Δευτέρα, Μαΐου 16, 2011

Τρεις άξονες για την πολιτική στην εποχή της κρίσης

του Δημήτρη Σκάλκου

@ppol.gr


Είναι πλέον πασιφανές ότι οι κατεστημένες πολιτικές δυνάμεις αδυνατούν να διαχειριστούν αποτελεσματικά τη σημερινή πολυεπίπεδη κρίση που μαστίζει τη χώρα μας. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε μία ανήμπορη και μάλλον απρόθυμη κυβέρνηση και σε μία καιροσκοπική και προκλητικά ανεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση, ο τόπος βαδίζει νομοτελειακά σε πολυετές οικονομικό τέλμα, κοινωνική αποδιάρθρωση και διεθνή περιθωριοποίηση.

Ωστόσο, οι απαντήσεις μπορούν και οφείλουν να αναζητηθούν στο πλαίσιο της πολιτικής. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια γι' αυτό είναι η απεμπλοκή της πολιτικής από την καταστροφική ρητορική του λαϊκισμού και η ανανέωση του πολιτικού λόγου με την ανάδειξη σύγχρονων ριζοσπαστικών προτάσεων.

Μία πολιτική υπέρβασης της σημερινής κρίσης πρέπει λοιπόν να κινηθεί γύρω από τρεις κύριους άξονες:

Πρώτο, είναι εξαιρετικά σημαντικό να απεγκλωβιστεί ο πολιτικός λόγος από τη ρητορική υπέρ ή κατά του «μνημονίου», η οποία συσκοτίζει την ουσία του προβλήματος. Οφείλουμε να αναδείξουμε εκείνες τις πλευρές της κρίσης που, μάλλον εσκεμμένα, παραμένουν στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης. Οφείλουμε να εξηγήσουμε ότι, το διακύβευμα της αυριανής Ελλάδας δεν είναι (μόνο) η άμεση εξασφάλιση της δανειακής ρευστότητας αλλά, πρώτιστα, η αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης που ακολουθήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες και που οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα.

Έχουμε υποχρέωση να πούμε ότι, η δημοσιονομική εγκράτεια δεν είναι αναγκαίο κακό, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση διατηρήσιμης ανάπτυξης. Η μείωση της, πέρα από κάθε λογική, δανειακής μας εξάρτησης δεν αποτελεί αναγκαστική και εξωτερικά επιβαλλόμενη θυσία της σημερινής γενιάς αλλά, αντίθετα, δίκαιη αντιμετώπιση των επόμενων γενεών. Οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που (φαίνεται να) επιχειρούνται στη λειτουργία των αγορών, δεν αποτελούν άδικη επίθεση στα κεκτημένα κάποιων ομάδων, αλλά αντίθετα είναι αναγκαίες προσαρμογές στη σύγχρονη πραγματικότητα ώστε να αποκτήσει η ελληνική οικονομία ανταγωνιστικότητα και δυναμισμό και η κοινωνική μας πολιτική (επιτέλους!) δικαιοσύνη.

Έτσι λοιπόν, αντί να υπεραμυνόμαστε χωρίς όμως και να πιστεύουμε τις δεσμεύσεις του «μνημονίου» -όπως πρόδηλα εμφανίζεται να το κάνει η κυβέρνηση- αλλά και χωρίς να καταδικάζουμε ανεύθυνα και αφοριστικά το σύνολο του «μνημονίου», όπως με ευκολία πράττει η αντιπολίτευση, καλούμαστε να διαμορφώσουμε μία ρεαλιστική πρόταση για την Ελλάδα του αύριο.

Το «μνημόνιο», πέρα από μία δέσμη δανειακών υποχρεώσεων, πρέπει να αποτελέσει ευκαιρία συζήτησης και γόνιμης αντιπαράθεσης για την Ελλάδα της επόμενης μέρας. Να οραματιστούμε και να σχεδιάσουμε μία Ελλάδα ανάπτυξης και αλληλεγγύης. Να προωθήσουμε εκείνες τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα των αγορών ώστε να παράγονται οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο.

Δεύτερο, οι (όποιες) μεταρρυθμιστικές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να απευθυνθούν σε εκείνες τις κοινωνικές ομάδες που στη σημερινή συγκυρία αναδεικνύονται σε προνομιακούς συνομιλητές τους. Πρόκειται για τους «εκτός συστήματος» συμπολίτες μας που δεν απολαμβάνουν προσοδοθηρικά κέρδη και προνόμια που βασίζονται στην ιδιαίτερη σχέση τους με το πελατειακό κομματικό κράτος της μεταπολίτευσης. Να απευθυνθούν σε όλους εκείνους που οι δεσμεύσεις των κατεστημένων πολιτικών κομμάτων αδυνατούν να εκπροσωπήσουν καθώς δεν επιθυμούν να έρθουν σε σύγκρουση με τις συντεχνιακές επαγγελματικές ομάδες που αποτελούν την εκλογική τους βάση και παραδοσιακά τους στηρίζουν.

Το πολιτικό σύστημα οφείλει να ενσωματώσει τους, αποκλεισμένους από την κλειστή αγορά εργασίας, νέους πτυχιούχους αλλά και τους μεγαλύτερους σε ηλικία μακροχρόνια άνεργους, τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα που υφίστανται συνεχόμενες φορολογικές επιβαρύνσεις προκειμένου να χρηματοδοτούνται τα ελλείμματα της αναποτελεσματικής και υπερτροφικής κρατικής μηχανής, τους ελεύθερους επαγγελματίες και μικρο-επιχειρηματίες που ταλαιπωρούνται σε κάθε τους βήμα από την ασφυκτική γραφειοκρατία. Αλλά ακόμη και εκείνους τους ικανούς δημόσιους υπαλλήλους που η έλλειψη αξιολόγησης της απόδοσής τους δεν τους επιτρέπει να αναζητήσουν μία υπηρεσιακή εξέλιξη απέναντι στα μέλη των ισχυρών πολιτικών συντεχνιών και των κομματικών «κολλητών».

Τρίτο, είναι εξαιρετικά κρίσιμο η πολιτική αντιπαράθεση να αφήσει οριστικά πίσω της τον άνευρο, απολιτικό και κρατικιστικό λόγο των δύο γερασμένων μονομάχων της μεταπολίτευσης. Είναι φανερό πως ακόμη και σήμερα, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αισθάνονται ανετότερα ακολουθώντας συντηρητικές λογικές και προσπαθώντας να απαντήσουν στα ζητήματα του αύριο με τις επανειλημμένα αποτυχημένες απαντήσεις του χθες. Ωστόσο, οι ιδέες και αξίες της πολιτικής δεν έχασαν τη χρησιμότητά τους. Όμως, οι σημερινές γραμμές διαφοροποίησης δεν βρίσκονται στον απολιθωμένο σχηματικό άξονα «αριστεράς-δεξιάς» αλλά στα επιθυμητά όρια του σύγχρονου κράτους.

Βρίσκονται ανάμεσα σε αυτούς που επιθυμούν ένα μικρό, ευέλικτο, ανταποδοτικό και λειτουργικό κράτος που μεγιστοποιεί τα οφέλη της αγοράς και παρέχει σύγχρονες υπηρεσίες και επαρκή κοινωνική προστασία στους ασθενέστερους. Και σε αυτούς που αδυνατούν να απεμπλακούν πολιτικά, ιδεολογικά και ψυχολογικά από τις ξεπερασμένες -αλλά εκλογικά προσοδοφόρες- λογικές του μεγάλου πατερναλιστικού κράτους που ρυθμίζει κάθε πτυχή της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.

Έχοντας λοιπόν τις παραπάνω παρατηρήσεις κατά νου και σε πείσμα των καιρών αισιοδοξούμε ότι, η κρίση, οι εξωτερικές πιέσεις και η ευρεία συνειδητοποίηση των αδιεξόδων μας μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης αλλαγών για το χρεοκοπημένο πολιτικό μας σύστημα και κατά συνέπεια για τη δυνατότητά μας να αλλάξουμε πραγματικά σελίδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: