Τετάρτη, Ιουλίου 30, 2008

If Belgium became the new Czechoslovakia

Czechoslovakia divided peacefully in 1993. An example for Belgium? Or does it have nothing to do with it ?
Are the Flemish and Walloons against a split like the Slovaks and Czechs were in 1992? Would it be down to politicians to decide a split? Economic repercussions, language problems and sports ratings – a Slovak perspective on how a country dissolves

There's a lack of information about the situation and historical development in Belgium in Slovakia. The media coverage is quite poor; it is not an issue of great importance for Slovak people. Belgium is viewed as a small and far away country. The outcome of its current crisis is almost not affecting us at all. For example, short notices reached up until fifteen lines in the newspapers about the 14 July resignation bid of prime minister Yves Leterme.

In Slovakia, Brussels is viewed more as a capital of the EU than a capital of Belgium. In fact, the question of the capital is one of the differences between Belgium and the former Czechoslovakia. The Flemish and the French-speaking Walloons share Brussels. But in Czechoslovakia, there was no doubt that Prague was a 100% Czech city.

Hockey injustices

Whilst Czechoslovakia was a federation of the Czech socialist republic and Slovak socialist republic (1968 to 1989 with the word ‘socialist’ dropped out from 1989 to 1992), Prague was the seat not only of the federal government and parliament, but also of the Czech national government and parliament. The Slovak national government and parliament were seated in Bratislava, the capital of the Slovak republic. So during the process of division, there was no dispute about who would keep the 'capital'.

There were more issues of contention after the peaceful split in January 1993. The blue triangle on a white and red backgrounded-Czechoslovak flag suddenly became a Czech flag. Slovakia had to make a new flag (white, blue and red horizontal stripes with a Slovak seal). Along with the capital, the Czechs kept the koruna currency and even the position of the country's national team within the International Ice Hockey Federation (IIHF). It took two years for the Slovak hockey team to fight its way back to world championship A-category from the C-category, where it was placed from the beginning as a new country in the world hockey.

Political beds

Despite these details, people in both Slovakia and the Czech Republic feel that the two countries have
benefitted from the separation. The Czechs eventually stopped feeling that they had to always help the 'younger brother', the traditionally industrially less developed Slovakia. The Slovaks stopped feeling that they were controlled too much from Prague. (Now we are starting to feel that we are being controlled too much from Brussels since we joined the EU in 2004, but that is a different story).

Indeed, the majority of Slovaks and Czechs were against the federal assembly (the Czechoslovak parliament)'s vote to split the country into two in 1992, because the connection between the two nations was too strong. The pro-separation Slovak national party (SNS) received less then 8% of the votes in the parliamentary election in 1992. And according to a post-split opinion poll from March 1993, only 29% of Slovaks supported the division, while 49% were clearly against it. The Slovaks only wanted more political independence within the existing federation. The split happened after the Czech representatives (led by Vaclav Klaus, current president of the Czech republic), and Slovak representatives (led by Vladimir Meciar, authoritarian politician and current leader of one of the ruling coalition parties in Slovakia), could not agree upon anything within the federal political structures.

1992 'velvet divorce'

A peaceful separation, based on a political agreement, laid the basis for a still exceptionally good relationship between the Slovak and Czech nations today. Fifteen years on, most are satisfied with the separation. There are over 65 thousand Slovak people legally working in the Czech republic - my sister for example - while about 1, 500 Czechs live in Slovakia. There are many cross-border marriages. After both countries entered the Schengen zone in December 2007 there are no more visible borders, even though passports were never a necessity.

Lastly, the languages are not as similar as one may think. A federal television channel had programmes both in Czech and Slovak, so both nations could speak the language of the other. But after the separation, Czech remained in the Slovak republic as many foreign books, films and so on were translated into Czech; economically, it was not effective to translate them in Slovak once you had the Czech translation. As a result, the 5 million Slovaks understand the language of the 10 million Czechs better. Today, young people born in the Czech republic after the separation hardly understand Slovak. While on vacation in southern Czechia last September, I had a shocking experience when a young boy, about ten years old, started to talk to me in English, because he did not understand me when I was asked him something in Slovak. I had to repeat the question in Czech.


Κυριακή, Ιουλίου 27, 2008

Όταν στην Ελλάδα θα κατοικούν τρία εκατομμύρια μετανάστες

Όπως γράφει ο Α. Χ. Παπανδρόπουλος στη «Ναυτεμπορική» πριν από τα τέλη της πρώτης εικοσαετίας του 21ου αιώνα, είναι πολύ πιθανόν η Ελλάδα να έχει γύρω στα 3 με 3,5 εκατομμύρια μετανάστες, σε σύνολο 14 εκατομμυρίων κατοίκων. Οι αναπτυγμένες χώρες της Ευρώπης θα δεχθούν μέχρι το 2020 περί τα 100 εκατομμύρια μετανάστες. Από την άλλη πλευρά, η Ελλάδα θα γειτονεύει με μη ευρωπαϊκές μεσογειακές χώρες οι οποίες θα ξεπερνούν σε πληθυσμό τα 450 εκατομμύρια ανθρώπους.

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Καταρχήν, η ελληνική κοινωνία θα αποκτήσει σε ένα πολύ ορατό μέλλον έναν χαρακτήρα πολυπολιτισμικό και πολύ διαφορετικό από αυτόν που έχει σήμερα. Και κάθε άλλο παρά προετοιμασμένη είναι για μια τέτοια εξέλιξη. Μπορεί να αντέξει κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά μια τέτοια μετανάστευση και αλλοίωση των πληθυσμιακών της χαρακτηριστικών; Ο νομπελίστας οικονομολόγος εξ ΗΠΑ Γκάρι Μπέκερ, που αναφέρεται στο άρθρο του κ. Παπανδρόπουλου, θεωρεί ότι η μετανάστευση ενισχύει στις χώρες υποδοχής τη δημογραφική τους άνοδο και ανανέωση, ισχυροποιεί τον κοινωνικό ιστό και στηρίζει από εργασιακής πλευράς τομείς οι οποίοι, υπό άλλες συνθήκες, θα κατέρρεαν. Σύμφωνα με τον ίδιο οι μετανάστες είναι και τολμηροί επιχειρηματίες επειδή αρνούνται να εγκλιματιστούν με την φτώχεια και τελικά στις χώρες υποδοχής γίνονται συντελεστές ανάληψης σημαντικών επιχειρηματικών πρωτοβουλιών.

Πολύ ωραία και σημαντικά αυτά, αλλά προφανώς ο κ. Μπέκερ και οι ομοϊδεάτες του έχουν γνωρίσει την έννοια «μετανάστης» από τα έργα που αναφέρονται στην μετανάστευση των προγόνων του στην Αμερική. Εγώ προσωπικά δεν έχω δει καμία σημαντική επιχειρηματική πρωτοβουλία μεταναστών στην Ελλάδα. Το μόνο που ξέρω από φίλους τραπεζικούς είναι το ύψος των εμβασμάτων που φεύγουν κάθε μήνα προς τις χώρες προέλευσής τους. Παρόλα αυτά, ο κ. Παπανδρόπουλος θεωρεί ότι τα τρία και περισσότερα εκατομμύρια μεταναστών που θα έχουμε το 2025 αποτελούν μια ευκαιρία και μια απειλή για την Ελλάδα. Ευκαιρία γιατί γύρω από τη χώρα μας δημιουργείται μια τεράστια αγορά. Απειλή γιατί, αν στη δημογραφική άνοδο, δεν αντιπαρατεθεί μία ταυτόχρονη οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική κρίση που θα ξεσπάσει θα έχει σοβαρότατες επιπτώσεις και στην μεσογειακή Ευρώπη.
Βλέπετε όμως εσείς καμιά προοπτική, ισχνή έστω, οικονομικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Εγώ δεν βλέπω πάντως, έτσι που πάμε και εμείς και η διεθνής οικονομία. Μόνον αν γίνει κάποιο θαύμα και μας έρθει μια θεία επιφώτηση θα μπορούσε κάτι να γίνει. Κατά συνέπεια μόνο η κοινωνική κρίση είναι ορατή και μαζί της τα τεράστια κέρδη των Ευρωπαίων και εγχώριων πλουτοκρατών που ποντάρουν στην παγκοσμιοποίηση, την από – εθνικοποίηση και την κατάργηση των συνόρων για την διεύρυνση και της αγοράς εργασίας και της αγοράς για τα προϊόντα τους.

Εν πάσει περιπτώσει το άρθρο του κ. Παπανδρόπουλου είναι ενδιαφέρον και διαβάστε το αφού με αφορμή τις πρωτοβουλίες του κ. Τσίπρα καταπιαστήκαμε με την μετανάστευση, ένα τεράστιο πρόβλημα που κανείς αρμόδιος δεν σκέφτεται καν πως θα αντιμετωπισθεί.



Μια ανεκτική κοινωνία…

Πόσους νόμιμους μετανάστες μπορεί να δεχτεί η χώρα, πού φυσικά να έχουν ίδια και απαράλλακτα δικαιώματα με τούς ντόπιους; Πώς διαμορφώνεται ένα πρόγραμμα κοινωνικής πολιτικής, πού να αποδέχεται και να προστατεύει τον εργαζόμενο μετανάστη, αλλά και τον Έλληνα κάτοικο αυτής τής χώρας, χωρίς να ενισχύεται η ανεργία; Με ανόητες επικοινωνιακές κινήσεις στις επίσημες δεξιώσεις και «αντιρατσιστικές διακηρύξεις» του συρμού που τσουβαλιάζουν και τούς φτωχούς και άνεργους Έλληνες; Αυτά είναι τα πραγματικά ερωτήματα για το μεταναστευτικό πρόβλημα και σε αυτά περιμέναμε απάντηση από τον ΣΥΝ, που δεν έρχεται. Κι αυτός ήταν κυρίως ο λόγος που λοιδορήσαμε την παρουσία του κ. Τσίπρα μετά της δεσποινίδος Σανκό στη δεξίωση. Επειδή θεωρούμε ότι τέτοιες αψυχολόγητες και επιπόλαιες πολιτικά κινήσεις ρίχνουν στην πραγματικότητα νερό στον μύλο των διαφόρων εθνικοφρόνων τύπου ΛΑΟΣ. Το μόνο που επιτυγχάνεται έτσι είναι να δημιουργείται μια πιο αμυντική και συντηρητική κοινωνία. Και να γιατί:

Στην Ελλάδα υπάρχουν πάνω από 1.000.000 μετανάστες, Ίσως πολύ περισσότεροι, δεν μας ενδιαφέρει τώρα ο ακριβής αριθμός. Ποιο είναι το γενικό και αναμφισβήτητο συμπέρασμα; Η Ελλάδα είναι ίσως η ανεκτικότερη χώρα και κοινωνία της Ευρώπης. Χωρίς πολλές τυμπανοκρουσίες και πολλά παρατράγουδα συγκριτικά, καταφέραμε να ενσωματώσουμε σε γενικές γραμμές τους μετανάστες. Σε αντίθεση με ότι συμβαίνει αλλού. Όπως γράφει και ο αναγνώστης μας «aionios» αλλού, οι Έλληνες φύγανε από τις αγροτικές δουλειές και μάλιστα με την ταμπέλα του τεμπέλη καλοπερασάκια. «Ποτέ όμως δεν σημειώθηκε κρούσμα βίας για να εμποδίσουν την έλευση του νέου εργάτη. Οι Αλβανοί το έκαναν σε πολλές περιπτώσεις και εναντίον ομοεθνών τους. Κανένας (όμως)αριστερός δεν φώναξε για το ποιος επωφελήθηκε από τις εξευτελιστικές τιμές που προέκυψαν». Τα ίδια συμβαίνουν και σε άλλους κλάδους, προς όφελος κυρίως των εργοδοτών που βρίσκουν μεν φτηνά εργατικά χέρια, αλλά απονευρώνουν ταυτόχρονα το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, απαλλασσόμενοι από τους γκρινιάρηδες Έλληνες εργάτες.

Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της κατάστασης και ποιες θα είναι στο μέλλον, αν συνεχισθεί η μαζική είσοδος μεταναστών δεν μπορώ να ξέρω και προσωπικά προβληματίζομαι πολύ, ιδιαίτερα με τα γκέτο που συναντώ στην περιφέρεια της Αθήνας, με την εγκληματικότητα και όλα τα συνακόλουθα. Είναι όμως γεγονός ότι σε σύγκριση με άλλες, η ελληνική κοινωνία καταφέρνει μέχρι στιγμής να αντιμετωπίσει ικανοποιητικά το πρόβλημα, από πλευράς «ρατσισμού» και τα παρόμοια. Επειδή είναι μια ανεκτική κοινωνία. Τι κάνει όμως ο κ. Τσίπρας; Με κινήσεις του σαν την προχθεσινή το διογκώνει και το κάνει θέμα πρώτης γραμμής, ενώ γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν άλλες δυνατότητες. Τι επιτυγχάνει έτσι; Μόνο να δίνει τροφή στον αντίποδα, στους ρατσιστές και στους υπερπατριώτες. Όπως άλλωστε έχουμε γράψει κι άλλη φορά αυτή η εποχή είναι η καλύτερη για να είναι κανείς επιχειρηματίας. Επειδή οι αριστεροί πλακώνονται με τους ακροδεξιούς τσακώνονται για το πόσους ξένους ακόμη θα φέρουν που θα εργασθούν για λογαριασμό του.

Σάββατο, Ιουλίου 26, 2008


Όπως σε όλες τις γαλλικές οικογένειες, τα παιδικά μου νανουρίσματα ήταν μπαλάντες της Νάνας Μούσχουρη. Όμως, δεν φανταζόμουν ότι θα παρακολουθούσα μια μέρα, στην Ελλάδα, τη συναυλία του αποχαιρετισμού της και θα ζούσα ένα τέτοιο γεγονός, τόσο σημαντικό για τον ελληνικό, ελληνογαλλικό και ευρωπαϊκό πολιτισμό...

Γιατί ήμασταν πολλές χιλιάδες, την 23η Ιουλίου, που παρευρεθήκαμε στο Ωδείο του Ηρώδου του Αττικού, στους πρόποδες της Ακρόπολης, για να ακούσουμε και να αποχαιρετήσουμε «Την Μούσχουρη», σ’αυτήν την τελευταία της συναυλία. Η συρροή του κόσμου ήταν τόσο μεγάλη ώστε προγραμματίστηκε και μια δεύτερη συναυλία για τις 24 Ιουλίου.

Ο Πρωθυπουργός κ. Καραμανλής ήταν παρών, όπως και μεγάλος αριθμός πολιτικών, καλλιτεχνών, επιχειρηματιών, όλες οι μεγάλες προσωπικότητες της Αθήνας αλλά και όλη η Αθήνα. Ο Δήμαρχος Παρισίων κ.Bertrand Delanoë, παρευρέθηκε επίσης κατόπιν προσκλήσεως του Δημάρχου Αθηναίων κ. Νικήτα Κακλαμάνη, όπως και οι Δήμαρχοι του Βερολίνου και του Λουξεμβούργου.

Και πρέπει να πω ότι η συναυλία αυτή ήταν μια στιγμή μεγάλης συγκίνησης.

Για περισσότερο από δυόμισι ώρες, μπροστά σε ένα κοινό όλων των ηλικιών που ξεχείλιζε από έναν απίστευτο ενθουσιασμό, η τραγουδίστρια ερμήνευσε τις μεγαλύτερες επιτυχίες της στα ελληνικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα αγγλικά και στα ιταλικά. Υπέροχη. Βρήκα ιδιαίτερα συγκινητικά τα λόγια που έγραψαν για εκείνη ο Μάνος Χατζηδάκης και ο Μίκης Θεοδωράκης, όπως και την ερμηνεία της στο « Plaisir d’amour », ένα από τα πρώτα τραγούδια που τραγουδούσε με την μητέρα της και την αδελφή της όταν ήταν παιδί, όπως εξήγησε η ίδια.

Από αυτήν τη μη συνηθισμένη συναυλία κρατώ επίσης, στον καιρό αυτόν της Γαλλικής Προεδρίας της Ένωσης αλλά και των ευρωπαϊκών προβληματισμών, την υπέρλαμπρη επιτυχία που είχε η πολύ λυρική « Ωδή στη χαρά », ο ευρωπαϊκός αυτός ύμνος ο οποίος ερμηνεύτηκε επίσης σε πολλές γλώσσες. Όρθιοι, μετά από επευφημισμούς που κράτησαν περισσότερο από δέκα λεπτά και πολλά «κι άλλο», οι χιλιάδες θεατές χειροκροτούσαν αρκετή ώρα την Νάνα Μούσχουρη όσο αποχωρούσε, αργά και φανερά συγκινημένη, από την μεγαλοπρεπή σκηνή του Ηρώδου του Αττικού.

Ευχαριστούμε, Αγαπητή Νάνα Μούσχουρη, για αυτήν την όμορφη στιγμή που μας χαρίσατε, για αυτήν τη δέσμευση υπέρ της Ελλάδος, της Γαλλίας και της Ευρώπης, και θα τα πούμε πολύ σύντομα !"


Πέμπτη, Ιουλίου 24, 2008

Διακήρυξη: Ώρα ευθύνης για τους Έλληνες πολίτες- Για τη ριζική αλλαγή του πολιτικού συστήματος

Οι Έλληνες πολίτες, που υπογράφουμε αυτήν την διακήρυξη, εκφράζουμε την πεποίθησή μας ότι οι σημερινές κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της χώρας:
  • Έχουν παύσει να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες και τις αξίες του ελληνικού λαού, με τους αγώνες και το αγωνιστικό φρόνημα του οποίου αποκαταστάθηκε το 1974 το δημοκρατικό μας πολίτευμα,
  • Βρίσκονται σε κατάσταση ηθικής και πολιτικής σήψης,
  • Έχουν εξελιχθεί σε πελατειακή ολιγαρχία τριτοκοσμικού τύπου, με κύρια χαρακτηριστικά την οικογενειοκρατία, την αναξιοκρατία, την ημετεροκρατία, την συναλλαγή και την ιδιοτέλεια,
  • Όχι απλώς αδυνατούν να επιλύσουν τα μεγάλα κοινωνικά προβλήματα του ελληνικού λαού, αλλά δεν είναι σε θέση ούτε καν να διεκπεραιώσουν την στοιχειώδη διαχείριση των κοινών,
  • Έχουν αποκοπεί από τα δυναμικά και προοδευτικά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και δεν εκφράζουν παρά μόνον τον εαυτό τους και τα συμφέροντά τους,
  • Έχουν απαξιωθεί στην συνείδηση της κοινής γνώμης, όπως αποδεικνύεται από τα πρωτοφανή ποσοστά απόρριψης του κομματικού συστήματος σε όλες ανεξαιρέτως τις δημοσκοπήσεις,
  • Επιβιώνουν μόνον λόγω της δύναμης της αδράνειας και διότι δεν έχει ακόμη συγκροτηθεί αξιόπιστη εναλλακτική λύση.

Τα σημερινά πολιτικά κόμματα, μικρά και μεγάλα, εκφράζουν λογικές του παρελθόντος και αδυνατούν να συλλάβουν τις ανάγκες και τα προβλήματα του σήμερα. Η δομή, η λειτουργία και η νοοτροπία τους υστερούν δραματικά σε σχέση με την διεθνή πραγματικότητα και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Τα περισσότερα ηγετικά στελέχη τους είναι κατά κανόνα προϊόντα κομματικών φυτωρίων και μηχανισμών και δεν έχουν προκύψει από την σκληρή πραγματικότητα της εργασίας και της βιοπάλης ούτε μέσα από την κοινωνική προσφορα. Ταυτόχρονα, αναπτύχθηκαν πολιτικά σε περιβάλλοντα όπου η συνδιαλλαγή θεωρείται αυτονόητη και η διαφθορά όρος αναπαραγωγής του συστήματος εξουσίας.

Σήμερα, τα τεράστια προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, με κυριότερα: την καταλυτική οικολογική καταστροφή και την διαρκή ανάδειξη νέων απειλών, όπως οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής ή οι αλλεπάλληλες διατροφικές κρίσεις, την εντεινόμενη νέα φτώχεια, που απειλεί τη μεσαία τάξη και τους εργαζόμενους νέους της «γενιάς των 700 ευρώ», τη μεγάλης έκτασης εγκληματικότητα, την εγκληματική οδική ανασφάλεια, την αποσύνθεση της δημόσιας παιδείας, του συστήματος υγείας και του κράτους πρόνοιας, τη διάλυση των ελεγκτικών μηχανισμών του κράτους, την απειλητική για το βιοτικό επίπεδο τροπή που έχει λάβει η πορεία της οικονομίας, την ασφυκτική κοινωνικοοικονομική πίεση που υφίστανται οι Ελληνίδες, με αποτέλεσμα την πρωτοφανή υπογεννητικότητα, η οποία υπονομεύει την προοπτική ύπαρξης έστω και του μισού πληθυσμού της χώρας τον 22ο αιώνα, συνδυάζονται με την εξαιρετικά επικίνδυνη διεθνή και περιφερειακή αστάθεια, υπονομεύουν τις ίδιες τις προϋποθέσεις της συλλογικής μας επιβίωσης και απαιτούν άμεσες και ριζικές λύσεις. Λύσεις τις οποίες το σημερινό καταρρέον κομματικό σύστημα αδυνατεί να δώσει.

Σ' αυτό το κλίμα, οι πρωτοφανείς αποκαλύψεις για εξαγορές συνειδήσεων και χρηματισμό πολιτικών προσώπων και κομμάτων και η ανάδειξη της διαφθοράς ως εθιμικού και γενικευμένου όρου λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας αποτελούν πρόκληση προς τον ελληνικό λαό, που αντιμετωπίζει το φάσμα της επερχόμενης σοβαρής οικονομικής κρίσης, πλήγμα στην λειτουργία της δημοκρατίας και απιστία στο δημόσιο συμφέρον. Ταυτόχρονα, δημιουργούν κλίμα πολιτικής αστάθειας, που εγκυμονεί κινδύνους αποσταθεροποίησης, ανάπτυξης ακραίων πολιτικών τάσεων και ευτελισμού των δημοκρατικών θεσμών.

Οι υπογράφοντες:

  • Θεωρούμε ότι η ηθική έκπτωση και η πολιτική χρεωκοπία των σημερινών πολιτικών σχηματισμών μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνον από την κοινωνία των πολιτών και μέσω της προσφυγής στην πρωτοβουλία και στον πατριωτισμό των Ελλήνων πολιτών, όπως επιτάσσει η ακροτελεύτια διάταξη του Ελληνικού Συντάγματος,
  • Ζητούμε την πολιτική καταδίκη όσων πολιτικών σχηματισμών και μεμονωμένων προσώπων αποδειχθεί δικαστικά ότι χρηματοδοτήθηκαν παρανόμως από ιδιωτικές εταιρείες με αντάλλαγμα συμβάσεις ασύμφορες για το ελληνικό κράτος.
  • Καλούμε την ελληνική δικαιοσύνη να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων και απαιτούμε την επιστροφή των χρημάτων στο δημόσιο ταμείο και την παραδειγματική τιμωρία των ενόχων.
  • Ζητούμε την εφαρμογή των μη εφαρμοζομένων νόμων αλλά και τη θέσπιση θεσμών που να εγγυώνται την διαφάνεια, την εντιμότητα και την αποτροπή των νοσηρών και ποινικά κολάσιμων φαινομένων στον χώρο της πολιτικής. Επίσης θεωρούμε απαραίτητο να πραγματοποιηθούν μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της ευρείας, διαρκούς και άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην διακυβέρνηση της χώρας, όπως η κατάργηση της οικογενειοκρατίας, ο διαχωρισμός νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας, η ανακλητότητα των αξιωματούχων, η δυνατότητα λαϊκής πρωτοβουλίας για διενέργεια δημοψηφίσματος, η εφαρμογή του πόθεν έσχες στους πολιτικούς, η κατάργηση των απαράδεκτων προνομίων των βουλευτών και του ισχύοντος αντισυνταγματικού νόμου περί ευθύνης υπουργών, η δημοσιοποίηση της χρηματοδότησης των κομμάτων και των πολιτικών κ.ά.
  • Καλούμε τους δημιουργικούς και σκληρά εργαζόμενους πολίτες, τους βιοπαλαιστές, τους επιστήμονες, τους δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, τους αγρότες, τους εργάτες και κυρίως τη νεολαία να εγκαταλείψουν τους διεφθαρμένους πολιτικούς σχηματισμούς, που προσβάλλουν την αξιοπρέπεια και την νοημοσύνη τους και να αναλάβουν την αναπαλλοτρίωτη δημοκρατική ευθύνη τους.
  • Απευθύνουμε πρόσκληση για την άμεση δημιουργία νέων πολιτικών σχηματισμών, με κοινό παρονομαστή την υπευθυνότητα και την εντιμότητα, αποτελούμενων από πρόσωπα εκτός του σημερινού φθαρμένου κομματικού δυναμικού, πρόσωπα με παιδεία, όραμα, επαγγελματική εμπειρία και ικανότητα, που να είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις δύσκολες απαιτήσεις των καιρών.
  • Ζητούμε από τις κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις του τόπου, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τη διανόηση, τις Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις και την ομογένεια να στηρίξουν την προσπάθεια ριζικής πολιτικής αναμόρφωσης και αναγέννησης της χώρας, διότι το μέλλον είναι κοινό για όλους. Μπορεί οι σημερινές πολιτικές δυνάμεις να μην διαθέτουν άλλες εφεδρείες, αλλά η κοινωνία διαθέτει.


  • Ένα ελληνικό κράτος αξιοκρατικό και λειτουργικό, με διεθνές κύρος, σύγχρονο, εξυπηρετικό και φιλικό προς τον πολίτη, με στελέχη πεπαιδευμένα, ικανά και έντιμα.
  • Μια κοινωνία δημιουργική, παραγωγό πολιτισμού αντάξιου της ιστορικής κληρονομιάς μας.
  • Μία εθνική οικονομία διεθνώς ανταγωνιστική, που να στηρίζεται στις αρχές της αειφορίας και της αλληλεγγύης.
  • Πολιτικές δυνάμεις που θα συγκεντρώνουν τα καλύτερα στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας, ικανές να αντιμετωπίσουν τα σύνθετα προβλήματα της εποχής μας.
  • Μια Δημοκρατία των Πολιτών, που θα οδηγήσει την Ελλάδα σε μια νέα εποχή ακμής.

Αθήνα, 24 Ιουλίου 2008

Παρασκευή, Ιουλίου 18, 2008

Επιστολή Ολυμπίας Σνόου στην Κοντολίζα Ράις για το Σκοπιανό

Με επιστολή της προς την υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, Κοντολίζα Ράις, η ελληνικής καταγωγής γερουσιαστής Ολυμπία Σνόου ζητεί από την κυβέρνηση Μπους να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με την ονομασία που θα προκύψει από τις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Η κα Σνόου ασκεί κριτική για την πρώιμη αναγνώριση της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» από την κυβέρνηση των ΗΠΑ, κάτι που έχει κάνει σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν, και ταυτόχρονα ζητεί από την κα Ράις να ενθαρρύνει η Ουάσιγκτον τα Σκόπια να σταματήσουν τις αλυτρωτικές ενέργειες και να συνεργασθούν εποικοδομητικά για την εξεύρεση λύσης με την Ελλάδα. «Όπως σας έχω τονίσει σε παλαιότερη επικοινωνία μας, η βιαστική αναγνώριση της ΠΓΔΜ με την ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας» το Νοέμβριο του 2004 τη στιγμή που η Ελλάδα και τα Ηνωμένα Έθνη προσπαθούσαν να επιλύσουν τη διαφωνία μέσω διαπραγματεύσεων, παρεμπόδισε τη δυναμική της διαδικασίας του ΟΗΕ η οποία έχει αποφέρει ελάχιστη πρόοδο μέχρι τώρα» τονίζει η κα Σνόου η οποία επιρρίπτει στην ΠΓΔΜ την ευθύνη για το αδιέξοδο και κατηγορεί τα Σκόπια για αλυτρωτικές ανθελληνικές ενέργειες.

Η γερουσιαστής του Μέιν επικαλείται την επιστολή του Αμερικανού προέδρου προς τον Έλληνα πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή, στις 16 Νοεμβρίου 2004, με την οποία ο κ. Μπους δεσμεύθηκε ότι «οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν να υποστηρίζουν την προσπάθεια των Ην. Εθνών για την επίτευξη λύσης στο θέμα του ονόματος της Μακεδονίας, και θα αγκαλιάσουμε όποια λύση προκύψει από αυτές τις διαπραγματεύσεις», και ζητεί από την κα Ράις: «Πρώτον, να ενθαρρύνουν οι ΗΠΑ την ΠΓΔΜ να σταματήσει τη χρήση υλικού που παραβιάζει πρόνοιες της Ενδιάμεσης Συμφωνίας σε σχέση με εχθρικές ενέργειες και προπαγάνδα, και να εργασθούν με την Ελλάδα για να υλοποιήσουν τον πάγιο στόχο των ΗΠΑ και του ΟΗΕ που είναι η εξεύρεση κοινά αποδεκτής επίσημης ονομασίας για την ΠΓΔΜ, και δεύτερον, να αναγνωρίσουν την ΠΓΔΜ με το όνομα που θα συμφωνηθεί από την Ελλάδα και την ΠΓΔΜ, εφόσον οι δυο χώρες καταλήξουν σε κοινά αποδεκτό όνομα».

Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ - Α. Έλλις

Sofia Times

Τρίτη, Ιουλίου 01, 2008

Q&A: η νέα μεταπολίτευση

Q: Λίγα χρόνια μετά το «μαγικό 2004» και την αποθέωση της «ισχυρής Ελλάδας» μιλάμε ξαφνικά για «ρήξη» και «νέα μεταπολίτευση». Μήπως παίρνουμε τη σκιά μας για το μπόι μας; Μήπως αντί για «εθνικά αδιέξοδα» δεν αντιμετωπίζουμε παρά «πρόσκαιρες δυσκολίες»;

A: H ανάλυση περί νέας μεταπολίτευσης δεν προκύπτει από τις τρέχουσες δυσκολίες μας (οικονομικά προβλήματα, έλλειμμα πολιτικής εκπροσώπησης, απουσία συλλογικού προσανατολισμού κ.λπ). Από την άλλη, το αντίστροφο πιθανότατα ισχύει.

Αυτό που ανακαλύπτουμε, με αγωνία κι έκπληξη, είναι πως μια σειρά από πράγματα που θεωρούσαμε σημαντικά, που τα είχαμε αναγορεύσει σε «αναγκαίες και ικανές» συνθήκες για να πηγαίνει καλά η πατρίδα κι ο καθένας μας, αποδεικνύονται σήμερα (και όλες οι προβολές που μπορούμε να κάνουμε στο μέλλον μας λένε πως αυτό όσο πάει θα επιδεινώνεται) εντελώς ανεπαρκείς και άσχετες με τις δυσκολίες που θα καθορίσουν -πολύ σύντομα και με ανεπίστρεπτο τρόπο- το ατομικό κι εθνικό μας μέλλον.

Ούτε η εκδίωξη «εξωτερικών» παραγόντων (όπως το παλάτι κι ο στρατός) από την πολιτική αρένα, ούτε η κατακόρυφη αύξηση του ΑΕΠ, ούτε η «πλατιά» διανομή τίτλων σπουδών, ούτε η ευρωπαϊκή ένταξη, ούτε ο αντιαμερικανισμός και η «πολυδιάστατη» εξωτερική πολιτική, ούτε η «απρόσκοπτη» ατομική «προκοπή» μας, χωρίς «οχλήσεις» από το «χωροφύλακα» (αλλιώς: το νόμο), μοιάζει να μας οδηγούν πουθενά. Αντιθέτως μάλιστα, ανακαλύπτουμε πως αν συνεχίσουμε έτσι, θα ξεδιπλωθούν ανενόχλητα δύο υφιστάμενες σήμερα «σκοτεινές τάσεις» -η υπογεννητικότητα και η περιβαλλοντική υποβάθμιση- που σύμφωνα με τους αριθμούς που διαθέτουμε θα ακυρώσουν σύντομα ακόμα και την ίδια τη δυνατότητα να συνεχιστεί η παρουσία ενός εθνικού-δημοκρατικού ελληνικού κράτους στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο. Και πως αν θέλουμε να αντιμετωπίσουμε τις «σκοτεινές» αυτές τάσεις (που είναι κάτι που πρέπει να το κάνουμε την επόμενη δεκαετία, μέχρι να πούμε το 2021) οφείλουμε να αναδιανείμουμε πόρους και εξουσία προς (α) τα παιδιά, τις γυναίκες, τη νέα ελληνική οικογένεια, (β) την περιβαλλοντική ανάταξη (γ) το δημόσιο χώρο.

Q: Ακόμα κι αν είναι έτσι, γιατί αυτές οι «αναδιανομές» να προϋποθέτουν πολιτική ρήξη; Αντιθέτως, θα έλεγε κανείς πως η πολιτική αναστάτωση θα ήταν δυνατό να μας αποπροσανατολίσει από το σημαντικό... Επί τέλους, και κόμματα έχουμε, και δημοκρατία, κανείς δεν απαγορεύει να υιοθετήσει το πολιτικό μας σύστημα τις ορθές προτάσεις...

Α: Πρώτα απ' όλα, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως το καθεστώς μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα είναι πράγματι δημοκρατικό... Δυστυχώς -κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας ανησυχεί- έχουν ξαναδημιουργηθεί οι σχέσεις εκείνες (που το 1909 τις είπαμε «παλαιοκομματισμό», το 1965 «εθνικοφροσύνη», κ.λπ) μεταξύ υπηκόων και κομματικών παραγόντων, μεταξύ κομματικών παραγόντων και κομμάτων, μεταξύ κομμάτων και χρήματος, μεταξύ χρήματος και ΜΜΕ, μεταξύ όλων αυτών των «βάθρων» (sic) του συστήματος, που καταπνίγουν βάναυσα ό,τι αποκαλούμε δημοκρατία: τη διάκριση των εξουσιών και τα περίφημα στοιχεία του δημοκρατικού ιδεώδους (ισονομία, ισηγορία, ισοκρατία, ισοψηφία, ισογονία, ισοτιμία, παρρησία) κ.ο.κ. Από αυτά τα τελευταία διατηρήθηκε βέβαια η «μισθοφορία» (η αποζημίωση των δημοσίων λειτουργών...). Σε άλλες εποχές σήμερα θα ήταν η ώρα της επίκλησης του «λοχία»... Ελλείψει λοχία όμως, σήμερα τα κάστανα από τη φωτιά θα τα βγάλουμε υποχρεωτικά εμείς οι πολίτες.

Αν η δημοκρατία υπερέχει των υπολοίπων συστημάτων, είναι και διότι είναι πιο ευαίσθητο στις διαθέσεις των πολιτών, αναπροσαρμόζεται, μετεξελίσσεται ευκολότερα και -αν μη τι άλλο- τουλάχιστο αντικαθιστά αναίμακτα τις ηγεσίες... Εδώ όμως, έχουμε ένα σύμπλεγμα σχέσεων μεταξύ «σογιών» (του χρήματος, της πολιτικής, της ενημέρωσης κ.λπ) που λειτουργούν ως «κάστα». Αυτή η «κάστα» αποδέχεται μόνο τις εσωτερικές -σχεδόν παλατιανές- αναδιανομές εξουσίες, εντός πάντα της «κάστας», είναι όμως απολύτως αποφασισμένη να κρατήσει έξω από την «κάστα» ό,τι δεν ελέγχει απολύτως ή ό,τι δεν είναι απολύτως βέβαιο πως δεν απειλεί την κυριαρχία της.

Αυτό το πράγμα δεν μπορεί να ασκήσει πολιτική (κι έτσι είναι καταδικασμένο να πέσει στο λάκκο που σκάβει) γιατί δεν νοιάζεται για ιδέες, για δεδομένα, δεν προβληματίζεται για τίποτα άλλο πέραν της διαιώνισης της ύπαρξής του. Βασίζεται αποκλειστικά σε σχέσεις, σε ένα ατέλειωτο αλισβερίσι συμφερόντων (που ακολουθεί κάποιους κανόνες, μαφιακού τύπου). Τι αξιολογεί δε ως σημαντικό αυτό το σύστημα; Μα ότι θεωρούσε σημαντικό η μεταπολίτευση: την ατομικότητα άνευ ορίων, τον ξέφρενο καταναλωτισμό, τη διασημότητα, την περιφρόνηση για έννοιες όπως «αξιοκρατία», «σχεδιασμός», «προβλεπτικότητα», «αυτοθυσία», «μόχθος», «ηγετικότητα» κ.ο.κ. Αυτός είναι ο λόγος που αυτό το σύστημα δεν μπορεί να αντιπαλέψει τις «σκοτεινές τάσεις» (είναι ανίκανο να τις διακρίνει καν), ούτε μπορεί να προχωρήσει στις «αναδιανομές» (διότι πρόκειται περί αναδιανομών υπέρ των πιο αδυνάτων και παραμελημένων εκφάνσεων της πατρίδας, και το μεταπολιτευτικό σύστημα ένα και μόνο πράγμα ξέρει να κάνει στους αδύναμους: να τους τσαλαπατάει)

Η πρόκληση που έχουμε εμπρός μας είναι ηθικού χαρακτήρα τουλάχιστο όσο είναι και πολιτικού. Αυτό από το οποίο έχουμε ανάγκη είναι μία πλήρης ανατροπή, αντιστροφή των αξιών, των σχέσεων, των νοοτροπιών που κυριαρχούν επί δεκαετίες στη χώρα (ίσως και πολύ πριν τη μεταπολίτευση, εδώ που τα λέμε) και που υπερασπίζεται «μέχρις εσχάτων» η μεταπολιτευτική «κάστα». Οι φορείς του μεταπολιτευτικού συστήματος ένα και μόνο πράγμα μπορούν να «προσφέρουν» από εδώ και μπρος: το όλο και πιο ξεδιάντροπο «κούρσεμα» της πατρίδας...

Q: Αυτό το αμάλγαμα ηθικής και πολιτικής είναι το σήμα κατατεθέν κάθε αυταρχισμού... Εν πάση περιπτώσει, θα έχει και θεσμούς αυτή η «ανατροπή», ή μήπως οραματίζεσθε μια «πεφωτισμένη» δεσποτεία;

A: Επίσης η αίσθηση αδυναμίας απέναντι στην εξουσία είναι το σήμα κατατεθέν των υπηκόων των αυταρχικών-ολοκληρωτικών καθεστώτων... Αλλά ας μη μείνουμε σε αυτά.

Θεωρώ πως εκτός από τις αναδιανομές, η ρήξη θα πρέπει να έχει κι έναν πολιτικό πυλώνα, με πέντε πλευρές: (α) ένα νέο πολιτικό υποκείμενο, (β) τη σύγκληση συντακτικής εθνοσυνέλευσης, (γ) τη θέσμιση ενός νέου πολιτικού συστήματος, (δ) τη λειτουργία ενός ανεξαρτήτου συστήματος αξιολόγησης και λογοδοσίας της κυβέρνησης. Φοβάμαι πως δεν θα μπορέσουμε να αποφύγουμε το (ε), την απόδοση δηλαδή ευθυνών για όσα άνομα έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες. Επιτέλους, κάπως θα πρέπει να αποκατασταθεί το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών.

Q: Ας τα δούμε ένα-ένα: «νέο πολιτικό υποκείμενο», λέτε... Πολύ πρωτότυπο! Το μόνο που μας έλειπε είναι κι άλλοι επίδοξοι σωτήρες της Ελλάδας...

Α: Η δημοκρατία δε λειτουργεί χωρίς οργανωμένες συλλογικότητες. Το αν θα δοθεί στις συλλογικότητες αυτές η ευκαιρία να υλοποιήσουν όσα λένε, το κρίνουν κάθε φορά οι πολίτες, που -ειρήσθω εν παρόδω- τρεις φορές τα τελευταία 100 χρόνια (με τον Ελευθέριο Βενιζέλο το 1909, τον Αλέξανδρο Παπάγο το 1952 και τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1974-1977), έστειλαν στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας πελατειακά δίκτυα, εξαρτήσεις, παραδοσιακές εκλογικές συμπεριφορές και τα παρόμοια. Το γεγονός πως αυτό δε συνέβη μετά το 1977, δε σημαίνει δα πως ήρθε «το τέλος της ιστορίας»!

Το σημαντικό δεν είναι αυτό. Το σημαντικό είναι να ξέρουμε τι είδους συλλογικότητα θα είναι το πολιτικό υποκείμενο της νέας μεταπολίτευσης. Υπάρχουν τρία-τέσσερα απόλυτα κριτήρια:

(α) θα είναι ένα υποκείμενο προγραμματικό: στη σημερινή συγκυρία θα είναι αυτοκτονικό να προσπαθήσουμε απλά να «ανανεώσουμε» τις παραδοσιακές πολιτικές αποχρώσεις του 20ού αιώνα. Χρειάζεται μια πλατιά προγραμματική συμφωνία που θα συσπειρώνει όλους όσοι συμφωνούν με την πρωταρχική σημασία των «τριών αναδιανομών». Το δίλημμα δεν είναι πια δεξιοί-αριστεροί, κοσμικοί-θρήσκοι, ευρωπαϊστές-εθνοκεντρικοί κ.λπ. Το δίλημμα είναι μεταξύ όσων τους νοιάζει να συνεχίσει να υπάρχει δημοκρατικό ελληνικό κράτος στον ελλαδικό χώρο και τον 22ο αιώνα -και όσους δεν τους νοιάζει!

(β) θα είναι ένα υποκείμενο πατριωτικό, κοινωνικό, ριζοσπαστικό:

  • πατριωτικό διότι θέλει να υπερασπιστεί τη συνέχιση του δημοκρατικού κράτους-έθνους·
  • κοινωνικό διότι υπερασπίζεται τους πιο αδύναμους (τα παιδιά, τις γυναίκες, τους νέους, το περιβάλλον, το δημόσιο χώρο), όλα όσα απαξίωσε η ιδεολογία και η πρακτική της μεταπολίτευσης.
  • Ριζοσπαστικό διότι διακηρύσσουμε την ανάγκη μιας επανάστασης, μιας ιστορικής τομής, μιας ρήξης με τα ειωθότα των τελευταίων δεκαετιών.

(γ) θα είναι ένα υποκείμενο ιδεολογικής σύνθεσης: όλοι αυτοί οι άνθρωποι που θα προσέρθουν στην προγραμματική μας συμφωνία («δύο "σκοτεινές τάσεις"-τρεις αναδιανομές»), δεν είναι φυσικά δυνατό να εγκαταλείψουν τις ιδεολογικές τους αποσκευές, ούτε να λησμονήσουν όλα όσα για τα οποία πάλεψαν στο παρελθόν. Η νέα συλλογικότητα έτσι οφείλει να αξιοποιήσει και να ενσωματώσει ό,τι θετικό πρόσφεραν οι πολιτικές αποχρώσεις της προηγούμενης περιόδου:

  • Από το πατριωτικό ρεύμα (εθνικιστικό για τους αντιπάλους του), να αξιοποιήσουμε την διάθεση θυσίας για την πατρίδα, τη γεωστρατηγική σκέψη, την έγνοια για την ιστορία και την προοπτική της ελληνικής περιπέτειας
  • Από το εκσυγχρονιστικό ρεύμα («ευρω-λιγούρικο» για τους αντιπάλους του), να αξιοποιήσουμε τη διάθεση για προκοπή, το δυτικότροπο προσανατολισμό, την αξιοποίηση της εμπειρίας και των βέλτιστων πρακτικών των εταίρων και συμμάχων μας της υπόλοιπης δύσης.
  • Από το ορθόδοξο (θρησκόληπτο) ρεύμα, να αξιοποιήσουμε τη διαρκή αίσθηση πως αναφερόμαστε σε κάτι υπέρτερο όλων όσων λέμε ή κάνουμε, να διατηρούμε τη «μνήμη του θανάτου», να σεβόμαστε την παράδοση και να έχουμε τη διάθεση να τιμήσουμε εν ζωή αξίες όπως η αλληλεγγύη, η προσφορά στον καταφρονεμένο, η αγάπη
  • Από το λαϊκό (λαϊκίστικο) ρεύμα, να αξιοποιήσουμε τη δυνατότητα επικοινωνίας με τα πλατιά στρώματα του λαού, την καλλιέργεια του οραματικού στοιχείου, την εμπιστοσύνη στη δύναμη που έχει η κινητοποίηση των μεγάλων μαζών

(δ) θα είναι ένα υποκείμενο πνευματικά-διανοητικά ενεργό: πρώτη ύλη της πολιτικής είναι οι ιδέες, η γνώση, τα ποσοτικά και ποιοτικά ερευνητικά στοιχεία. Χρειάζεται να μελετήσουμε εις βάθος όλα όσα έχουν να μας προσφέρουν τα πολιτικά κινήματα των τελευταίων τριάντα χρόνων (από το νεοφιλελευθερισμό και την πολιτική οικολογία, έως τον «τρίτο δρόμο», το νέο-συντηρητισμό και το κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης). Εδώ και τριάντα χρόνια οι πολιτικές ελίτ έχουν μόνη ιδεολογική αναφορά τους μίζερους «μαρξισμούς» που έμαθαν τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το διάστημα μετά τη δεκαετία του '70, το μεταπολιτευτικό σύστημα μόλυνε τις μια-δυο γενιές που μεγάλωσαν εντωμεταξύ, με την απίστευτη πνευματική οκνηρία του και την εύκολη συνθηματολογική απόρριψη κάθε νέας ιδέας Χρειάζεται μια πραγματική αναγέννηση της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα, που να ξεφεύγει από τον ιδεολογικό Προκρούστη της γενιάς της μεταπολίτευσης.

Q: Το σύνταγμά μας δεν προβλέπει τρόπο αλλαγής του...

Α: Η ακροτελεύτια διάταξη του συντάγματος του 1974 αναφέρει πως «η τήρηση του συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Τι καταλαβαίνω από αυτό; Πως αν ας πούμε οι Έλληνες αποφασίσουμε με δημοψήφισμα -ή υπερψηφίζοντας τις πολιτικές δυνάμεις που διακηρύσσουν την ανάγκη σύγκλησης συντακτικής συνέλευσης- πως δε θέλουμε πια αυτό το σύνταγμα ε, τότε η τήρησή του δεν θα «επαφίεται» πια σε τίποτα. Και τότε θα χρειαστεί να προχωρήσουμε σε μεταπολίτευση, να συντάξουμε δηλαδή νέο σύνταγμα...

Το σύνταγμα του 1974 απέτυχε διότι οδήγησε την πατρίδα εμπρός σε πελώρια αδιέξοδα. Επιπλέον κουρελιάστηκε από τις μικροπολιτικές και υστερόβουλες «αναθεωρήσεις» του τού 1985 και κυρίως εκείνη του 2000 -όπου σε μια σειρά ζητημάτων «βασικός μέτοχος» (14§9) «ασυμβίβαστο» (57§1), «συμβασιούχοι» (103§8) κ.ά. ο «νομοθέτης» λειτούργησε ως απλός «γραμματικός» των καταγγελτικών τηλεοπτικών εκπομπών τύπου «ζούγκλα» κ.λπ). Το σημερινό σύνταγμα είναι ένα κείμενο πλαδαρό, άνισο, γεμάτο περιττές λεπτομέρειες και κραυγαλέες σιωπές κ.ο.κ.

Ήρθε η ώρα για ένα νέο συνταγματικό κείμενο, απλό, διδάξιμο, σύντομο και σφιχτό, που θα προβλέπει:

(1) Τον πλήρη διαχωρισμό των εξουσιών (ξεχωριστές εκλογικές διαδικασίες για εκλογή κοινοβουλίου κι επικεφαλής εκτελεστικής εξουσίας, αλλαγή τρόπου εκλογής δικαστικής εξουσίας, ασυμβατότητα μεταξύ υπουργικού και βουλευτικού αξιώματος)

(2) Την ανακατάληψη από την πολιτεία του δημοσίου χώρου των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων, όπου σήμερα τσαλαβουτούν ανεξέλεγκτα οι τηλεοπτικοί δίαυλοι. Τα ΜΜΕ που χρησιμοποιούν δημόσιες συχνότητες να θεωρηθούν ως αναπόσπαστοι φορείς της εθνικής μας εκπαίδευσης, με ότι αυτό σημαίνει για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους

(3) Την πλήρη εξίσωση εμπρός στον νόμο όλων των προσώπων (δικαστών, βουλευτών, υπουργών κ.λπ), και των χώρων (πανεπιστήμια) χωρίς εξαιρέσεις και ειδικά προνόμια (νόμος «περί ευθύνης υπουργών», «βουλευτική ασυλία», «πανεπιστημιακό άσυλο» κ.ο.κ).

(4) Την πιο αποτελεσματική προστασία του περιβάλλοντος

(5) Την κατάργηση της παραγραφής αδικημάτων που τελούν ή τέλεσαν αξιωματούχοι της εκτελεστικής, της νομοθετικής ή της δικαστικής εξουσίας

Σημειώνω πως όταν πρωτογράψαμε περί «συντακτικής συνέλευσης», τον Ιούλιο του 2005, η ιδέα θεωρείτο ανάξια «σοβαρής» συζήτησης. Σήμερα όμως φιλοξενείται από τις στήλες έγκυρων εφημερίδων, όπως «Τα Νέα» και από κορυφαίους δημοσιογράφους, σαν τον Παύλο Τσίμα.

Q: Τι εννοείτε όταν λέτε «νέο πολιτικό σύστημα»;

Α: Νομίζω πως όποιον Έλληνα κι αν ρωτήσουμε θα συμφωνήσει πως (α) καλό θα ήταν να μειωθεί το ειδικό βάρος της οικογενειοκρατίας, του χρήματος και της διασημότητας στο εκλέγεσθαι (β) καλό θα ήταν να σπάσει η συναλλαγή ΜΜΕ-πολιτικών, όπου οι μεν πουλούνε διασημότητα-αναγνωρισιμότητα, και οι δε προσφέρουν σε αντάλλαγμα «ζεστό» χρήμα ή -στις πιο κόσμιες περιπτώσεις- προνόμια και αύξηση της επιρροής των ΜΜΕ εντός του πλαισίου του συστήματος. Είναι προφανές πως η σχέση αυτή καταλήγει σε φαύλο κύκλο, όπου στο τέλος τα ΜΜΕ ουσία καθορίζουν το πολιτικό παίγνιο.

Θεωρώ πως θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε κατά πολύ τα πράγματα αν θεσπίζαμε:

(α) μικρές-μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες (τουλάχιστο σε μια πρώτη φάση), ούτως ώστε να φτηνύνει η αναγνωρισιμότητα, και να μειωθεί η σημασία της οικογενειοκρατίας ή του πολιτικού χρήματος.

(β) σταθερή ημερομηνία εκλογών, κατά το σουηδικό πρότυπο,

(γ) νέα κωλύματα εκλογιμότητας, που θα σχετίζονται με την τηλεοπτική προβολή, τις προεκλογικές δαπάνες, ίσως τον αριθμό συγγενών που ήδη εκπροσωπούνται στο κοινοβούλιο,

(δ) περιορισμό των θητειών των βουλευτών,

(ε) αριθμητική μείωση του πολιτικού προσωπικού (βουλευτών, νομαρχών-νομαρχιακών συμβούλων, δημάρχων-δημοτικών συμβούλων, μετακλητών υπαλλήλων, συμβούλων κ.ο.κ) της μεταπολιτευτικής νομενκλατούρας. Αυτό φυσικά σημαίνει μείωση του αριθμού των ΟΤΑ.

Από μόνα τους αυτά τα μέτρα (αν ας πούμε τα εφαρμόζαμε στο τρέχον σύστημα) θα βελτίωναν μεν, αλλά όχι και τόσο τα πράγματα. Θεωρούμε πως η θετική τους επίδραση θα πολλαπλασιαστεί σε ένα κλίμα εθνικής-δημοκρατικής ανάτασης, και τότε θα μπορούσαν να σφραγίσουν θετικά για δεκαετίες τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος.

Q: Τι άλλο;

A: Ένα από τα μόνιμα χαρακτηριστικά της μεταπολίτευσης ήταν η «μπουρδολογία», πάει να πει η συζήτηση στη βάση ακαθόριστων ιδεοληπτικών σχημάτων, η ανυπαρξία τεκμηρίωσης των ισχυρισμών, η πλήρης απουσία λογοδοσίας. Θα έλεγα πως η μεταπολίτευση ήταν μία περίοδος παγιδευμένη σε φθογγισμούς, συχνά χωρίς νόημα. Με την έλευση μάλιστα της ιδιωτικής τηλεόρασης, το πράγμα πήρε κωμικοτραγικές διαστάσεις: στο δημόσιο λόγο επιβιώνουν μόνο οι ανοητολόγοι πολιτικάντηδες και οι «φωτεινοί παντογνώστες» των τηλεοπτικών παραθύρων. Οι πολίτες όχι μόνο δε διαφωτίζονται, αλλά υφίστανται τέτοια πλήρη σύγχυση, αποπροσανατολίζονται τόσο απόλυτα, χάνουν σε τέτοιο βαθμό τη δυνατότητα να θέτουν προτεραιότητες και να ξεχωρίζουν το σημαντικό από το ασήμαντο (που στα ΜΜΕ αλλάζουν με αστραπιαία ταχύτητα, ανά τέσσερις-πέντε ημέρες κατά μέσο όρο), που το όλο πράγμα θυμίζει μάλλον τεχνικές «πλύσης εγκεφάλου», παρά ενημέρωση.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι πως ουδεμία σημασία δόθηκε στην τεκμηρίωση, στην καταγραφή δεδομένων, στο μπόλιασμα του δημοσίου λόγου με τη στατιστική. Ακόμα και τα στοιχεία, για το ύψος του ΑΕΠ, το δημόσιο έλλειμμα ή την ανεργία είναι πλήρως αναξιόπιστα. Αν πιστέψουμε π.χ. το κράτος μας, το έλλειμμα από 2% το 2003 πήγε στο 2.99% τις πρώτες μέρες της κυβέρνησης της ΝΔ 2004, για να εκτοξευθεί στο 6% τα τέλη του 2004 και μέσα σε τρία χρόνια, να ξαναπέσει κάτω από το 3% (εντωμεταξύ το χρέος όλο και αύξαινε!). Όσο για την ανεργία, έπεσε κατά 20% μέσα σε ενάμισι χρόνο, χωρίς καμιά νέα «ενεργητική πολιτική απασχόλησης», ενώ ταυτόχρονα μειωνόταν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων (!) Κανείς δεν ξέρει πόσο είναι το ΑΕΠ (γιατί κανείς δεν ξέρει πόση είναι η παραοικονομία), πράγμα που θέτει όλα τα δημοσιονομικά στοιχεία (από το χρέος έως τις κοινωνικές δαπάνες) κάτω από έναν πελώριο παραμορφωτικό φακό...

Αυτά είναι αστεία πράγματα. Πέραν όμως της αναξιοπιστίας των υπαρκτών στοιχείων, έχουμε την ανυπαρξία άλλων, αναγκαίων για τη χάραξη δημοσίων πολιτικών: πόσο πλήττεται το οικογενειακό εισόδημα από την ανατροφή ενός παιδιού; Ποιες είναι οι επιδόσεις των μαθητών στα ελληνικά σχολεία; Πόσο κοστίζει η κακή διατροφή, το κάπνισμα, η απουσία πρωτοβάθμιας υγείας ή η έλλειψη εμπιστοσύνης στους ιατρούς; Πόσο πράσινο αντιστοιχεί ανά κάτοικο σε κάθε γειτονιά; Πόσος είναι ο πληθωρισμός για κάθε κοινωνική τάξη (που ξέρουμε πως έχει διαφορετικές καταναλωτικές συνήθειες); Δεν είναι τυχαίο που η Ελλάδα διακρίνεται για την συχνότητα της σημείωσης n/a (μη διαθέσιμα στοιχεία) στις στατιστικές της «γιούροστατ» και άλλων διεθνών οργανισμών.

Έτσι όμως απλά δεν μπορεί να γίνει πολιτική -τελεία και παύλα. Χωρίς στοιχεία μιλάνε μόνο οι ανεύθυνοι και οι κραυγάζοντες και κλείνει ερμητικά η πόρτα για τους ειδήμονες. Δεν είναι δυνατός ούτε ο σχεδιασμός, ούτε η αξιολόγηση δημοσίων πολιτικών.

Θεωρώ ως εκ τούτου βασικότατη τομή τη δημιουργία μιας αξιόπιστης και έγκυρης στατιστικής αρχής, που θα μπορούσαμε να δούμε ακόμα και μήπως λειτουργούσε ως παράρτημα κάποιας αντίστοιχης υπηρεσίας κάποιου εκ των εταίρων μας (π.χ. της Γαλλίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου) και που να σχεδιαστεί να είναι το μεγαλύτερο ερευνητικό-επιστημονικό ίδρυμα της χώρας. Θα ήταν δε εξόχως πολιτική πράξη, αν στο πλαίσιο της λειτουργίας της θεσμοποιούνταν διαδικασίες λογοδοσίας του κυβερνητικού έργου:

  • Η κυβέρνηση λ.χ. θα μπορούσε κάθε χρόνο να ανακοινώνει σε ποιους δείκτες σχεδιάζει να παρέμβει πολιτικά, και ποιο στόχο εκείνη θέτει σε κάθε επιλεγμένο δείκτη.
  • Η στατιστική αρχή θα μπορούσε να δημοσιεύει μία εκτίμηση για τον κυβερνητικό αυτό σχεδιασμό, αξιολογώντας αν η κυβέρνηση επέλεξε τους κατάλληλους στόχους με βάση τα διακηρυγμένα της πολιτικά προτάγματα ή όχι (μια κυβέρνηση π.χ. που σου «ζαλίζει τα αυτιά» για το πόσο σημαντικό είναι το φαινόμενο της λειψυδρίας, κάτι θα πρέπει να κάνει για να μειώσει την κατανάλωση/κάτοικο ή το ποσοστό ύδατος που διαφεύγει από το δίκτυο, ή την αποτελεσματικότητα των συστημάτων άρδευσης, ή τη βελτίωση των μηχανισμών αποθήκευσης ύδατος ή... αλλιώς απλά φλυαρεί -και αυτό θα πρέπει να μπορεί να το επισημάνει μία αξιόπιστη και αντικειμενική αρχή).
  • Στο τέλος της χρονιάς, η μεν κυβέρνηση θα όφειλε να καταθέσει έναν «ετήσιο απολογισμό δράσης» της, η δε αρχή θα μπορούσε να αξιολογεί δημοσίως πόσο αποτελεσματική ήταν πράγματι η κυβέρνηση στην επίτευξη των στόχων που εκείνη έθεσε.
του Νίκου Ράπτη