μαΐου 04, 2011

Η παρακμή της δεξιάς «πολυκατοικίας»



Ενδιαφέρεται η μεγάλη πλειοψηφία για τα ασήμαντα που συμβαίνουν στον μικρόκοσμο της αξιωματικής αντιπολίτευσης; Ουδόλως. Για έναν απλούστατο λόγο. Διότι όσα έχει να προτείνει η σημερινή ΝΔ για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, είναι αναντίστοιχα με την κρισιμότητα των περιστάσεων και τις αγωνίες των πολιτών για το μέλλον του τόπου. Το ίδιο ισχύει και για τους ανταγωνισμούς εντός της δεξιάς «πολυκατοικίας», μεταξύ των αποχρώσεων του λαϊκισμού.

Όμως το γεγονός ότι η δεξιά στη χώρα μας περνάει τη βαθύτερη κρίση της, πέρα του κενού που δημιουργεί στο κομματικό σύστημα (εντείνοντας την συνολική απαξίωση του), επιδρά καταλυτικά στην εικόνα της χώρας απέναντι στους Ευρωπαίους εταίρους - δανειστές μας. Ιδίως όταν αυτοί, μας προτρέπουν επίμονα να κάνουμε κοινές προσπάθειες για να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις με τη μέγιστη δυνατή συναίνεση. Έκπληκτοι όμως παρακολουθούν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να λέει «όχι» στο σχέδιο σωτηρίας της χώρας, ως ολοκληρωτικός αρνητής ακόμη και των πιο αυτονόητων προσπαθειών της κυβέρνησης.

Ως γνωστόν η ηγεσία Σαμαρά το τελευταίο διάστημα προσδοκούσε πως...
θα μπορούσε να βρει στην κεντροδεξιά της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας συμμάχους-αρνητές των μνημονίων στις τρεις πιο προβληματικές οικονομίες. Οι προσδοκίες αποδείχθηκαν φρούδες. Η Πορτογαλική κεντροδεξιά, αφού για μακρύ διάστημα συμπεριφέρονταν υπεύθυνα και ψήφιζε τους προϋπολογισμούς της κεντροαριστερής κυβέρνησης, όταν ανέτρεψε την κυβέρνηση καταψηφίζοντας τα πρόσθετα σκληρά μέτρα της, αναγκάσθηκε να δεχθεί ένα ακόμη πιο επαχθές σχέδιο σωτηρίας που επέβαλλε η Ε.Ε. Ενώ η Ιρλανδική κεντροδεξιά ανακαλύπτει το βαρύτατο κόστος των εμμονών της. Έτσι η ΝΔ μένει μόνη και έρημη στην Ευρωζώνη. Λαϊκίζοντας ασύστολα στη χώρα μας.

Μήπως όμως ανταμείβεται πολιτικά; Κάθε άλλο. Όποτε φθείρεται η κυβέρνηση, φθείρεται ταυτόχρονα και η ΝΔ. Γιατί; Διότι όταν οι ψηφοφόροι εξοργίζονται με την ατολμία της κυβέρνησης στρέφουν το βλέμμα στη ΝΔ και τους απωθεί ακόμη περισσότερο ο λαϊκισμός της.

Όμως η τραγωδία της ΝΔ υπερβαίνει την τωρινή ηγεσία της. Αυτό έγινε πασίδηλο στο πρόσφατο μνημόσυνο του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Εκεί οι βετεράνοι στυλοβάτες του «καραμανλισμού», ως εκπρόσωποι του ιδρύματος και προστάτες της κληρονομιάς του, θύμισαν την απόλυτη ταύτιση τους με τον Σαμαρά. Απεμπολώντας την κληρονομιά του ιδρυτή της ΝΔ που ήθελε το κόμμα του να ανοίγεται στο Κέντρο, να είναι παράταξη του μέτρου, να υπηρετεί την υπευθυνότητα.

Σήμερα, στη παρακμάζουσα δεξιά «πολυκατοικία», συνωθούνται αμιγώς δεξιοί λαϊκιστές (η ηγετική ομάδα της ΝΔ), συμβιβασμένοι «φιλελεύθεροι» (που υπογείως διαρρέουν διαφωνίες, αλλά δεν τις αρθρώνουν ανοιχτά), τακτικιστές (τύπου Καρατζαφέρη) που εμφανίζονται πιο «υπεύθυνοι» μόνο όταν τους συμφέρει κομματικά. Με τη διαφορά ότι οι τελευταίοι, τουλάχιστον, δεν είναι «ιδεολόγοι λαϊκιστές», όπως η ηγεσία της ΝΔ.

Αν πάντως κάτι αντανακλά το βάθος της κρίσης στη δεξιά «πολυκατοικία», είναι πως όσοι αποτελούν τον κορμό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ψήφισαν «όχι» στο μνημόνιο, ενώ έκτοτε συναινούν απερίφραστα έμμεσα στον λαϊκισμό. Είναι λοιπόν, άπαντες, όλες οι τάσεις, όλα τα ηγετικά στελέχη, συνυπεύθυνοι για την παρακμή.

Τα παραπάνω θα αποτελούσαν δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αν δεν επιδρούσαν καταλυτικά στη διεθνή αξιοπιστία της χώρας. Μιας χώρας που δεν έχει μόνο τα σοβαρότερα προβλήματα της Ευρωζώνης. Αλλά και την πιο λαϊκιστική και ανεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση.

Γιάννης Λούλης